ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

Μια ρεβυθιά στο Ηράκλειο - Λέιντεν - Λισσαβώνα - Αθήνα - πάλι Ηράκλειο


26/3/10

Κι άλλες επέτειοι

Μια φρέσκια ελληνική σημαία έχει αναρτηθεί στον ιστό δίπλα στη σκισμένη παλιά, από εν ευθυμία τελούντες (οπωσδήποτε...) ιστιοπλόους, όχι όλους εκ γενετής Έλληνες αλλά σαφώς εξ' επιλογής. Αναμένονται οι αντιδράσεις του Λιμενικού Σώματος.

Θα μπορούσε να είναι μια οποιαδήποτε μέρα αλλά ήταν 25η Μαρτίου, και μάλιστα η χτεσινή. Μια μέρα στην οποία εορτάζεται ο Ευαγγελισμός και μαζί η επέτειος της επανάστασης του 1821 (το τονίζω, γιατί μερικοί μπορεί να μην το ξέρουν, δείτε λεπτομέρειες εδώ). Θα αντιπαρέλθω τη σημερινή συζήτηση για τα ρατσιστικά συνθήματα στην παρέλαση, καθώς με μερικές εξαιρέσεις που προανέφερα δυο αναρτήσεις παρακάτω (δείτε εδώ) δεν έχω σε τεράστια υπόληψη τους ένστολους, ακόμα και του σχετικά ανώδυνου Λιμενικού Σώματος.

Μου φαίνεται βέβαια λίγο αστείο το σκηνικό, την ώρα που πλείστοι όσοι εκ των ηρώων του 1821 ήταν αρβανίτικης (δηλαδή εν τέλει αλβανικής) καταγωγής μάλλον, αλλά έτσι κι αλλιώς ούτε τις καταγωγές έχω σε υπόληψη ιδιαίτερη, ειδικά όταν αναφερόμαστε σε μια εποχή όπου το πού ανήκεις ήταν θέμα θρησκείας μάλλον παρά οτιδήποτε άλλο: οι άνθρωποι μπορούσαν ακόμα να "τουρκέψουν" ή να "φραγκέψουν" ανάλογα με το Θεό τους και όχι τα γονίδια. Έχουν αναφερθεί πλήθη διαλόγων του Τζαβέλλα ή του Ανδρούτσου με (τουρκ-)αλβανούς αντιπάλους εις άπταιστον αλβανικήν χωρίς διερμηνέα, χώρια η θητεία του Καραϊσκάκη και άλλων πολλών στην αυλή του Αλή Πασά. Όλα αυτά είναι γνωστά, και διατηρήθηκαν ακόμα και χρόνια μετά, όταν ο ναύαρχος Κουντουριώτης έδινε το παράγγελμα "βρας" (πυρ στα αρβανίτικα) στους Υδραίους ναύτες του στη ναυμαχία της Έλλης, όπως μαρτυρά ο ποιητής Νίκος Εγγονόπουλος στο ποίημα "Μπολιβάρ" - αναφερόμενος έστω και συμβολικά σε ένα παράδειγμα ανθρώπου που δεν εγεννήθη αλλά θα μπορούσε να είναι "ωραίος σαν Έλληνας".

Αυτά όλα βέβαια δεν τα σκεφτόμουν χτες, γιατί ούτε παρελάσεις παρακολουθώ ούτε με τα ΜΜΕ έχω πολύ στενή σχέση τελευταία. Χτες μάλιστα ειδικά, γιορτή του Ευαγγελισμού και επέτειο της επανάστασης, παράτησα τις στεριές και το βροχερό Ηράκλειο και ξανοίχτηκα στα ανοιχτά πελάγη (άλλωστε η επανάσταση είχε και ναυτικές δυνάμεις). Δηλαδή όχι πολύ ανοιχτά, εδώ παραπέρα μέχρι τη Δία πήγαμε, πέντε συντρίμμια και μια φίλη, χωρίς σκίπερ παρακαλώ και χωρίς δασκάλους και καθοδηγητές, μόνοι μας. Για να νοικιάσεις σκάφος απαιτούνται δύο διπλώματα ιστιοπλοΐας, εμείς είχαμε έξι. Προφανώς με τόσα διπλώματα αναμένεται να υπάρχει σύγκρουση για το καπετανιλίκι, οπότε αντί να στριμώχνομαι με τους άλλους καπεταναίους είπα να κάνω το λοστρόμο για πολλοστή φορά. Ατυχώς δεν υπήρχε κατώτερο πλήρωμα, ούτε ναύτες, ούτε μούτσοι, οπότε σε κανέναν δε μπορούσα να κάνω τον έξυπνο.

Δε βαριέσαι πάντως, αν και πολυκέφαλο, το σκάφος επέπλευσε, και έτσι καταφέραμε και να λύσουμε χωρίς ατυχήματα, και να βγούμε από το λιμάνι, και να ανοίξουμε πανιά, και να βρούμε τη Δία (εντάξει, απέναντι είναι, αλλά και οι άλλοι που ψάχνανε τη Μάλτα και δεν τη βρήκανε ποτέ, εξ' ου και "Μάλτα γιοκ", δεν ήτανε λαμπροί ναυτικοί νομίζετε;). Εκεί εντοπίσαμε ντόκο για δέσιμο (υπό διάλυση βέβαια) στον κόλπο του Αη-Γιώργη, και μετά από πληθώρα ακριβών χειρισμών πρυμνοδέτησης που κράτησαν γύρω στη μιάμιση ώρα (μη βασκαθούμε...) καταφέραμε να δέσουμε με ασφάλεια. Δίπλα ήρθαν και έδεσαν δύο με ένα ταχύπλοο που άκουγαν σκυλάδικα στη διαπασών και μας πληροφόρησαν ότι στο Ηράκλειο έβρεχε καρεκλοπόδαρα. Ευτυχώς πήγαν σύντομα σχετικά να τσεκάρουν αν σταμάτησε να βρέχει, κι έτσι μείναμε στην ησυχία μας και τον αχνό ήλιο, μέχρι που μερικοί βούτηξαν κιόλας (και πάγωσαν) ενώ μερικοί σοφότεροι βουτήξαμε απλά στο κρασί από τη Γαρίπα (γεια σου Μαρίστρα!) και τους μεζέδες.

Τιμήσαμε τη εθνική επέτειο ανεβάζοντας μια ολόκληρη σημαία στο σκάφος στη θέση της μισής σκισμένης από τον άνεμο σημαίας που υπήρχε (δείτε τη φωτογραφία στην κορυφή), μερικοί τίμησαν και τον Ευαγγελισμό ανάβοντας το καντήλι στο εκκλησάκι της Ανάληψης που δεσπόζει στον κόλπο. Σαλπάραμε το σούρουπο αφού φέραμε κάμποσες βόλτες πάνω από τη σκαλωμένη άγκυρα (άμα κάνουμε αγκυροβολία την κάνουμε καλά...) και βγήκαμε στο γεμάτο πεντάρι με κάμποση μηχανάδα βέβαια καλού κακού. Φτάσαμε νύχτα στο Ηράκλειο και δέσαμε χωρίς να προκαλέσουμε ατύχημα και μάλιστα με τη μία, πράγμα που για τις επιδόσεις μας ως συντρίμμια ήταν εξαιρετικό επίτευγμα και μας συγχαίρω (ειδικά αυτούς που το έκαναν διότι εγώ απλώς κοίταζα). Ήπιαμε το υπόλοιπο κρασί μασουλώντας τα ψωμοτύρια που απέμειναν, και αποχαιρέτησα τους φίλους της ιστιοπλοΐας με μια ενδόμυχη απορία αν θα ξαναβρεθούμε μαζί σε τέτοια φάση και πόσο σύντομα.

Σήμερα τους έστειλα τα βιντεάκια που τράβηξα χτες και τις ευχές μου, σερφάρισα λίγο στο διαδίκτυο όπου είδα τις βλακείες της παρέλασης με καθυστέρηση φάσης, και σκέφτηκα αντί για τις συνηθισμένες στρατιωτικές ιστορίες που ανεβάζω σε κάθε εθνική επέτειο να πω μια έστω "χαλαρή" ιστορία χωρίς φοβερές προεκτάσεις και εκπληκτικά σημαινόμενα.

Σκέφτηκα ακόμα να πάρω τηλέφωνο τους γονείς μου - σήμερα κλείνουν 49 χρόνια γάμου και αναρωτιέμαι αν το θυμούνται. Αλλά κόντεψα να το ξεχάσω ξαναδιαβάζοντας το "Μπολιβάρ" στο διαδίκτυο.

Περνάει γρήγορα η ώρα, τι νομίζετε;

23/3/10

ΤΡΩΕΣ (1905) - Κ.Π. Καβάφης

Εἶν’ ἡ προσπάθειές μας, τῶν συφοριασμένων˙
εἶν’ ἡ προσπάθειές μας σάν τῶν Τρώων.
Κομμάτι κατορθώνουμε˙ κομμάτι
παίρνουμ’ ἐπάνω μας˙ κι ἀρχίζουμε
νἄχουμε θάρρος καί καλές ἐλπίδες.

Μά πάντα κάτι βγαίνει καί μᾶς σταματᾶ.
Ὁ Ἀχιλλεύς στήν τάφρον ἐμπροστά μας
βγαίνει καί μέ φωνές μεγάλες μᾶς τρομάζει.–

Εἶν’ ἡ προσπάθειές μας σάν τῶν Τρώων.
Θαρροῦμε πώς μέ ἀπόφασι καί τόλμη
θ' ἀλλάξουμε τῆς τύχης τήν καταφορά,
κ’ ἔξω στεκόμεθα ν’ ἀγωνισθοῦμε.

Ἀλλ’ ὅταν ἡ μεγάλη κρίσις ἔλθει,
ἡ τόλμη κ’ ἡ ἀπόφασίς μας χάνονται˙
ταράττεται ἡ ψυχή μας, παραλύει˙
κι ὁλόγυρα ἀπ’ τά τείχη τρέχουμε
ζητῶντας νά γλυτώσουμε μέ τή φυγή.

Ὅμως ἡ πτῶσις μας εἶναι βεβαία. Ἐπάνω,
στά τείχη, ἄρχισεν ἤδη ὁ θρῆνος.
Τῶν ἡμερῶν μας ἀναμνήσεις κλαῖν κ’ αἰσθήματα.
Πικρά γιά μᾶς ὁ Πρίαμος κ’ ἡ Ἑκάβη κλαῖνε.



Σ.Σ. Όχι, δεν έχει να κάνει με τα spread και τις χρεωκοπίες...

18/3/10

Λιμενικός σταθμός παραλιακής λεωφόρου


Το περιστατικό έχει ηλικία κάμποσων χρόνων πια. Ζούσα τότε στην Αθήνα ακόμα, και αν και είχα φύγει από το πατρικό μου πολύ καιρό, υπήρχαν κάποιες λίγες μέρες που για κάποιους λόγους ξέμενα εκεί το βράδυ, και κοιμόμουν στο παιδικό μου κρεβάτι (ο τριαντάχρονος και βάλε) προς μεγάλη χαρά της μάνας μου, βέβαια, η οποία δε νομίζω να θεώρησε ποτέ ότι κάποιο από τα παιδιά της (αθροιστικά εκατό ετών τότε και τα τρία μαζί) ήταν αρκετά μεγάλο για να αντιμετωπίσει τον κόσμο χωρίς μητρικές φροντίδες.

Κάποιo τέτοιο βράδυ βρέθηκα αντιμέτωπος με μια οροφή που έσταζε από παντού - είχε βρέξει βέβαια, αλλά άλλο να βρέχει έξω κι άλλο μέσα στο σπίτι. Χτύπησα την πόρτα της από πάνω (έχει πεθάνει τώρα πια) που ζούσε μαζί με μια αλβανίδα που την πρόσεχε και την περιποιόταν. Ήταν αργά το βράδι, οι γυναίκες είχαν κοιμηθεί χωρίς να προσέξουν ότι το διαμέρισμά τους είχε πλημμυρίσει από τα νερά της βροχής που λίμναζαν στις βεράντες. Ξεβούλωσα τους αγωγούς ομβρίων που είχαν σκεπαστεί με φύλλα από τις απεριποίητες γλάστρες, το νερό έτρεξε ορμητικά μέχρι τις πλάκες της αυλής και το διαμέρισμα (και ακολούθως το ταβάνι μας) άδειασε. Τότε είδα την ξένη γυναίκα για πρώτη φορά, μου τη σύστησαν ως "Έφη".

Αν και εργένης σε μεταφοιτητικό στάδιο, είχα αποφασίσει ότι μου αξίζει να ζω σε ένα σπίτι λιγότερο ύποπτης καθαριότητας από όση μπορούσα να εξασφαλίσω ο ίδιος χωρίς να μου προκαλεί βαριεστημάρα η όλη διαδικασία. Αναζήτησα κάποια στιγμή μια κυρία για να καθαρίζει περιοδικά - η μάνα μου προσφέρθηκε να φωνάξει την Έφη "που έχει και παιδιά να θρέψει η καημένη". Η Έφη ήρθε ένα πρωί Σαββάτου, κοίταξε το σπίτι μου με μια ορισμένη απελπισία, χώθηκε σε σκούπες, φαράσια, ξεσκονόπανα και σφουγγαρίστρες και μετά από μία ώρα ακριβώς έβγαλε το κεφάλι πίσω από μια πόρτα (εγώ κάτι χαρχάλευα στον υπολογιστή) να με ρωτήσει αν μπορεί να κάνει τσιγάρο. Φυσικά και μπορούσε - κι εγώ κάπνιζα τότε. Της έφτιαξα ένα στριφτό, της έκανα και καφέ μερακλίδικο "ελληνικό". Πιάσαμε κουβέντα, ξεκινώντας από τον καφέ που συμφωνήσαμε αβίαστα ότι είναι τούρκικος μάλλον, και περνώντας από το ένα θέμα στο άλλο φτάσαμε στο όνομά της (που δεν ήταν βέβαια Έφη αλλά Τέφτα) και στην οικογένειά της.

Ήταν χωρισμένη πολλά χρόνια. Ο ένας της γιος ζούσε στην Αλβανία, ο άλλος ήταν εδώ. Δούλευε σε ένα σουβλατζήδικο στη γειτονιά της μάνας μου, ερχόταν πότε πότε και στο σπίτι. Για κάποιο λόγο ήταν πολύ περήφανη για αυτό της το γιό - κατά κάποιο τρόπο ήταν ο άντρας της ζωής της. Στα πενήντα της θεωρούσε ότι είναι γριά πια (μια άποψη που όσο πλησιάζω σε αυτή την ηλικία όλο και πιο παράξενη μου φαίνεται). Της είπα ότι γριά είναι η κυρία που πρόσεχε, που κόντευε τα ενενήντα και δεν είχε να περιμένει τίποτα πια από τη ζωή. Εκείνη πάλι είπε ότι περίμενε να μαζέψει κάποια λεφτά για να γυρίσει στην Αλβανία, "αφού πρώτα παντρευτεί ο Έντι μου και μου κάνει εγγονάκια".

Σκέφτηκα τη μάνα μου και τις εμμονές της στο θέμα, και ότι όλες οι μαμάδες κάπου μοιάζουν. Κάναμε κάμποσα τσιγάρα παρέα, κάποτε σουλούπωσε το σπίτι και χάρηκε που αφενός την πλήρωσα μάλλον γενναιόδωρα και αφετέρου την πήγα σπίτι όπου η μάνα μου είχε ετοιμάσει ένα μάλλον πλούσιο τραπέζι, μαγειρεύοντας κατά παράβαση των αρχών της μοσχαράκι μέσα στη Σαρακοστή για την Τέφτα-Έφη που δεν είχε τις ίδιες με εμάς θρησκευτικές πεποιθήσεις (αν είχε κάποιες).

Λίγο καιρό μετά, κοιμόμουν πάλι στο πατρικό μου ένα βράδι, όταν χτύπησε το τηλέφωνο γύρω στις τρεις το πρωί. Αυτά τα χτυπήματα μόνο για καλό δεν είναι - ήταν η από πάνω που ζητούσε τη βοήθειά μας. Η αστυνομία είχε πιάσει τον Έντι χωρίς χαρτιά και η Έφη ζητούσε κάποιον να την πάει μέχρι το τμήμα για να του πάει τη (ληγμένη) άδεια παραμονής. Σηκώθηκα παραπατώντας υπό τις ευλογίες της μάνας μου (βοήθησέ την παιδάκι μου την καημένη τη μανούλα), πήρα τα κλειδιά του αμαξιού και σύρθηκα προς την πόρτα. Η Τέφτα με περίμενε κρατώντας μια ζελατίνα με κάτι χαρτιά. Έτρεμε από το κρύο - ίσως όχι μόνο από το κρύο.

Έλειπα καιρό από τη γειτονιά, η αστυνομία δεν ήταν πια εκεί που την είχα αφήσει. Έκοβα άσκοπες βόλτες στην παραλιακή λεωφόρο, κάποια στιγμή σταμάτησα σε ένα περίπτερο να ρωτήσω που είναι το τμήμα. Ο περιπτεράς μου είπε ότι αν ήμουν από δω θα έπρεπε να ξέρω ότι το τμήμα είχε καταργηθεί και το πολυδύναμο ήταν ένα προάστιο παραπέρα. Μετά μου είπε ότι έχει γεμίσει ο τόπος ξένους και έχει βρωμίσει και ώρα να τα μαζεύουμε και να γυρνάμε στην πατρίδα μας να ξεβρωμίσει. Το τελευταίο το είπε φωνάζοντας μάλλον, και συμπλήρωσε με ένα "κατάλαβες;" μες στα μούτρα μου. Σκέφτηκα να του απαντήσω κάτι για το επάγγελμα της μάνας του ή να του περιγράψω μια σκηνή ανασκολοπισμού με πρωταγωνιστή τον ίδιο αλλά με τράβηξε η Τέφτα πίσω και περιορίστηκα σε ένα "ευχαριστώ, είστε εξαιρετικά ευγενής" με ύφος δήμιου πριν αποκεφαλίσει το θύμα του.

Έβραζα ενώ οδηγούσα προς το δίπλα προάστιο, ενώ η Τέφτα μου έλεγε "σε παρακαλώ, σε παρακαλώ, μην τσακώνεσαι, πάμε γρήγορα στον Έντι". Εντόπισα το "πολυδύναμο" από τη σκοπιά στην είσοδο, είπα στον καχύποπτο φρουρό τι θέλαμε. Κάποιος μας πήγε στο γραφείο του αξιωματικού υπηρεσίας, που δεν ήταν μέσα. Μας ρώτησαν πάντως τι θέλαμε, αλλά μας κοίταξαν με απορία, εξηγώντας ότι δεν είχαν πιάσει κανέναν και δεν κρατούσαν κανέναν απόψε. Ο Έντι δεν ήταν εκεί. Ναι, αλλά πού ήταν; Η Τέφτα άρχισε να λέει ότι της είπαν ότι ήταν στο τμήμα της παραλιακής. Ένας ήχος από καζανάκι τουαλέτας ακούστηκε, και ο αξιωματικός υπηρεσίας βγήκε από μια πόρτα. Μας κοίταξε ερωτηματικά, ο άλλος αστυνομικός άρχισε να λέει την ιστορία. Ο αξιωματικός σα να θυμήθηκε κάτι, είπε: "α, ναι, μας πήραν τηλέφωνο. Στο Λιμενικό είναι."

Μου είπαν ότι ο σταθμός του Λιμενικού ήταν στο Τροκαντερό, δίπλα στο θωρηκτό "Αβέρωφ". Οδήγησα προς τα εκεί ανάμεσα στο πλήθος των ξενύχτηδων που γύριζαν από τα μαγαζιά, περασμένες τέσσερις. Με είχανε ζώσει τα φίδια, αναρωτιώμουν αν θα έπρεπε να επικοινωνήσω με κανένα δικηγόρο, με καμμιά επιτροπή για τα δικαιώματα των μεταναστών. Έστριψα προς το σταθμό και σταμάτησα μπροστά σε κάτι τζιπάκια, από τα οποία πετάχτηκαν κάτι οπλισμένοι με στολές παραλλαγής. Τους είπα τι θέλαμε καθώς μας κοιτούσαν καχύποπτα. Σκέφτηκα ότι αν τον είχαν κακομεταχειριστεί θα έπρεπε να ειδοποιήσω τη Διεθνή Αμνηστία ή κάτι τέτοιο. Ήρθε ένας τύπος και μας είπε "ελάτε, εδώ είναι". Μια φωνή ακούστηκε από το βάθος "α, να η μαμά μου".

Τον αναγνώρισα από την ομοιότητα με την Τέφτα - ήταν σαν αρσενικός κλώνος της. Είχε το πιο μωρουδίστικο πρόσωπο που έχω δει σε ενήλικο άτομο. Καθόταν ανάμεσα σε δύο γυναίκες λιμενικούς - αριστερά του μια ξανθιά της ηλικίας μου ή λίγο παραπάνω με άσπρη στολή και δεξιά του μια μελαχροινή πιτσιρίκα με παραλλαγή. Η ξανθιά τον κρατούσε απαλά από το ένα χέρι, και με το άλλο τον χάιδευε στην πλάτη, όπως θα χάιδευε το γιό της. Η μελαχροινή τον κρατούσε απαλά από το άλλο χέρι. Την κοίταξα στο πρόσωπο - η ομορφιά της με ανατρίχιασε. Γύρω τους ήταν αφημένα απομεινάρια από ντελίβερι, πίτσες και αναψυκτικά. Ο Έντι χάθηκε στην αγκαλιά της μαμάς του - παρατήρησα όμως ότι η ξανθιά εξακολουθούσε να τον χαϊδεύει κρατώντας του το χέρι απαλά. Ύστερα έριξε μια φευγαλέα ματιά στη ζελατίνα που της έδειξε η Τέφτα και του είπε:

- Να προσέχεις! Να τα έχεις πάντα πάνω σου!
- Ναι, ναι, είπε εκείνος. Έσκυψε πάνω της (την περνούσε ένα κεφάλι) και τη φίλησε σταυρωτά. Εκείνη τον αγκάλιασε μητρικά και μετά τον παρέδωσε στην πραγματική του μαμά.

- Ο γιος σας είναι πολύ γλυκό πλάσμα, είπε.
- Το ξέρω, είπε η Τέφτα, φουσκώνοντας από χαρά.

Το γλυκό πλάσμα ήρθε προς το αυτοκίνητο, και συστηθήκαμε και επισήμως. Τον ρώτησα αν του φέρθηκαν καλά - μάλλον δεν κατάλαβε την ερώτηση. Μου είπε ότι αργήσαμε να έρθουμε και παρήγγειλαν πίτσες να φάνε. Επίσης ότι οι κυρίες ήταν πολύ καλές, ειδικά η ξανθιά που πλήρωσε τις πίτσες. Δεν αμφέβαλλα - άφησα τη Διεθνή Αμνηστία και τους δικηγόρους κατά μέρος, και οδήγησα ανάμεσα στους βλοσυρούς οπλοφόρους και τα τζιπάκια για να ξαναβγώ στην παραλιακή. Κάποια στιγμή αναρωτήθηκα αν όπως με πέρασε για ξένο ο περιπτεράς θα μπορούσαν να με περάσουν και οι λιμενικοί και να με φέρουν κι εμένα για πίτσες, με τη μελαχροινή κατά προτίμηση. Αλλά με το που θυμήθηκα τον περιπτερά κάτι χάλασε μέσα μου και με έπιασε ένας επίμονος τσιγαρόβηχας, κι ύστερα σκέφτηκα για πολλοστή φορά ότι μάλλον ήταν πια καιρός να το κόψω.

11/3/10

Σκουίκ, σκουίκ...


Η κοπέλα, φίλη και συνάδελφος, μου ζήτησε ως χάρη τη συνοδέψω οδικώς μέχρι το συνεργείο όπου θα άφηνε το αυτοκίνητό της για να το δουν και από κει να την πετάξω μέχρι τη δουλειά με το δικό μου. Της χρωστάω χάριτες πολλές, έτσι κι αλλιώς, οπότε με χαρά πήγα μαζί της. Το συνεργείο της βρίσκεται στο δρόμο που πάει για το Γάζι, λίγο έξω από την πόλη του Ηρακλείου. Δεν ήμουν σίγουρος πού έπρεπε να στρίψω κι έτσι μου πήρε λίγη ώρα μέχρι να το βρω. Όταν έφτασα, εκείνη ήταν ήδη έξω από το αμάξι και μιλούσε με κάποιον του συνεργείου.

- Δηλαδή τι ακριβώς κάνει;
- Έκανε ένα θόρυβο κάποια στιγμή, κάτι σαν περίεργο τρίξιμο, και από τότε έχει χαλάσει ο συναγερμός.
- Πώς έχει χαλάσει; Δεν ανοίγει; Δεν κλείνει;
- Κάνει έναν περίεργο ήχο. Να, ακούστε.


Η κοπέλα πάτησε ένα κουμπάκι στο τηλεκοντρόλ του συναγερμού. Το αμάξι κλείδωσε μεν, ακούστηκε όμως ένα ψόφιο μπιπ σαν παραπονεμένος βάτραχος. Σίγουρα όχι ό,τι περίμενες να ακούσεις από συναγερμό αυτοκινήτου.

- Για άνοιξέ το τώρα.

Η κοπέλα ξαναπάτησε το κουμπί και ακούστηκε ένα υπόκωφο "χριτς". Το αμάξι ξεκλείδωσε με ένα "πρρρρτ" που και πάλι δεν παρέπεμπε σε ήχο συναγερμού.

Ο τύπος κοιτούσε το αμάξι σκεφτικός. Άνοιξε το καπώ και έριξε μια προσεκτική ματιά στη μηχανή. Ύστερα φώναξε στο εσωτερικό του συνεργείου να του φέρουν μια πένσα.

- Τι πένσα; ρώτησε κάποιος από μέσα.
- Ό,τι να 'ναι, απάντησε ο τύπος, δεν έχει σημασία.

Συνέχισε να κοιτάζει σκεφτικός τη μηχανή μέχρι που η πένσα έφτασε στα χέρια του. Τότε γύρισε στην κοπέλα και ρώτησε:

- Πού το παρκάρεις;
- Στην αυλή,
απάντησε η κοπέλα απορημένη.
- Δε μένεις στο κέντρο, ε; Έχει χωράφια γύρω γύρω;
- Πράγματι, είπε η κοπέλα. Πού το ξέρεις;

Αντί άλλης απάντησης, ο τύπος άπλωσε το χέρι προς τη μηχανή και έβγαλε, κρατώντας τον με την πένσα, έναν μουμιοποιημένο αλλά ευμεγέθη αρουραίο. Η κοπέλα κοκκίνησε ανεπαίσθητα, οι υπόλοιποι γελάσαμε μάλλον.

- Τους αρέσουν τα καλώδια, είπε ο τύπος. Ξέρεις, έξω κάνουν έρευνα για το πώς δεν θα έχουν ωραία γεύση τα καλώδια ώστε να μην τα τρώνε. Αυτές είναι έρευνες...

"... κι όχι αυτές που κάνουμε εδώ" σκέφτηκα, αλλά δεν το είπα. Η κοπέλα πάτησε ξανά το κουμπάκι, και ο γνώριμος, συνηθισμένος ήχος του συναγερμού αντήχησε στους αιθέρες. Δυο-τρεις περαστικοί έστριψαν φευγαλέα τα κεφάλι, κι ύστερα το κουμπί πατήθηκε πάλι κι έμειναν μόνο οι γνώριμοι θόρυβοι της πόλης.


Σ.Σ. Αν και η ιστορία είναι λίγο μπαγιάτικη πλέον, μου τη θύμισε το διήγημα του Γιώργου Σκαμπαρδώνη "Το ποντίκι συνοδηγός" από τη συλλογή "Μεταξύ σφύρας και Αλιάκμονος", Ελληνικά Γράμματα, 2009.

7/3/10

Εκειά που θέλω δε μπορώ



Αν και ζω στην Κρήτη τα τελευταία χρόνια, δεν αισθάνθηκα ποτέ την ανάγκη να ενσωματωθώ "πολιτισμικά" στην περιρρέουσα ατμόσφαιρα - μεγάλο παιδί είμαι πια, με επαρκή συγκρότηση μέσες-άκρες ώστε να μη με πιάνει κανένα ιδιαίτερο δέος. Ως "ξενομπάτης" με έναν ορισμένο αυτοσεβασμό, κρατάω μια ικανή απόσταση από τα παραφερνάλια του τοπικού "φολκλόρ", κι έτσι όπως είναι μάλλον δύσκολο να με δείτε ποτέ με μαύρα πουκάμισα και στιβάλια (θα ήταν αστείο...) είναι παρομοίως δύσκολο να με ακούσετε να μιμούμαι την τοπική προφορά, να λέω "κατέχω" αντί για το ικαριακό "νιώθω" (και τα δύο σημαίνουν "ξέρω" κατά μία έννοια), να χορεύω μαλεβυζιώτη και να απαγγέλλω μαντινάδες.

Από την άλλη μεριά, οι μαντινάδες ("ρίβες" στην Ικαρία, λιανοτράγουδα αλλού) και γενικότερα η λαϊκή ποίηση είναι μια γλώσσα που συχνά ξεφεύγει από το επιχώριο και ενίοτε εκφράζει πράγματα μεγάλου βάθους, χρησιμοποιώντας λίγες μόνο "απλές" κουβέντες, που με δυο στιχάκια τα λένε όλα, χωρίς να χρειάζεται να γράψει κανείς δυο σεντόνια αναλύσεων.

Τον τελευταίο καιρό κουβεντιάζω αρκετά με ένα φίλο που τον απασχολούν διάφορα πράγματα και μου δίνει αφορμές να γράψω κείμενα επί κειμένων, αλλά ίσως δε χρειάζεται και τόσο. Τυχαία ακούσαμε προχτές ένα τραγούδι του Ψαραντώνη (του οποίου δεν είμαι θαυμαστής - ούτε ο φίλος μου), το οποίο "κάλυψε" απόλυτα το μεγαλύτερο μέρος της κουβέντας μας. Οι στίχοι είναι του συχωρεμένου Γιώργη Σταυρακάκη (Μιχαλόμπας) και η μουσική του Βασίλη Ξυλούρη (Ντουντούλιος).


Εκειά που θέλω δε μπορώ κι όπου δε θέλω φτάνω
ό,τι μισώ το συναντώ, ό,τι αγαπώ το χάνω.

Άμα πονείς όπου κι αν πας ο πόνος είναι πόνος
κι άμα σε δέρνει η μοναξιά σε χίλιους νοιώθεις μόνος



Κάπως έτσι.

4/3/10

Σ' αγαπάω, μ' ακούς;


Οι νεώτεροι προφανώς δεν θα το θυμούνται, αλλά οι πιο παλιοί ίσως έχουν ακούσει ένα "ανέκδοτο" που έκανε στράκες στις αρχές της δεκαετίας του 1980:

- Ποια είναι η πιο κουφή γκόμενα;
- Του Σαλαμπάση.


Ο λόγος είχε να κάνει με την τεράστια επιτυχία του άσματος "Σ' αγαπάω, μ' ακούς;" που τραγουδούσε ο συμπαθής λαϊκός βάρδος με το κάπως νυσταλέο βλέμμα, Γιώργος Σαλαμπάσης, ο δίσκος του οποίου με τίτλο "Παράπονο" έκανε εκπληκτικές πωλήσεις εκείνη τη χρονιά (γύρω στο 1982 πρέπει να ήταν). Το σουξέ, σε μουσική Νίκου Μπαξεβάνη και στίχους Θόδωρου Άγγελου, βρισκόταν στα χείλη όλων, και το σλόγκαν του τίτλου φιγουράριζε σε μπλουζάκια, τοίχους (ειδικά απέναντι από παράθυρα σκοτεινών αντικειμένων του πόθου), αφίσες και πειρατικά ραδιόφωνα (το κρατικό δεν έπαιζε μπουζούκια, παρά μόνο η ΥΕΝΕΔ που είχε παραχωρήσει κάμποσες ώρες πρόγραμμα σε εταιρίες δίσκων, ακόμα και σε αυτές που έβγαζαν κασέτες περιξ της Ομόνοιας). Η φράση-κλειδί επαναλαμβανόταν αενάως σε κουβέντες της παρέας και θεατρικές επιθεωρήσεις, με μικροπαραλλαγές ίσως αλλά πάντα με ένα "μ' ακούς;" στο τέλος, και η άγνωστη πλην ατυχής γκόμενα του τραγουδιστή πλήρωνε ορισμένα από τα σπασμένα σε αστεία σαν το παραπάνω.

Όλη η Ελλάδα έλεγε "Σ' αγαπάω, μ' ακούς;" - ακόμα και ημείς οι wannabe κουλτουριάρηδες (εγώ ήμουνα 14-15 χρονών τότε, αλλά τις αποφάσεις μου τις είχα πάρει) αν και σνομπάραμε φυσικά το "σκυλοτράγουδο" και σαρκάζαμε ανεκδοτολογικώς τους υποτίθεται γελοίους στίχους του ρεφραίν (σ' αγαπάω, μ' ακούς; σ' αγαπάω, μ' ακούς; σ' αγαπάω σου λέω / είμαι μόνος, μ' ακούς; είμαι μόνος, μ' ακούς; σ' έχω ανάγκη, πεθαίνω). Ορισμένοι μεγαλόσχημοι της κουλτούρας (μεταξύ των οποίων και αρκετοί σοβαροί άνθρωποι) δήλωναν τη βδελυγμία τους για το έκτρωμα που δηλητηριάζει το αισθητήριο του λαού (για κάποιο λόγο ο λαός ήταν οιονεί αλάθητος, οπότε όταν βγαίνανε σουξέ σαν το προαναφερθέν ή σαν το "Παντρεμένοι κι οι δυο" λίγο νωρίτερα, όφειλε να υπάρχει κάποια συνομωσία από πίσω). Ιδιαίτερη μήνιν ξεσήκωναν οι στίχοι, η απλοϊκότητα των οποίων (κατά την κρίση των ταγών της κουλτούρας) έβγαζε μάτι.

Ετέθη όμως το ερώτημα, αφού ήταν τόσο χάλια το άσμα, πώς γίνεται ο σοφός, κατά τα λοιπά, λαός να το επιβραβεύει με τόσο τρελές πωλήσεις. Το ερώτημα διερεύνησε, ενθυμούμαι, ένα ντοκυμανταίρ της τηλεοπτικής εκπομπής "Παρασκήνιο" (δεν θυμάμαι αν ήταν σε σκηνοθεσία Λάκη Παπαστάθη εκείνη την εποχή, ή κάποιου άλλου από την ομάδα CINETIC που είχε την παραγωγή). Παρακολούθησα την εκπομπή με τεράστιο ενδιαφέρον, καθώς υπέθετα ότι θα ήταν η συντριπτική απάντηση των καθ' ημάς κουλτουριάρηδων στο βδελυρό αίσχος.

Αναμφίβολα, στο ντοκυμανταίρ βασίλευε η ψυχραιμία: λογοτέχνες, μουσικοί, στιχουργοί και σκυλάδες, λαϊκοί τύποι και καθηγητές πανεπιστημίου έλεγαν την άποψή τους on camera με χαμηλή φωνή και συγκροτημένα επιχειρήματα. Το θέμα αναλύθηκε σε βάθος και πλάτος, ζυγίστηκε, ιδώθηκε σφαιρικά, εξετέθησαν οι ιδεολογικές παράμετροι (όπως απαιτούσε η εποχή) και προς το τέλος της εκπομπής, λίγο πριν εμφανιστεί ο αοιδός επί σκηνής στο μαγαζί που υπηρετούσε την τέχνη του (επί της Λεωφόρου Συγγρού, αν θυμάμαι καλά) για να χαρίσει στην εκπομπή ένα live σπάνιας ομορφιάς, βγήκε ένας εκ των καθηγητών πανεπιστημίου και έβαλε τα πράγματα στη θέση τους, διαβάζοντας μέσα από ένα λεπτό βιβλιαράκι:

Ποιος μιλεί στα νερά και ποιος κλαίει –ακούς;
Ποιος γυρεύει τον άλλο, ποιος φωνάζει –ακούς;
Είμ' εγώ που φωνάζω κι είμ' εγώ που κλαίω, μ' ακούς;
Σ' αγαπώ, σ' αγαπώ, μ' ακούς;


Ύστερα, κοιτάζοντας την κάμερα, συμπλήρωσε: "Οδυσσέας Ελύτης, Το μονόγραμμα. Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας 1979."

Θυμάμαι που σκέφτηκα ότι ίσως και να μην ήταν τόσο χάλια οι στίχοι, τελικά.


Σ.Σ.: Έχω εξηγήσει και στο παρελθόν ότι δεν είμαι καθόλου νοσταλγός της δεκαετίας του 1980, οπότε παρακαλώ να μην ερμηνευτεί η ανάρτηση υπό αυτό το πρίσμα. Το άσμα μπορείτε να δείτε σε τηλεοπτική πλέι-μπακ εκτέλεση στο σύνδεσμο http://www.youtube.com/watch?v=uf5xHphXIrA (δεν το ενσωμάτωσα στην ανάρτηση διότι στην πραγματικότητα δεν μου αρέσει ως τραγούδι, αλλά όποιος έχει την περιέργεια ας το δει εκεί). Ατυχώς δεν θυμάμαι και δεν αναζήτησα ιδιαίτερα άλλα στοιχεία για το ντοκυμανταίρ, πάντως η εκπομπή "Παρασκήνιο" που νομίζω υφίσταται ακόμα, είναι εξαιρετική απεικόνιση των πνευματικών πραγμάτων της χώρας. Δεν είμαι απόλυτα σίγουρος ποιο ήταν το απόσπασμα από τον Ελύτη που διάβασε ο καθηγητής, θυμάμαι όμως πολύ καλά ποιος είναι, αλλά δεν τον αναφέρω διότι η μεταγενέστερη πολιτεία του με έχει εξοργίσει τα μέγιστα και σιγά μην του κάνω και διαφήμιση.

Πάνε κοντά δέκα χρόνια που άκουσα το Σωκράτη Μάλαμα να τραγουδάει ή να απαγγέλλει επί σκηνής τους στίχους

Στον Παράδεισο έχω σημαδέψει ένα νησί
απαράλλαχτο εσύ κι ένα σπίτι στη θάλασσα
με κρεβάτι μεγάλο και πόρτα μικρή
Έχω ρίξει μες στ' άπατα μιαν ηχώ
να κοιτάζομαι κάθε πρωί που ξυπνώ,
να σε βλέπω μισή να περνάς στο νερό
και μισή να σε κλαίω μες στον Παράδεισο.


με τους οποίους τελειώνει το Μονόγραμμα. Ήμουν πολύ ερωτευμένος εκείνες τις μέρες: την επομένη πήγα και πήρα το ποίημα και το απήγγειλλα στην αγαπημένη μου, ευκαιρίας δοθείσης. Φυσικά ο Παράδεισος άδειασε γρήγορα και χάθηκε (το έχουν αυτό οι παράδεισοι...) και από τότε τις όποιες ερωτικές εξομολογήσεις μου τις κάνω με τα δικά μου λόγια, καλού κακού.

Το νησί υπάρχει ακόμα, κάπου στον κόσμο.

1/3/10

Εις το βουνό ψηλά εκεί

Το φεγγάρι πάνω από τα καταφύγιο Ασκύφου, λίγο πριν νυχτώσει στο κέντρο του κόσμου.

Η τρέλα δεν πάει στα βουνά, λέει η παροιμία, και με αφήνει με την απορία τι να εννοεί άραγε. Εμείς οι ιστιοπλόοι πάντως και στα βουνά πάμε άμα λάχει, τώρα που τα σκάφη είναι τραβηγμένα στα καρνάγια και οι ιστιοπλοϊκές δραστηριότητες περιορίζονται στο διαδίκτυο μάλλον παρά στην πραγματική ζωή. Τα μέλη του σκληρού πυρήνα της Συντρίμ τημ, ο μαλακός μανδύας που τα περιβάλλει (δηλαδή εγώ) καθώς και κάποιοι φίλοι, αφήσαμε για την ώρα τη θάλασσα και τη μαγευτική διαδρομή Ηράκλειο-Δία και τανάπαλιν προς αναζήτηση της περιπέτειας στο αφιλόξενο έδαφος των Λευκών Ορέων, και συγκεκριμένα του οροπεδίου Ασκύφου. Αφιλόξενο για τους Ηρακλειώτες της παρέας, εννοείται, καθώς η περιοχή ανήκει στο νομό Χανίων - εμείς οι ξενομπάτες ουδεμία σκασίλα έχουμε.

Το ραντεβού ήταν Σάββατο πρωί στο Αμουδάρι - φυσικά τα ικαριακά γονίδια του γράφοντος εύκολα μετέτρεψαν το πρωί σε απομεσήμερο οπότε το ραντεβού μετετέθη για το καταφύγιο που βρίσκεται σε υψόμετρο 1200 μέτρα. Για να μην υπάρχει παρεξήγηση, εννοείται ότι η ανάβαση έγινε σε 4x4 με οδηγό, οπότε από την ευχάριστη θέση του συνοδηγού είχα την ευκαιρία να σέρνω τα εξ' αμάξης (κυριολεκτικά) με αφορμή διάφορα αρχιτεκτονήματα ή συμπεριφορές που συναντούσαμε δρόμο-δρόμο. Ατυχώς κάποτε η απόλαυση τελείωσε όταν φτάσαμε στο καταφύγιο και συναντήσαμε τους καμιά τριανταριά και βάλε νομάτους που γέμιζαν τα δωμάτια και το χώρο εστίασης, με τα ωραία μπουφάν και τα ωραιότερα φλις τους. Θα ταίριαζαν πολύ καλύτερα με ασορτί αρβυλάκια, αλλά ο κανονισμός προέβλεπε ότι τα άρβυλα βγαίνουν στον προθάλαμο και αντικαθίστανται από λαστιχένια σαγιονάρα σαν αυτές που δίνουνε στο στρατό, πράγμα που αφαιρεί ένα μέρος της κομψότητας που προσδίδει η ορειβατική εξάρτυση, αλλά είναι αναμφίβολα πολύ πρακτικότερο.

Για την περίσταση είχα βάλει κι εγώ το φλισάκι μου, επιτέλους για τη χρήση που προορίζεται κανονικά και όχι για μούρη στο γραφείο. Τα υπόλοιπα συμπράγκαλα που κουβάλαγα ήταν μάλλον ιστιοπλοϊκού ενδιαφέροντος, καθώς το υποτίθεται hiking πατούμενο ήταν λίγο μόλις καλύτερο από ένα κοινό αθλητικό παπούτσι, το αντιανεμικό, ο σκούφος και το κασκώλ ήταν εμφανώς για βαπορίσια χρήση, και το τζηνάκι απλό τζηνάκι. Ο καιρός ήταν μαζί μου βέβαια, καθώς είχε ήλιο άφθονο, μηδέν χιόνι γύρω γύρω, ελάχιστο ακόμα και στις βουνοκορφές που μας περιτριγύριζαν στο μικρό οροπέδιο της Ταύρης. Άλλοι, πιο προχωρημένοι, γκρίνιαζαν - θα προτιμούσαν κανέναν καραχιονιά, μάλλον. Αλλά οι περισσότεροι φαινόντουσαν ευχαριστημένοι, και κρίνοντας από το ότι ήξερα τους μισούς περίπου υπό ιστιοπλοϊκή ιδιότητα, δεν ανησύχησα για το ενδεχόμενο να μείνω χωρίς παρέα το πρωί της επομένης που οι ορειβάτες θα σηκωνόντουσαν χαράματα να κατακτήσουν τις κορφές.

Οφείλω να ξεκαθαρίσω στους αναγνώστες τους ιστολογίου ότι δεν είμαι καθόλου άνθρωπος των κάμπων: λατρεύω τα βουνά - ειδικά να κάθομαι στην παραλία και να τα κοιτάω από μακριά. Όταν αρχίζει η ανηφόρα όμως, αρχίζω να θυμάμαι ότι (για να το πω αποφατικά) ΔΕΝ είμαι ακριβώς νέος, λεπτός και γυμνασμένος, χώρια το άσθμα. Επειδή όμως τα τελευταία δυο-τρία χρόνια έχω αρχίσει και κάνω πράγματα που τα προηγούμενα τριανταεννιά είτε ανέβαλλα διαρκώς είτε δεν είχα διανοηθεί ότι θα μπορούσαν να με αφορούν, κάποια στιγμή θα έφτανε και η ώρα της ανάβασης. Φυσικά ο καθένας έχει κάποια όρια - τα δικά μου σίγουρα δεν φτάνουν πολύ ψηλότερα από τα 1200 μέτρα. Όμως κάπου βρίσκονται, και είπα να σπεύσω να τα συναντήσω.

Η συνάντηση ήταν λίγο απότομη. Μετά από μια νύχτα με φαγητό, πολύ κρασί και τραγούδι, καθώς και μια απόπειρα εκμάθησης Χανιώτη (χορός είναι αυτό) σε ανεπίδεκτους Καριώτες (ευχαριστώ, κορίτσια), οι ορειβάτες ξύπνησαν χαράματα κι έφυγαν για ψηλά. Τα συντρίμμια της νύχτας και άλλοι θαλασσινοί ξεμείναμε στα πέριξ του καταφυγίου, με αργό και τελετουργικό ξύπνημα, λουκούλλειο πρωινό, καφέ και τσιγάρο χωρίς την αστυνόμευση του οδηγού από τον ΕΟΣ Χανίων που ήταν ο άρχων του χώρου. Με κάποια έκπληξη είδα ότι "ορειβάτες" ήταν μετά βίας οι μισοί, κι από τους άλλους μισούς εγώ ήμουν ο πιο πρωινός. Κάποτε όμως και οι άλλοι μισοί αποφασίσαμε να πάμε κάπου, αρχικά προς το οροπέδιο Νιάτου και μετά στο μονοπάτι Ε4 που οδηγεί εν τέλει στη Χώρα Σφακίων. Ο σκληρός πυρήνας και οι φίλοι τους επέλεξαν αυτή τη διαδρομή, με σκοπό να κάνουν περίπου τη μισή απόσταση, γύρω στις διόμιση ώρες (κι άλλο τόσο πίσω). Ο μαλακός μανδύας δυστυχώς σφήνωσε στο σαραντάλεπτο σε μια κατηφορική χαράδρα, και αναλογιζόμενος ότι στην επιστροφή θα ήταν ανήφορος είδε τα όριά του να πλησιάζουν απειλητικά, και πριν συναντηθούν βίαια είχε ήδη κάνει μεταβολή για την επιστροφή.

Ο σοφός Νέτος το είχε προβλέψει από την παραμονή, λέγοντας ότι η "Συντριμιών ανάβαση" θα εξελισσόταν εν τέλει σε "Κάθοδο των κακο-μοιρίων" (και στο τέλος θα φωνάζουμε "θάλαττα-θάλαττα"). Με συνόδεψε μέχρι το καταφύγιο, παρηγορώντας με ενόψει του ψησίματος πανσέτας που θα ακολουθούσε. Η Μανταλένα ήρθε μαζί μας - ξεπέρασα την επαπειλούμενη κρίση άσθματος συζητώντας με τους φίλους μου για το αν είναι προτιμότερο να γίνεσαι πρώτα φίλος και ύστερα εραστής κάποιου ή το αντίστροφο (στην περίπτωση που τα κάνεις και τα δύο διαδοχικά), ένα θέμα ύψιστου ορειβατικού ενδιαφέροντος. Κουβέντα στην κουβέντα η ανάσα μου επέστρεψε, και μετά από λίγο επέστρεψαν και οι κατακτητές της κορυφής. Τσιμπήσαμε και ήπιαμε, σβήσαμε το ακοίμητο τζάκι, μαζέψαμε και σκουπίσαμε μέχρι να επιστρέψουν τα υπόλοιπα συντρίμμια. Όταν έφτασαν ρωτήσαμε μέχρι πού πήγαν.

- Μέχρι να δούμε τη θάλασσα, είπε η Κάντυ, και η προφητεία του Νέτου εκπληρώθηκε.

Φορτώσαμε τα αμάξια και αποχωρήσαμε σε φάλαγγα, εμείς μπροστά και η Μαρίστρα πίσω. Στο Αμουδάρι χωριστήκαμε, ο σκληρός πυρήνας έμεινε για ρακές κι εμείς πήραμε το δρόμο για τη Χώρα Σφακίων, περάσαμε το φαράγγι της Ίμπρου και χαζέψαμε τη Γαύδο από απέναντι. Ύστερα, όσο ήταν ακόμα μέρα περάσαμε από το Φραγκοκάστελλο, αλλά είναι νωρίς ακόμα για Δροσουλίτες. Φτάσαμε στο Ροδάκινο και είδαμε τα βράχια που κοκκίνιζαν από τον ήλιο. Λίγο πριν σουρουπώσει περάσαμε το φαράγγι Κοτσυφού (τα φαράγγια που περνάς εποχούμενος είναι πολύ ευχάριστα) κι ύστερα βγήκε ένα τεράστιο, πανέμορφο φεγγάρι που μας πήγε μέχρι το Ηράκλειο και μας άφησε απαλά στην πόρτα.

Πριν κοιμηθώ, θυμήθηκα μια ιστορία που είχα διαβάσει παλιά, για ένα γέρο Σφακιανό που έλεγε:

"Όλος ο κόσμος, είναι η Ευρώπη,
κι όλη η Ευρώπη είναι η Ελλάδα,
κι όλη η Ελλάδα είναι η Κρήτη,
κι όλη η Κρήτη είν' τα Σφακιά,
κι όλα τα Σφακιά είν' τ' Ασκύφου,
κι όλο το Ασκύφου είμαι εγώ".

Δεν συμφωνώ βέβαια, κι άλλα έξι-εφτά δισεκατομμύρια κόσμος επίσης, φαντάζομαι. Αλλά όπως έγραψα σε κάτι (αληθινούς) ορειβάτες φίλους μου από το καταφύγιο, "πλάκα έχει". Όσο έχει πλάκα και μια παρέα ιστιοπλόων σε ένα ορειβατικό καταφύγιο, κι ένας ξενομπάτης που τους ακούει μαζί με τις παγωμένες ριπές του αέρα, ρίχνοντας και μια κλεφτή ματιά στις μισοχιονισμένες πλαγιές που λάμπουν ήρεμα στο φως της πανσελήνου.


Δεν είναι το φως της πανσελήνου, αλλά είναι το λίγο χιόνι δίπλα στην κορυφογραμμή σε μια φωτογραφία που τράβηξε η Ε., (μια πραγματική ορειβάτισσα - "σκυλί", κατά τον οδηγό του ΕΟΣ Χανίων που ηγείτο της ανάβασης) όση ώρα τα συντρίμμια κάπνιζαν δίπλα στο τζάκι.

Σ.Σ.: Την ιστορία με το γέρο-Κρητικό που είναι το κέντρο του κόσμου, την πρωτοδιάβασα σε ένα βιβλίο ενός κυρίου Τ. Καλονάρου που λέγόταν "Η ευτυχία του να είσαι Έλληνας" και αντέγραφε ή παρωδούσε το βιβλίο του (γνωστού) Νίκου Δήμου "Η δυστυχία του να είσαι Έλληνας" κάπου στα τέλη της δεκαετίας του 1970. Κανένα από τα δύο βιβλία δεν είναι του γούστου μου. Στην Κρήτη η ιστορία αυτή είναι νομίζω γενικά γνωστή, με διάφορες παραλλαγές κατά τόπους.