ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

Μια ρεβυθιά στο Ηράκλειο - Λέιντεν - Λισσαβώνα - Αθήνα - πάλι Ηράκλειο


29/10/10

Εγώ με την αξία μου

Εικόνα μάχιμου οπλίτη χωρίς ακαδημαϊκές φιλοδοξίες, από τον Αστειάτορα.

Ήμουνα ίσαμε 16 μήνες φαντάρος ήδη, είχα περάσει το τρίμηνο στο Κέντρο Εκπαίδευσης και ένα αξέχαστο επτάμηνο στην παραμεθόριο κάπου στο Βόρειο Έβρο, και έχοντας πάρει μια απρόσμενα καλή "τελική" μετάθεση στα περίχωρα της Αθήνας, περνούσα τις μέρες μου κατά κύριο λόγο σκουπίζοντας, σφουγγαρίζοντας και πλένοντας πιάτα στο αναρρωτήριο, καθώς και κάνοντας αποψίλωση (ή κατά τη στρατιωτική αργκό "αποξήλωση") σε κάτι μαραμένα αγρωστώδη στα χωράφια που όριζαν το στρατόπεδο, μετρώντας ανάποδα τις μέρες μέχρι να πάρω την άδεια που ο Διοικητής μου είχε υποσχεθεί ότι θα ήταν "απολύσεως". Αλλά οι μέρες δεν πέρναγαν και πολύ εύκολα και για να μην ακούει διαρκώς τη γκρίνια μου ο γιατρός με έστελνε πότε πότε (αφού πλύνω τα πρωινά πιάτα) με παραπεμπτικό στο 401 για εξετάσεις, υπό την αυστηρή προϋπόθεση ότι εκεί θα με έβρισκαν υγιή και θα επέστρεφα το μεσημέρι για τα υπόλοιπα πιάτα και το σφουγγάρισμα.

Έτσι είχα την ευκαιρία να μετρήσω τη μυωπία μου (άφθονη ως συνήθως), να παραπονεθώ για ένα βουητό στο δεξί αυτί (το οποίο ειρήσθω εν παρόδω είναι κουφό, πράγμα που μου προσπόρισε από την αρχή της θητείας μου το πολυπόθητο Ι4, χάρη στο οποίο ήμουν μεν "ντακότα", δηλαδή δεν πήρα όπλο, πλην όμως πήρα σφουγγαρίστρα επ' ώμου για όλο το δεκαοκτάμηνο), και τέλος να ανακαλύψω ότι έχω άσθμα (και με τη βούλα) και όχι ένα απλό αλλεργικό βηχαλάκι. Η τελευταία ανακάλυψη όμως δεν ήταν εντελώς χωρίς συνέπειες - ο πνευμονολόγος ήταν κατηγορηματικός. "Δεν πρέπει να πηγαίνεις αγγαρεία μαγειρεία, σκουπίδια, αποψίλωση κλπ." Του εξήγησα ότι πήγαινα ανελλιπώς επί δεκαεξάμηνο, αλλά δεν τον έπεισα. "Αποκλείεται" είπε. "Αφού έχεις άσθμα, θα πρέπει να βγεις Ι4 και να μην κάνεις τέτοια." Του επισήμανα ότι ήδη ήμουν Ι4 από άλλη αιτία. "Αδιάφορο" μου είπε: "ο κανονισμός λέει ότι πρέπει να περάσεις από επιτροπή απαλλαγών". Και συμπλήρωσε ότι ήμουν τυχερός διότι η επιτροπή θα συνεδρίαζε οσονούπω - θα έβαζε το φάκελλό μου μέσα, κι εγώ απλώς θα περίμενα να με φωνάξουν.

Μετά από δεκάξι μήνες είχα συνηθίσει τον παραλογισμό - πιο πολύ άλλωστε με προβλημάτιζε το άσθμα (μήπως να έκοβα το τσιγάρο; μπαααα... δύσκολο...) παρά οι διαδικασίες. Έκατσα και περίμενα - παραδόξως δεν άργησαν πολύ. Άκουσα το όνομά μου και προχώρησα στην αίθουσα που συνεδρίαζε η επιτροπή. Στο κέντρο καθόταν ένας υψηλόβαθμος του Υγειονομικού - διέκρινα ένα αστεράκι χρυσό δίπλα στα σπαθάκια. "Ταξίαρχος", σκέφτηκα. Οι διπλανοί είχαν μόνο κάτι χλωμά αστεράκια χωρίς άλλα λιλιά, υπολοχαγοί και λοχαγοί, πιτσιρικάδες. Χτύπησα μια ψευδοπροσοχή και αναφέρθηκα, βαθμό, Σώμα, επώνυμο, όνομα, ΕΣΣΟ. Ο Ταξίαρχος κοιτούσε τα χαρτιά του, δε μου έδωσε σημασία. Οι άλλοι κοιτούσαν τον Ταξίαρχο. Κανείς δε μιλούσε.

Κάποια στιγμή τα μάτια του με κοίταξαν πάνω από τα γυαλιά πρεσβυωπίας. Δε νομίζω ότι με είδε πάντως, διότι η ερώτησή του ήταν εντελώς εκτός τόπου και χρόνου:

- Γιατί παιδί μου δεν θέλεις να υπηρετήσεις; Γιατί θέλεις απαλλαγή;

Συγκράτησα το χαμογελάκι που πήγε να μου ξεφύγει και απάντησα σχετικώς σταθερά, αν και μάλλον χαμηλόφωνα:

- Δεν θέλω απαλλαγή κύριε Ταξίαρχε.
- Και τι κάνεις εδώ πέρα; Αναβολή θέλεις;
- Έχω άσθμα και με έστειλαν για το γιώτα... Βασικά ήδη υπηρετώ ξέρετε, δεκαέξι μήνες, σε δυό μήνες απολύομαι.

Φαίνεται ότι τα λόγια μου τον εντυπωσίασαν, διότι όχι μόνο με ξανακοίταξε, αλλά με είδε κιόλας αυτή τη φορά.

- Υπηρετείς;
- Μάλιστα.
- Και γιατί είσαι με πολιτικά; Πού είναι η στολή σου;


Είχε αγριέψει, δήθεν. Οι παρατρεχάμενοι με κοίταζαν με απορία, μα ΠΟΥ ήταν η στολή μου; Πήρα μια ανάσα προσπαθώντας να σκεφτώ την καλύτερη διατύπωση.

- Δεν μου έχει χορηγηθεί στολή εξόδου.
- Τι λες; Και πώς ορκίστηκες;
- Με χειμερινή. Τότε ήταν Μάρτιος και φορούσαμε χειμερινή. Τώρα είναι Ιούλιος και φοράμε θερινή. Αλλά δεν μου έχει χορηγηθεί θερινή.
- Ποτέ;
- Ποτέ. Κι επειδή δεν επιτρέπεται να κυκλοφορώ με τη στολή παραλλαγής εκτός στρατοπέδου, ήρθα με πολιτικά.


Δεν έλεγα ψέμματα, αλλά και στολή να είχα πάλι με πολιτικά θα ερχόμουνα - εννοείται.

- Αίσχος, είπε ο Ταξίαρχος. ΑΙΣΧΟΣ! Είναι κράτος αυτό; Είναι στρατός αυτός;

Άρχισε να οικτίρει το κράτος που σπαταλάει εκατομμύρια σε ένα σωρό αηδίες και τσιγκουνεύεται μια στολή να δώσει στους φαντάρους του. Συνέχισε μιλώντας για τα ελλείματα της Ολυμπιακής Αεροπορίας, τα χρέη των αστικών συγκοινωνιών και τη γενική κατάντια της Ψωροκώσταινας. Οι παρατρεχάμενοι κουνούσαν το κεφάλι καταφατικά ενόσω ο Ταξίαρχος περνούσε γενεές δεκατέσσερις τις εκάστοτε κυβερνήσεις και έλεγε κάθε τόσο "δίκιο δεν έχω;" - "Μάλιστα, κύριε Ταξίαρχε" απαντούσαν οι κινούμενες κεφαλές. Όταν τελείωσε ο δεκάρικος γύρισε και με ξανακοίταξε. Με έβλεπε καλύτερα όσο περνούσε η ώρα.

- Σιτεμένος φαίνεσαι. Πόσο χρονών είσαι;
- Τριάντα, κύριε Ταξίαρχε, τα στρογγύλεψα προς τα κάτω.
- Και πώς και άργησες να μας έρθεις; Σπούδαζες, σπούδαζες;

Διέκρινα μια ελαφρά ειρωνία στον τόνο της φωνής του.

- Σπούδαζα κύριε Ταξίαρχε, σπούδαζα.
- Και τελειωμό δεν είχαν οι σπουδές σου; Δέκα χρόνια έκανες να τελειώσεις;


Αυτή τη φορά άφησα το χαμογελάκι να σκάσει ανεμπόδιστο. Είχε όρεξη για κουβέντα.

- Όχι, κύριε Ταξίαρχε, έκανα και μεταπτυχιακά... (Παύση) ...και Διδακτορικό έκανα.

Ο Ταξίαρχος τραμπαλίστηκε ανάλαφρα ενώ οι κινούμενες κεφαλές έμειναν ακίνητες. Έκανε μια γκριμάτσα σα να έλεγε "πω, πω", δήθεν εντυπωσιασμένος.

- Τι λές βρε παιδί μου... Διδακτορικό... Και με τι θέμα;

Σκέφτηκα προς στιγμήν να του εκσφενδονίσω κατακούτελα τον πλήρη τίτλο της διατριβής μου, αλλά με την έμπνευση που είχε ο Καθηγητής μου την εποχή εκείνη ο τίτλος ήταν γύρω στη μισή σελίδα. Προτίμησα να του κάνω μια περίληψη - δυο λέξεις το πολύ. Λίγοι άντεχαν περισσότερες, άλλωστε.

- Μοριακή Βιολογία, κύριε Ταξίαρχε.

Το χαμογελάκι άνθιζε στο πρόσωπό μου. Ο Ταξίαρχος κούνησε το κεφάλι και μουρμούρισε "Μοριακή Βιολογία... Χμμ...". Διαισθανόμουν ότι για έναν γιατρό της παλιάς σχολής αυτές οι δυο λέξεις μπορεί να αντιπροσώπευαν κάτι μεταφυσικό, κάτι απροσδιόριστα επίφοβο. Γύρισε και με κοίταξε με ύφος απρόσμενα φιλικό, αλλά νομίζω ότι πάλι δε με έβλεπε. Ρώτησε με ήρεμη φωνή:

- Και σκέφτεσαι να κάνεις ακαδημαϊκή καριέρα;
- Το κατά δύναμιν, κύριε Ταξίαρχε.


Δεν σκεφτόμουν τίποτα πέρα από το απολυτήριο, αλλά αυτά δεν είναι πράγματα να συζητάς με Ταξιάρχους.

- Μάλιστα... Και δε μου λες, τι δουλειά κάνει ο πατέρας σου;
- Ο πατέρας μου;
- Ναι, ναι, ο πατέρας σου, τι δουλειά κάνει;
- Είναι συνταξιούχος, αλλά ήταν ναυτικός παλιά.


Γούρλωσε τα μάτια θεατρικά, δήθεν έκπληκτος. Άρχισε να φωνάζει.

- Ναυτικός; Και ΠΟΥ ΠΑΣ βρε κακομοίρη να κάνεις ακαδημαϊκή καριέρα με πατέρα ναυτικό ; Ενώ άμα ήσουνα ο γιος του τάδε ή του δείνα (είπε τα ονόματα δύο πασίγνωστων καθηγητών της Ιατρικής) θα άνοιγαν οι πόρτες, τώρα με πατέρα ναυτικό θα κάτσεις απέξω και θα χτυπάς στο βρόντο κακομοίρη μου.

Ύστερα γύρισε στις κινούμενες κεφαλές, που είχαν σπάσει κάθε ρεκόρ κινητικότητας όσο φώναζε. "Επίκουρος δεν έγινε ο γιος του Τάδε κατευθείαν; Σιγά μην πήγαινε Λέκτορας... Πρώτα Επίκουρος και μετά φαντάρος πήγε... Και ο Δείνα, κατευθείαν από πατέρα σε γιο δεν πήγε η έδρα; Και η κλινική; Και η πελατεία, βέβαια..." Οι κινούμενες κεφαλές κόντευαν να φτάσουν στο πάτωμα από το κούνημα και τα "Μάλιστα κύριε Ταξίαρχε". Αυτός έβαλε τα γέλια, αυτοί γέλασαν όλοι μαζί, για πολλή ώρα. Κάποια στιγμή κάτι θυμήθηκε και σταμάτησε να γελάει. Σταμάτησαν και οι άλλοι. Με κοίταξε με γυάλινο βλέμμα αυτή τη φορά. Σκέφτηκα ότι ως παλαίουρας και μάλιστα με διδακτορικό, ίσως μπορούσα να πω κι εγώ καμιά βλακεία να περνάει η ώρα. Κόλλησα το πιο αγαθιάρικο χαμόγελο που μπορούσα και είπα ήρεμα.

- Ο καθείς και τα όπλα του.

Έπεσε σιγή πάλι. Οι κινούμενες κεφαλές κοίταξαν τον Ταξίαρχο που κοιτούσε εμένα. Ήταν αστείο - δεν άντεξα και μου έφυγε ένα γελάκι. Το κατέπνιξα όμως και συνέχισα.

- Ξέρετε, εγώ με την αξία μου κι όχι με ξένες πλάτες...

Και δώστου το αγαθιάρικο χαμόγελο ξανά. Σκέφτηκα ότι άμα στράβωνε θα είχαμε τραβήγματα, αλλά προφανώς με θεώρησε εντελώς βλαμμένο: δεν του ξέφυγε απλώς γελάκι - ολόκληρο χάχανο εξωστρεφέστατο. Οι παρατρεχάμενοι ανακουφίστηκαν και γέλασαν κι αυτοί, λιγότερο εντυπωσιακά αυτή τη φορά. Γέλασα κι εγώ - είμασταν για πολλά γέλια. Κάποτε βαρέθηκε, μάζεψε το χαρτί που είχε μπροστά του και είπε:

- Γιώτα-τέσσερα, αν και κανονικά θα έπρεπε να σου δώσω απαλλαγή διότι είσαι για δέσιμο.

Συνέχισα να χασκογελάω - ωστόσο ήμουν μάλλον ο μόνος. Ψευτοεκνευρίστηκε.

- Φύγε μωρέ από δω... Γιωτάς με πατέρα ναυτικό... Και θα μου γίνεις και Καθηγητής Πανεπιστημίου... Φύγε, φύγε, ΦΥΓΕ! Κοίτα κάτι στρατιώτες χωρίς στολή... ΦΥΓΕ ΛΕΜΕ!

Κάποιος με τράβηξε και βρέθηκα έξω από την αίθουσα σκασμένος στα γέλια - ούτε να χτυπήσω προσοχή θυμήθηκα ούτε τίποτα. Ρώτησα τι θα γινότανε με το γιώτα, μου είπανε ότι τα χαρτιά θα πήγαιναν υπηρεσιακώς, πράγμα που σήμαινε ότι μπορεί να έκαναν και δυο μήνες. Έστριψα ένα τσιγάρο κι έκανα δυο τζούρες - τόσο περίπου άντεχα. Το πέταξα και πήρα ταξί για το στρατόπεδο. Πέρασα την πύλη πέντε λεπτά πριν αρχίσει το νούμερό μου - παρέλαβα τα κλειδιά του οπλοβαστού με τα πολιτικά και έβαλα την παραλλαγή κατά τη διάρκεια. Το βράδι ξαναπήγα στο αναρρωτήριο για τη λάντζα. Ο γιατρός με περίμενε να μιλήσουμε για σινεμά - ήταν η βραδινή μας διασκέδαση. Προηγουμένως με ρώτησε πώς πήγε η επίσκεψη.

- Μια χαρά. Έμαθα ότι έχω άσθμα και ότι δεν θα κάνω ακαδημαϊκή καριέρα.
- Το άσθμα πρόσεξέ το. Το άλλο δεν ακούγεται και πολύ σοβαρό. Έρχεσαι αύριο να δούμε τον "Εραστή της Κομμώτριας";
- Δεν προλαβαίνω, απολύομαι.

Πέρασαν δώδεκα χρόνια από τότε - σκέφτομαι ότι εν τέλει όντως δεν είναι πολύ σοβαρό.

Το άσθμα βέβαια το προσέχω, ούτε λόγος.


Σ.Σ. Για την ιστορία, έμαθα ότι η στολή εξόδου καταργήθηκε μαζί με το δίκωχο - σήμερα οι φαντάροι βγαίνουν πλέον νομίμως με παραλλαγή και μπερέ. Το ότι σπάει ο διάολος το ποδάρι του σχεδόν σε κάθε εθνική επέτειο και όλο και κάποια ιστορία από το στρατό μου τριβελίζει το μυαλό είναι γνωστό και παρατηρημένο στους προσεκτικούς αναγνώστες του μπλογκ. Αυτό που πιθανόν δεν είναι γνωστό είναι ότι τελευταία εμπλέκομαι σε διάφορες συζητήσεις για θέματα οργάνωσης της ανώτατης εκπαίδευσης - με αφορμή κυρίως πρόσφατες βαρύγδουπες εξαγγελίες μεταρρυθμίσεων που φοβούμαι ότι είναι περί όνου σκιάς. Από αυτή τη σκοπιά ίσως δεν είναι τυχαίο που θυμήθηκα την ιστορία του Ταξίαρχου. Σκέφτομαι ότι από την ώρα που οι σύλλογοι των πανεπιστημιακών εξέφρασαν αντιρρήσεις για πάμπολλες από τις σχεδιαζόμενες μεταρρυθμίσεις, ο αρμόδιος υφυπουργός θυμήθηκε να εγείρει το ζήτημα του νεποτισμού και των εκλεκτικών συγγενειών (κυριολεκτικά ενίοτε) μεταξύ πανεπιστημιακών, με την πρόθυμη (αν και ελαφρώς ανθρωποφαγική ενίοτε) συμπαράσταση ορισμένων Μέσων κατ' επίφασην ενημέρωσης.

Το ζήτημα είναι υπαρκτό βεβαίως, ειδικά σε ορισμένες νησίδες. Ευτυχώς πάντως που η Κυβέρνηση (η εκάστοτε) και το Κοινοβούλιο είναι θωρακισμένη απέναντι σε τέτοια φαινόμενα νεποτισμού και συγγενικών αλληλοεξυπηρετήσεων - ούτε μύγα στο σπαθί μας δε σηκώνουμε λοιπόν, κι αλοίμονο αν τυχόν νομίσει κανείς ότι σε περίπτωση που η πανεπιστημιακή κοινότητα στήριζε ομοθυμαδόν το επιλογές του Υπουργείου αντί να τις αντιστρατεύεται, ο ρέκτης Υφυπουργός θα δίσταζε τυχόν να στηλιτεύσει το φαινόμενο.

Αλλά τελικά δεν είναι πολύ σοβαρό - αρκεί να μη σε πιάνει βρογχόσπασμος.



Ο Στέλιος Καζαντζίδης ερμηνεύει το "Εγώ με την αξία μου", σε μουσική δική του και στίχους Χρ. Κολοκοτρώνη, όπου εξηγεί με ποιο τρόπο περάσαν απ' τα χέρια του λεφτά, γυναίκες μάτσα, κι αντιμετώπισε εχθρούς, φουρτούνες και στραπάτσα.

7 σχόλια:

Idom είπε...

Β. μου, στα πόσα χρόνια ξέχασες τον τίτλο τού διδακτορικού σου;
Μην μού πεις ότι τον θυμάσαι ακόμα;!

Σε ρωτώ για να συγκρίνω με έναν γνωστό μου...


Κατά τα άλλα, κοίτα να γίνεις γρήγορα καθηγητής πανεπιστημίου, ώστε να κάνεις με την αξία σου επίκουρο τον γιο σου!

Idom

ολα θα πανε καλα... είπε...

το έχω διαβάσει από τη μέρα που το ανήρτησες.Και πάντα χαίρομαι τον ωραίο τρόπο που αφηγείσαι και με τα αστεία περιστατικά...
Όσο για το άσμα,δεν το γνώριζα!

Ανώνυμος είπε...

Όχι και για παρηγοριά. Κάποτε στη θεσσαλονίκη η φίλη μου η Τασούλα τέλειωνε το διδακτορικό της στη Γεωπονική. Γεμάτο το δωμάτιο της εστίας από μανιτάρια, όχι κουμαρίτες και τέτοια αλλιώς θα ήταν θυματάκια μου, δε θ' άντεχα,κι όλοι εμείς την καμαρώναμε για την επιμονή της, ο πατέρας αγρότης από νησί, παρ΄όλα αυτά... Κι αφού τέλειωσε, στα τριάντα τόσα της, έφαγε ένα... φτύσιμο από όλους και η Πατρίς της έστειλε σε Τεχνικό στην επαρχία...Είδε κι από 'δε και έφυγε για Ολλανδία-σύμπτωση;- ένεκα που χε παντρευτεί μετανάστη που χε πάει για την υπηκοότητα. Οι Ολλανδοί αμέσως της έδωσαν θέση στο Πανεπιστήμιο μόλις είδαν το βιογραφικό κι έτσι έγινε κι αυτή μετανάστης με την ...αξία της βέβαια. Κι εμείς καλά κι αυτοί καλύτερα...
Δρ

Β. είπε...

@Idom: δεν τον ξέχασα - ξεχνιούνται αυτά; Βιοχημική και δομική μελέτη της πρωτεΐνης... Τι να σου λέω τώρα... ;-)

@Γωγώ: η εκπαίδευσή σου χρειάζεται συμπλήρωση... Προτείνω το "Αράπικα κορμιά" που έχει πολλά ΣΟΣ μέσα (...και Μπιρ Αλλάχ, και Μισιρλού, και Τζεμιλέ, και Μαντουμπάλα, και Ζιγκουάλα και Λεϊλά) και άμα περάσεις το τεστ πάμε για μεταπτυχιακά "Στις φάμπρικες της Γερμανίας και στου Βελγίου τις στοές".

Β. είπε...

@Δρ: μα όχι, δεν έχω απωθημένο με το καθηγητιλίκι, υπό άλλες συνθήκες και Τεχνικό στην επαρχία δεν πειράζει, αρκεί να μπορεί να είναι κανείς δημιουργικός...

Δε μου "χρωστάει" κανείς τίποτα για να θέλω να παρηγορηθώ, απλά επειδή γίνεται μια συζήτηση για το προς τα πού πρέπει να κινηθούν τα πράγματα στα ΑΕΙ, είπα να συμβάλλω κι εγώ στη "διαβούλευση" με ένα απλό παράδειγμα: όσο "σωστές" και να είναι οι διαπιστώσεις του Ταξίαρχου, χάνουν το νόημά τους όταν αναπαράγεται η νοοτροπία που υποτίθεται ότι καταγγέλλει: δεν θα τολμούσε καμμία κινούμενη κεφαλή να διαφωνήσει μαζί του (δεν "προβλέπεται" άλλωστε).

Ομοίως το να καταγγέλλει την οικογενειοκρατία ο (γιος και εγγονός πρωθυπουργών) πρωθυπουργός, είναι λίγο παθογενές, ε;

Ανώνυμος είπε...

Συμφωνώ απόλυτα. Δε θα φανταζόμουν ποτέ άλλωστε ότι έχεις ανάγκη από τίτλους ή παρηγόριες. Μια εξυπνάδα ήθελα να γράψω για την αναξιοκρατία που επικρατεί στην πατριδούλα μας την αγαπημένη. Εξάλλου η φίλη μου πέρασε υπέροχα εκείνο το χειμώνα στο Τεχνικό, εγώ είχα εκνευριστεί που ήθελα διακαώς να της αναγνωρίσουν τα ξενύχτια και τους κόπους.
Αλλά το "τζάκι" βλέπεις ήταν από την κάτω μεριά της αυλής μ΄ένα τσουκάλι απάνω όλο μαυρίλα κι έτσι δύσκολο κομμάτι να το αναγνωρίσει κάποιος από τους "σοβαρούς" μ΄ονοματεπώνυμο...
Δρ

ολα θα πανε καλα... είπε...

Β:
Συμφωνώ,δεν τα πολυκατέχω αυτά...
:)
Παρ όλα αυτά,και μια που ειπώθηκε η φάμπρικα,δεν μπορώ να μη θυμηθώ την ομώνυμη,μοναδικά ερμηνευμένη,από τον Λάκη Χαλκιά.
"Η φάμπρικα,η φάμπρικα δε σταματά/δουλεύει νύ,δουλεύει νύχτα-μέρα/...."