ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

Μια ρεβυθιά στο Ηράκλειο - Λέιντεν - Λισσαβώνα - Αθήνα - πάλι Ηράκλειο


16/9/10

Γιασεμί στο στόμα

Γιασεμί μετά τη βροχή, φωτογραφία κάποιου χρήστη με το ψευδώνυμο FLORA αλιευμένη από το διαδίκτυο.

Τον τύπο τον ξέρω χρόνια, από παιδί. Τότε έμεναν σε άλλη γειτονιά και για να κατέβει στο γιαλό τραβούσε από το σπίτι του προς την πάνω πλατεία και μετά κατηφόριζε το πλακόστρωτο. Μετά άλλαξαν σπίτι, πήγε προς τη μεριά του σχολείου, σε κάποιο από τα σπίτια πάνω από τον κεντρικό δρόμο. Τώρα για να κατέβει περνούσε από το μονοπάτι δίπλα στο σχολείο, αλλά αντί να προχωρήσει προς το εκκλησάκι του Αη-Νικόλα έστριβε σε κάτι σκαλάκια δεξιά, που έβγαζαν μέσα στα στενά στο ύψος του λιμανιού. Από εκεί ξεμπούκαρε στη βραδινή κίνηση, κρατώντας στο στόμα ένα λουλουδάκι που έκοβε από το γιασεμί στα σκαλάκια.

Φαντάζομαι ότι από πιτσιρικάς θα είχε διαπιστώσει (όπως κι εγώ και άλλα παιδάκια στον καιρό μου) ότι μπορούσε να ρουφήξει το νέκταρ από το λουλουδάκι και να μείνει στη γλώσσα του μια γλυκιά γεύση, κάπως φευγαλέα είναι αλήθεια, αλλά όμορφη. Φαντάζομαι επίσης ότι κάπως έτσι θα άπλωσε για πρώτη φορά ως ενήλικας (σχεδόν, στα τέλη της εφηβείας του ίσως) το χέρι στο συγκεκριμένο γιασεμί, σαν μια ανάμνηση εκείνης της παιδικής γεύσης, και προχώρησε μετά με το γιασεμί ακόμα στο στόμα ή στο χέρι και ανακατεύτηκε με το βραδινό πλήθος της πλατείας.

Κάπως έτσι θα βρέθηκε, χαιρετώντας γνωστούς στα καφενεία και τα ουζερί, με το γιασεμί στο χέρι, μπροστά σε κάποιο κορίτσι που θα του άρεσε, ή απλώς θα ήταν όμορφη, ή και τίποτα από τα δύο, απλά θα πρόσεξε εκείνη το γιασεμί και με τον τρόπο της θα τον έκανε να της το χαρίσει. Και κάπως έτσι θα βρέθηκε επί χρόνια μετά, να κατηφορίζει τα καλοκαιρινά βράδια κρατώντας πάντα ένα γιασεμί, που το χάριζε σε κάποιαν, όχι πάντα στην ίδια, ή καλύτερα σχεδόν ποτέ στην ίδια, εκτός ίσως αν υπήρχε κάποιος βαθύτερος, ιδιαίτερος λόγος - αλλά από όσο τον ξέρω αυτοί οι ιδιαίτεροι λόγοι ήταν σπάνιοι όλα αυτά τα χρόνια, ή δεν βρίσκονταν σε αυτό το χώρο.

Θυμάμαι πάντως εκείνη τη φορά που μια μεγαλούτσικη παρέα γυρνώντας από ένα ξενύχτι αργά τη νύχτα βρήκαν το ψυγείο του (κλειστού) περιπτέρου μπόσικο και καταχράστηκαν κάτι σοκολάτες και κάτι κοκακόλες με σκοπό να τις πληρώσουν βέβαια την επομένη - άλλο αν μετά η κατάσταση ξέφυγε λίγο και έγινε μια μεγάλη χλαπαταγή στο χωριό που έβγαλε βρώμα ότι η νεολαία ήταν ένα μάτσο χασικλήδων με κρίση υπογλυκαιμίας, και κοινά κλεφτρόνια, και έκανε κάτι γονείς και κηδεμόνες και υπερευέξαπτους μεγάλους αδελφούς να ρίχνουν κάτι παραδειγματικά χαστούκια και να βγάζουν εισιτήρια χωρίς επιστροφή στις απολωλώσες κορασίδες (τα αγοράκια μάλλον τη γλύτωσαν φτηνότερα) που ρεζίλεψαν την οικογένεια. Θυμάμαι την άλλη μέρα τον τύπο (που δεν είχε πάρει μέρος στο σκηνικό και ήταν ιδιαιτέρως αντίθετος στην ιδέα όταν η όλη φάση υπέπεσε στην αντίληψή του) να τρέχει προς το λιμάνι κρατώντας ένα γιασεμί στο χέρι, την ώρα που το πλοίο ετοιμαζόταν να δέσει, και να το προσφέρει στην χαστουκισμένη "εξόριστη" κόρη που έκλαιγε στην προβλήτα.

Τα χρόνια πέρασαν, σε δεκάδες. Τα τελευταία χρόνια ανεβαίνει μέχρι το σπίτι του με αμάξι και συχνά κατεβαίνει πάλι με αμάξι, καθώς τα βράδια κατά κανόνα η παρέα φεύγει από το χωριό και πάει αλλού που έχει πιο πολύ κόσμο ή κέφι. Τώρα δεν πολυπερνάει από το μονοπάτι και τα σκαλάκια, οπότε σπάνια πια τον βλέπεις με γιασεμί - δεν ξέρω αν έχει και πού να το δώσει άλλωστε καθώς οι ωραίες της γενιάς του τώρα σέρνουν από κάνα-δυο κουτσούβελα, κι αυτός έχει αισθητά βαρύνει, παρότι τα μαλλιά του είναι ακόμα στο χρώμα και στη θέση τους, μέσες άκρες. Και πάλι βέβαια πότε-πότε τον έχει πάρει το μάτι μου, να σκάει μύτη από τα στενά με το γιασεμάκι του να ψάχνει παραλήπτη, αλλά όλο και πιο σπάνια πια.

Φέτος τον πρόσεξα στο πανηγύρι - τα τελευταία χρόνια δεν πολυγίνεται πανηγύρι για διάφορους λόγους, φέτος λοιπόν που έγινε ήταν στ' αλήθεια παράξενα όμορφο. Κάτι που δεν είχε "άσχετο" κόσμο, κρούβαλους και τουρίστες, κάτι που ήταν ένα γλυκό βράδι του Αυγούστου, κάτι το καλό φαγητό και το κρασί, και πιο πολύ ακόμα που με κάποιο παράξενο τρόπο σαν να είμασταν όλοι εκεί, λίγο μεγαλύτεροι βέβαια, αλλά πάντως οι ίδιοι, όπως μας άφησες κάπου στα μέσα της δεκαετίας του '80 για να μας ξαναβρείς σήμερα παχύτερους, και κάπως κουρασμένους, και με κάποιες απώλειες οδυνηρές ενίοτε, αλλά πάλι εμείς δίπλα στο περίπτερο με το μπόσικο ψυγείο και τις σοκολάτες και τις κοκακόλες, να χορεύουμε σε έναν κυκλικό χορό, αναγνωρίζοντας μέσα στον κύκλο φάτσες που μπορεί να είχαμε να δούμε χρόνια και να έχουν αλλάξει κάμποσο, αλλά που ξέρουμε και ξέρουν ότι σ' αυτό τον κύκλο ανήκουν και ανήκαν πάντοτε, οπότε η παρουσία τους μας φαίνεται φυσική και μπορούμε να συνεχίσουμε την κουβέντα εκεί που την είχαμε αφήσει πριν δεκαεφτά ή εικοσιτέσσερα χρόνια (ξεπερνώντας την λιγάκι άβολη αίσθηση ότι εκείνο το κοριτσάκι στα δεκατέσσερα-δεκαπέντε που χορεύει δίπλα σου είναι κόρη του κολλητού σου), με ένα "τι έγινε;" σα να είχαμε μιλήσει μόλις το ίδιο απόγευμα.

Τον είδα λοιπόν την ώρα που χορεύαμε, να βγαίνει από το στενό με το γιασεμί στο χέρι, κι ύστερα να το φέρνει στα χείλη για να ρουφήξει το νέκταρ, και να ενώνεται μαζί μας στο χορό, δίπλα στην πάλαι ποτέ χαστουκισθείσα κόρη, και να χορεύει με το γιασεμί στο στόμα, κι όταν τελείωσε ο χορός κι αγκαλιαστήκαμε όλοι οι φίλοι, να περιφέρει το βλέμμα γύρω και να χαρίζει το γιασεμάκι (λίγο μασημένο είναι αλήθεια, αλλά ακόμα μύριζε ωραία) σε μια από τις κοπέλες, στην πιο αγαπημένη του ίσως, ή μάλλον καλύτερα (όπως το σκέφτομαι τώρα), σε εκείνη που χόρευε πιο όμορφα από όλες και όλους, μια λίγο μικρή και ασήμαντη επιβράβευση, ή ίσως όχι εντελώς ασήμαντη αλλά τρέχα γύρευε τώρα με τι κριτήριο χαρίζει τα γιασεμάκια του ο καθένας.

Το ξημέρωμα τον είδα να ανηφορίζει για λίγο το πλακόστρωτο παρέα με τη χορεύτρια και την απολωλώσα - χαιρέτησε τα κορίτσια που είχαν να βγάλουν όλο τον ανήφορο προς την παλιά γειτονιά κι έστριψε σε ένα παράδρομο που έβγαζε στον Αη-Νικόλα. Για κάποιο λόγο, χρόνια τώρα, από άλλο δρόμο κατέβαινε κι από άλλο, πιο σύντομο, ανέβαινε σπίτι του.

Λες και έστριβε κάθε βράδι στα σκαλάκια μόνο και μόνο για να κόψει ένα γιασεμί - κι ύστερα να το προσφέρει σε κάποιαν.

7 σχόλια:

ολα θα πανε καλα... είπε...

εγώ έχω να δηλώσω - χωρίς καμιά διάθεση αστειότητος ή διαφημίσεως - ότι το γαλάκτωμα γιασεμί(βόδυ λόσιον)του Κορρέ είναι ό,τι πιο κοντινό σε πραγματικό γιασεμί έχω μυρίσει και εφοδιάζομαι ανελλιπώς, από τότε που το μύρισα για πρώτη φορά.
Πάντως δεν ξέρεις ποτέ πότε και πού μπορεί να χαρίσεις ένα γιασεμί.Κι ας φαίνεται παρωχημένο.

Καλησπέρα!

Β. είπε...

Παρωχημένο; Από πού κι ως πού;

Έλα να σε μυρίσουμε καμμιά φορά κι εσένα, "το κλεισες" για τα καλά κι εσύ σαν τον άλλονε;

Γράψε ένα μυριστικό καλό...

αράπης είπε...

Αλλού τρώει
Αλλού πίνει
Αλλού πάει και το δίνει (το γιασεμάκι)

Β. είπε...

Είδες, αράπη μου, κάτι άνθρωποι;

"...αλλά τρέχα γύρευε τώρα με τι κριτήριο χαρίζει τα γιασεμάκια του ο καθένας."

Idom είπε...

Ταμάμ, έχω την αίσθηση ότι τμήματα τής ιστορίας με την παραβίαση τού ψυγείου έχω ξανακούσει ή ξαναδιαβάσει. Ίσως στο blog σου, ίσως από τους άλλους Καριώτες φίλους και γνωστούς μου. Άλλωστε αυτές οι ιστορίες με τον καιρό θρυλοποιούνται και μπαίνουν μέσα στο προφορική ιστορία τού κάθε τόπου.

Εδώ που τα λέμε δεν με ξετρέλλανε η ιδέα τού να μοιράζει ημιμασημένα / σαλιωμένα γιασεμολούλουδα ο ήρωας. Θα πρέπει να ήταν πολύ α γ α π η τ ό ς στην γυναικοπαρέα για να έχει τόση ανταπόκριση.

Αναρωτιέμαι αν είναι αυτοβιογραφική η ανάρτηση...

Idom

Β. είπε...

Λοιπόν, ομολογουμένως μια λιγότερο λεπτομερής εκδοχή αυτού του περιστατικού αναφέρεται στο βιβλίο του Γιάννη Παπαγιάννη "Η πικρή γεύση" - προφανώς δε μιλάει για τη γεύση της σοκολάτας. Άρα είναι πλέον γραπτή και όχι προφορική ιστορία.

Δε νομίζω ότι ο ήρωας τα προσφέρει σαλιωμένα - μάλλον η περίπτωση ήταν ειδική, και λίγο υπερέβαλλα ώστε να τον δείξω να χορεύει με ένα λουλούδι στο στόμα (στον καριώτικο δεν έχεις χέρι ελεύθερο).

Όσο για το αν είναι αυτοβιογραφική η ανάρτηση, θα ρωτήσω τον ήρωα όταν τον συναντήσω μήπως τυχόν έχει και μπλογκ, και θα σας ενημερώσω.

ολα θα πανε καλα... είπε...

@B.:

Ακόμα γελάω με το σχόλιο!Μα,πώς τα λέτε έτσι,σεις,οι Καριώτες,βρε...
:)