ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

Μια ρεβυθιά στο Ηράκλειο - Λέιντεν - Λισσαβώνα - Αθήνα - πάλι Ηράκλειο


8/7/10

Διαδηλωσίες

Πανεπιστημίου και Βουκουρεστίου, 8 Ιουλίου 2010, απομεσήμερο. Για λόγους ευσπλαχνίας παραλείπονται οι ήχοι των σειρήνων και των μηχανών (ναι, έχω και βιντεάκι).

Εκ πρώτης όψεως ήταν τρεις κοπέλες κι ένας νεαρός. Άμα παρατηρούσες όμως λίγο καλύτερα καταλάβαινες ότι η φράση θα τους ταίριαζε περισσότερο πριν καμμιά δεκαετία, καθώς η νεανική εμφάνιση δεν πολυέκρυβε τις πρώτες ρυτίδες και κάποια γκρίζα μαλλιά εδώ κι εκεί. Κατέβαιναν βιαστικοί το στενό στην Πλάκα, αλλά κοντοστάθηκαν έξω από ένα μαγαζί κοιτάζοντας το εμπόρευμα: δερμάτινα σανδάλια, τσάντες, τουριστικά. Ο μαγαζάτορας βγήκε στην πόρτα, «Περάστε», είπε. «Δεν προλαβαίνουμε τώρα, μετά», του απάντησαν, και συνέχισαν να κατηφορίζουν προς το κέντρο.

Το κέντρο ήταν κλειστό – η διαδήλωση είχε σταματήσει μπροστά στη Βουλή. Η παρέα των τεσσάρων διασπάστηκε στη Φιλελλήνων – οι δύο κοπέλες ακολούθησαν για λίγο τους διαδηλωτές του ΠΑΜΕ, οι άλλοι δύο διέσχισαν τον κόσμο και βγήκαν στην Αμαλίας. Ενώθηκαν με το κάπως αραιό πλήθος των υπολοίπων πίσω από τα πανώ. Έκανε ζέστη αποπνικτική – ο κόσμος φαινόταν μάλλον να βαριέται, ακόμα και οι αστυνομικοί με τα κράνη και τις μάσκες που είχαν παραταχθεί μπροστά στον Άγνωστο Στρατιώτη. Ο αρσενικός της παρέας έπιασε ψιλοκουβέντα με κάτι άλλους, προφανώς γνωστούς του, η κοπέλα εντόπισε τις άλλες δύο που ερχόντουσαν με το πάσο τους από τη μεριά του Κήπου. Προφανώς ο άλλος κλάδος της διαδήλωσης είχε σκορπίσει πλέον.

Ανάκατες κουβέντες από τα πηγαδάκια. Η έλλειψη μαζικότητας. Κούραση, ζέστη... Ναι, αλλά και η στάση εργασίας στα μέσα μεταφοράς... Το κίνημα... Διασκορπισμένοι... Αλλά την 5η Μάη... Αποστράτευση. Πολλή ζέστη. Η αδυναμία της Αριστεράς... Έχεις λίγο νερό; Τα Μέσα χειραγωγούν τους πολίτες... Οι τρεις νεκροί... Άκουσες τον Πάγκαλο; Άστα, άστα... Έχει κανείς Μααλόξ; Τι να κάνουμε; Όχι ο Λένιν, εμείς, τώρα τι να κάνουμε... Ένα βήμα μπρος, δυο βήματα πίσω... Ναι, καλά τώρα...

Τα πανώ ανασηκώθηκαν και το αραιό πλήθος άρχισε να κατηφορίζει την Πανεπιστημίου. Οι τρεις κοπέλες ακολούθησαν, ενώ ο πρώην νεαρός έμεινε να χαζεύει τους αστυνομικούς που έσερναν κράνη και ασπίδες προς τις κλούβες. Ένα σμήνος δίκυκλα εμφανίστηκε – όλοι με στολή και άσπρα κράνη. Μπήκε στην Πανεπιστημίου και σταμάτησε στο ύψος της Βουκουρεστίου, σα να περίμεναν το πράσινο στο φανάρι. Κάποια στιγμή άρχισαν να μαρσάρουν όλοι μαζί, ρίχνοντας απότομες γκαζιές αλλά χωρίς να κινούνται. Κάποιοι από τα πεζοδρόμια μουρμούραγαν, ένας παππούς φώναξε «Ξέρετε πόσο έχει πάει η βενζίνη;» αλλά μετά είπε μόνος του «Σάματις αυτοί την πληρώνουν;» και συνεχισε να βηματίζει. Οι εποχούμενοι έβαλαν μπροστά τις σειρήνες και κάτι γαλάζια φώτα που αναβόσβηναν. Ο πρώην νεαρός έβγαλε μια φωτογραφική μηχανή και άρχισε να τραβάει φωτογραφίες τους ένστολους δικυκλιστές στο φόντο των μαγαζιών με τα κατεβασμένα ρολά. Ύστερα βαρέθηκε κι αυτός και τράβηξε για τα Προπύλαια όπου η διαδήλωση διαλυόταν ησύχως.

Όχι εντελώς ησύχως. Στη Σίνα είδε ένα συγκεντρωμένο πλήθος δίπλα σε μια διμοιρία με μάσκες που παρακολουθούσε. Κάποιος κοίτονταν ανάσκελα. Ο πρώην νεαρός δεν πλησίασε, βρήκε όμως τις τρεις κοπέλες στο πεζοδρόμιο δίπλα στην είσοδο του Μετρό. Του είπαν ότι ο χτυπημένος είχε δεχτεί επίθεση από κάποιους αυτόνομους. Κουκουλοφόρους; Όχι, με ακάλυπτα πρόσωπα. Πιτσιρικάδες μάλλον. Ήταν, λέει, ασφαλίτης. Και οι μπάτσοι τι έκαναν; Τίποτα, κοίταζαν. Ακόμα να έρθει ασθενοφόρο. Τρέχει αίμα από το κεφάλι του. Ζει; Ελπίζω, το κίνημα δε μπορεί να χρεωθεί νεκρό, ακόμα και ασφαλίτη. Ποιο κίνημα τώρα; Το βασικό είναι να ζει. Αν είναι ασφαλίτης, καλά να πάθει, πετάγεται ένας μεσήλιξ τύπος που ακούει την κουβέντα. Όχι, δεν... Ανάκατες φωνές, επιχειρήματα στον αέρα, μέχρι που έρχεται το ασθενοφόρο και τον παίρνει. Ζει μάλλον, λένε.

Οι εναπομείναντες διαλύονται μετά από λίγο, η πομπή των δικυκλιστών με τα άσπρα κράνη κατηφορίζει την Πανεπιστημίου με τις σειρήνες να ουρλιάζουν και τους φάρους αναμένους. Μερικοί από τα πεζοδρόμια χειροκροτούν, ειρωνικά μάλλον. Δειλά δειλά κάποια ρολά ανοίγουν, από τη μισάνοιχτη πόρτα ενός εμπορικού κέντρου ξεμυτίζουν κάποιοι σεκιούριτι. Ένας πρεζάκιας ζητιανεύει στα σκαλιά. Κάνει πολλή ζέστη.

Στην Πλάκα ο μαγαζάτορας εντοπίζει την παρέα που ξανάρχεται. Είναι πλέον τρεις, η μία κοπέλα έχει φύγει. «Σας περίμενα», λέει. «Ετοιμάζεστε να κλείσετε;» ρωτάει η μία, αλλά από τα λόγια του καταλαβαίνει ότι περίμενε ακριβώς αυτούς διότι δεν είχε εμφανιστεί κανένας άλλος πελάτης. Τις προτρέπει να πάρουν ό,τι θέλουν, όσο θέλουν. Ο αρσενικός έχει μείνει απέξω και διαβάζει εφημερίδα, οι κοπέλες δοκιμάζουν διαφορα σανδαλάκια που ο μαγαζάτορας προσπαθεί να πουλήσει όλο και φτηνότερα. Στο τέλος παίρνουν τρία ζευγάρια, δέκα ευρώ το ένα.

Ο άνθρωπος μοιάζει ανακουφισμένος. Κάποια στιγμή τις αποκαλεί «αγωνίστριες». Κοιτάζουν η μία την άλλη για να καταλάβουν αν η ιδιότητα του διαδηλωτή είναι γραμμένη κάπου στο μέτωπό τους, τα ρούχα τους, τις τσάντες. Ο άνθρωπος εξηγεί ότι κανείς δεν κατεβαίνει στο κέντρο εν ώρα διαδήλωσης αν δεν είναι διαδηλωτής – ξέρει ότι τα μαγαζιά θα είναι κλειστά. Τους λέει ακόμα ότι είναι μαζί τους, αλλά να μην το πουν πουθενά. «Υποφέρει ο κόσμος», λέει, «αλλά δε μιλάει, δεν ξέρεις ποτέ τι γίνεται». Φεύγοντας οι κοπέλες συζητάνε ότι προφανώς οι μεγάλοι άνθρωποι έχουν ακόμα μνήμες μετεμφυλιακού κράτους, χούντας... Χαφιέδες και ρουφιάνοι.

Στη Διονυσίου Αρεοπαγίτου ένα πούλμαν ξεφορτώνει τουρίστες με προορισμό την Ακρόπολη. Κάποιοι πλανόδιοι παίζουν μουσική. Η παρέα προχωράει προς του Φιλοπάππου και το παρκαρισμένο αυτοκίνητο, κρατώντας τις τσαντες με τα σανδάλια. Μηχανάκια με δυάδες ένστολων περνάνε συνεχώς. Η μια κοπέλα ρωτάει τον πρώην νεαρό αν έχει τόση αστυνομία και στο Άμστερνταμ. Αυτός εξηγεί ότι δε μένει στο Άμστερνταμ, αλλά εν πάσει περιπτώσει δυο μήνες στην Ολλανδία έχει δει συνολικά μια αστυνομικίνα με βέσπα και δύο με άλογο – μάλλον διακριτική παρουσία εν τέλει. Ύστερα η κουβέντα έρχεται στο ασφαλιστικό σύστημα και το κοινωνικό κράτος, ή μάλλον στην έλλειψή τους.

Μπαίνουν στο αμάξι και φεύγουν. Σε δευτερόλεπτα ένα άλλο αυτοκίνητο έχει καταλάβει την κενή θέση. Από το λόφο φαίνεται στο βάθος η θάλασσα. Ο Βράχος αιωρείται για λίγο σα νησί σε εκείνη την άλλη θάλασσα του μπετόν κι ύστερα χάνεται από το καθρεφτάκι καθώς το αμάξι στρίβει προς τα νοτιοανατολικά. Η ζέστη πυκνώνει πάνω από την πυρωμένη άσφαλτο.

Κάπου στα στενά κάτω από την πλατεία Συντάγματος, ο πρεζάκιας εξακολουθεί να ζητιανεύει.


Σ.Σ. Για τυχόν αμύητους στα της Αριστεράς και του συνδικαλισμού, ΠΑΜΕ είναι το σχήμα που έχει στήσει το ΚΚΕ στη ΓΣΕΕ (ή μάλλον κάπως ανταγωνιστικά με αυτήν) και προτιμά να διαδηλώνει χωριστά από τους υπόλοιπους σε κάθε περίπτωση, στάση που εμένα μου θυμίζει την παροιμία "όλοι μαζί κι ο ψωριάρης χώρια" αλλά όπως όλοι ξέρουν το Κόμμα έχει πάντα δίκιο οπότε ποιοι είμαστε εμείς να τους πούμε τι να κάνουν. Με την ευκαιρία, το Τι να κάνουμε και το Ένα βήμα μπρος, δυο βήματα πίσω είναι μπροσούρες που είχε γράψει ο Λένιν κάπου στη δεκαετία του 1910 - δεν είμαι σίγουρος αν είναι πριν ή μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση.

Δεν ξέρω πώς ακριβώς ορισμένοι "αντιεξουσιαστές" ξεχωρίζουν τους ασφαλίτες μέσα στο πλήθος - διάβασα σε κάποια μπλογκ ότι ο άνθρωπος που είχε την ατυχία να "αναγνωριστεί" ως τέτοιος στην πραγματικότητα ήταν διαδηλωτής, εργαζόμενος στον Οργανισμό Εργατικής Κατοικίας. Ελπίζω να είναι καλά ο άνθρωπος, κι ας είναι όποιος θέλει, αυτό έλειπε τώρα. Κάποτε το λυντσάρισμα ήταν προνόμιο της Κου-Κλουξ-Κλαν και των ναζιστικών ταγμάτων εφόδου - φαίνεται πως τώρα τελευταία ο έρωτας της βίας έχει συνεπάρει και ορισμένους κατ' όνομα εραστές της ελευθερίας.

Αλλά δε χωράνε όλες οι αγάπες στην ίδια καρδιά, φοβούμαι...

4 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

Καλωσόρισες στην πατρίδα. Άντε με το καλό και στην ιδιαίτερη...Εδώ συνεχίζει να μη μας ενοχλεί τίποτα. Ούτε και οι μέρμηγκες.
Για να ευθυμήσουμε... Πάει ένας Καριώτης προχτές στην τράπεζα στον Άγιο που δουλεύει ένας ξαδερφός μου.'Ήρθα για ένα δανειάκι τριάντα χιλιάδες ευρώ, του λέει. Ηλικιωμένος πολύ χαρωπός με πράσινη ολόσωμη φόρμα και καπελάκι. Ο ξάδερφος, έχει αλλού το νου του. "Ένας μεγάλος μέρμηγκας είναι πάνω στο καπέλο σας" του λέει ευγενικά. "Δικός μου είναι..." του απαντάει χωρίς να κάνει καμία κίνηση."Περπατάει πάνω στο κεφάλι σας και είναι πολύ μεγάλος" συνεχίζει ο ξάδερφος που με τίποτα δεν μπορεί να συγκεντρωθεί στα χρηματοοικονομικά. "Το φέρνω από το σπίτι..." συνεχίζει απτόητος ο Καριώτης σε βαριά Παπιστάνικη διάλεκτο.
"Βρε το δάνειο του το δωσες;" ρωτάω εγώ σκασμένη στα γέλια."Βρε, ήτονε ογδόντα δύο, τι δάνειο να του δώσω; Ε στεναχωρήθηκε όμως ούτε και γι' αυτό. "Καλά να σαι παιδί μου, ε πειράζει την άλλη φορά που α ρτω." Από κείνη τη μέρα ρωτάμε τους αγχωμένους Αθηναίους που μας επισκέπτονται "Εσύ δικό σου μέρμηγκα έχεις;" Χι,χι. Φυσικά ενοχλούνται και από το γέλιο γιατί μες το γενικό χαμό ούτε κι αυτό το καταλαβαίνουν πια. Δρούτσουλας

Idom είπε...

Ω, πόσο, πόσο πολύ θέλω να
(υπήρχε τρόπος να)
μεταναστεύσουμε όλοι
και να αφήσουμε α υ τ ο ύ ς πίσω'
ξαφνικά μόνους,
χωρίς αντικείμενο να βασανίζουν.

Idom

nefelikas είπε...

Από Σεπτέμβριο που θα επιστρέψω κι εγώ Ολλανδία, να κανονίσουμε για κάνα καφεδάκι.

Χάρηκα για τη γνωριμία. Ωραίο κείμενο.

Β. είπε...

Δρούτσουλα, μες στα κέφια σε βλέπω... Βέβαια κι εγώ μέχρι προχτές που ήμουνα κάτω μες στα κέφια ήμουνα - τώρα πάλι στα ίδια, και μετράω ανάποδα ως τα μέσα Αυγούστου.

Idom, καθήστε στα αυγά σας να φυλάτε Θερμοπύλες - θα έρθουμε κι εμείς να βοηθήσουμε (αυτοί δεν πάνε πουθενά έτσι κι αλλιώς).

Nefelika, καλώς ήρθατε. Δεν ξέρω πόσο καιρό είστε στη γειτονιά, εγώ που είμαι πρόσφατος κουβάλησα για το καφεδάκι σας μπρίκι, ελληνικό Λουμίδη και σέικερ για φραπέ. Είναι κρίση νοσταλγίας αυτό ή φταίει που δε μου αρέσει ο ολλανδικός εσπρέσο;