ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

Μια ρεβυθιά στο Ηράκλειο - Λέιντεν - Λισσαβώνα - Αθήνα - πάλι Ηράκλειο


2/4/10

Επιτάφιος θρήνος

Τῇ Δευτέρᾳ, Τρίτῃ τε Τετράδι ψάλω, τῇ μακρᾷ Πέμπτῃ μακρὸν ὕμνον ἐξᾴδῳ, Προσάββατόν τε καὶ σήμερον δὲ Σάββατον μέλπω Μέγα (Ακροστιχίδα των Κανόνων της Μεγάλης Εβδομάδας)

Από το 1984 και μετά, εκτός από μια χρονιά στο στρατό, το Πάσχα το περνάω στην Ικαρία. Κάποιες φορές με την ευρύτερη οικογένεια, κάποιες ακόμα και μόνος μου ή με φίλους, όλα αυτά τα χρόνια έχω πέσει σε βρωμόκρυα και καταιγίδες, σε συννεφιές και ήλιους και αποπνικτικές ζέστες, έχω τυλιχτεί με διπλές κουβέρτες, έχω ανάψει τζάκια και έχω κάνει μπάνια σε χλιαρές θάλασσες. Άλλοτε είναι νωρίς, όπως φέτος, άλλοτε Μάης ολότελα, άλλοτε διέρχομαι κρίσεις βαριάς αλλεργίας από τη γύρη που εκλύουν τα ανθισμένα φυτά, άλλοτε δεν παίρνω είδηση καθώς αυτά που με ενοχλούν δεν έχουν αρχίσει ακόμα ή έχουν ολοκληρώσει την ανθοφορία τους.

Βέβαια το πρώτο μου Ικαριακό Πάσχα ήταν κάπου στη δεκαετία του εβδομήντα (πιθανώς το 1978), κι ήταν μια περίοδος παρατεταμένων παιδικών διακοπών στην Ακαμάτρα από Σάββατο του Λαζάρου μέχρι Κυριακή του Θωμά. Ξαναπήγαμε αρκετά χρόνια μετά, κι έχω διάφορες ανακατεμένες αναμνήσεις από τα πρώτα μέχρι τα πιο πρόσφατα χρόνια, με λίγες πιο ξεχωριστές χρονιές όπως τότε με το Τσέρνομπιλ (το 1986), ή με μια μεγάλη πυρκαγιά που κατέστρεψε (οριστικά μάλλον, βοηθούντων και των κατσικιών) το πευκοδάσος ανάμεσα στο Αυλάκι και το Γιαλισκάρι (το 1994). Θυμάμαι ακόμα τις πρώτες χρονιές που οι φίλοι μου και οι φίλοι των φίλων και διάφοροι περαστικοί άρχισαν να μαζεύονται σπίτι μου το μεσημέρι ή το απόγευμα της Κυριακής του Πάσχα (μια συνήθεια που με ελάχιστες διακοπές τηρείται ως σήμερα) για φαγητό και κρασί και ζεύκι, και ενίοτε χορό μέχρι αργά.

Θυμάμαι χρονιές κατανυκτικών (ή «κατανυκτικών») ακολουθιών στην εκκλησία του Αγίου Χαραλάμπου στον Εύδηλο, όταν ο συχωρεμένος ο παπά-Νικόλας ο Μάζαρης, εφημέριος του ναού επί πολλά χρόνια, είχε καταφέρει να οργανώσει μια υποτυπωδώς σοβαρή ψαλμωδία, αν και ο ομολογουμένως ταλαντούχος δεξιός ψάλτης είχε μια τάση να «τραγουδάει» το «Εξέδυσάν με τα ιμάτιά μου» όπως ο Νταλάρας, αντί να το ψέλνει, και χρονιές όπου ξεμέναμε είτε κατ’ επιλογήν είτε αναγκαστικά (λόγω καιρού ή «εκρηκτικής» κατάστασης στα πέριξ) για ώρα πολλή στην εκκλησία ακούγοντας την αναστάσιμη λειτουργία, πριν ορμήξουμε στη μαγειρίτσα δια τα περαιτέρω. Με τα χρόνια βέβαια, κάτι η προϊούσα αποϊεροποίηση της γιορτής λόγω της μάλλον ελλιπούς χριστιανικής διαπαιδαγώγησης του ποιμνίου, κάτι ότι οι διάδοχοι του παπα-Νικόλα δεν ήταν εξίσου προικισμένοι ίσως, η κατάνυξη εξέλιπε ολοσχερώς μάλλον από τις ακολουθίες της Μεγάλης Εβδομάδας στον Εύδηλο – και κατ’ επέκταση και στα δικά μου βιώματα.

Ωστόσο, από τα πρώτα χρόνια και τη συνεπή ανάγνωση της Σύνοψης κάτι είχα καταφέρει να ξεκολλήσω, κι έτσι όχι μόνο θυμάμαι ότι τα ευαγγέλια της Μεγάλης Πέμπτης (ή για τη ακρίβεια, του όρθρου της Μεγάλης Παρασκευής) είναι δώδεκα και οι στάσεις στα εγκώμια του Επιταφίου τρεις, αλλά θυμάμαι ακόμα ότι τα τροπάρια των κανόνων (οι «Ωδές») όλων των ημερών της Μεγάλης Εβδομάδας σχηματίζουν μια ακροστιχίδα (που την έβαλα πάνω πάνω στην ανάρτηση, αλλά όποιος μπορεί να βάλει σωστά στις οξείες, τις βαρείες και τις υπογεγραμμένες να μου πει κι εμένα – ψιλές, δασείες και περισπωμένες πρόλαβα κι έμαθα στο Δημοτικό). Η πιο «κατανυκτική» εμπειρία μου όμως ήταν ακούσια, και έλαβε χώρα κάπου στα τέλη της δεκαετίας του ογδόντα.

Ήταν Μεγάλη Παρασκευή, στον Επιτάφιο, και ως συνήθως είχα πιάσει στασίδι δεξιά, μελετώντας εμβριθώς τη Σύνοψη για να καταλάβω σε ποιο σημείο είμασταν, καθώς είθισται άλλα εγκώμια να ψέλνει ο κάθε ναός, παραλλαγές πάνω σε ένα βασικό καμβά, ανάλογα με τα κέφια του ψάλτη ή του τοπικού μητροπολίτη. Διάβασμα στο διάβασμα, και χαλβαδιάζοντας με δυο κολλητούς που δεν είχαν και πολύ καλό βαθμό στα θρησκευτικά πέρασε η ώρα και δεν πήρα είδηση ότι αριστερά μου εκτυλισσόταν ένα παράλληλο δράμα αναζήτησης «παλληκαριών» που θα σήκωναν τον Επιτάφιο. Για την ακρίβεια, τρία παλληκάρια νταβραντισμένα είχαν βρεθεί ήδη, αλλά ανεζητείτο αγωνιωδώς ο τέταρτος. Κάποια στιγμή πήρε το μάτι μου τη μάνα μου να δείχνει προς την κατεύθυνσή μας, χωρίς να καταλάβω το υπονοούμενο. Οι άλλοι δύο, σαφώς πιο νταβραντισμένοι από μένα τω καιρώ εκείνω, πήραν είδηση εγκαίρως (άλλωστε δεν ήταν η δικιά τους η μαμά με το προτεταμένο δάχτυλο) και εξαφανίστηκαν σε κλάσματα δευτερολέπτου. Εγώ ξέμεινα με τη Σύνοψη στο χέρι και την απορία στο πρόσωπο, και ως παλληκάρι (καθόλου νταβραντισμένο, αλλά πάντως παλληκάρι) βρέθηκα να σηκώνω τον Επιτάφιο από τα εκατον εξηνταπέντε (με στρογγυλοποίηση) εκατοστά μου, μαζί με άλλους τρεις τύπους που ο κοντύτερος ήταν εκατόν ογδόντα.

Ως καλός χριστιανός, οφείλει κανείς να συσταυρώνεται με το Χριστό και να υπομένει τα πάθη Του – αν και βέβαια λίγη προετοιμασία δε βλάπτει. Σκέφτηκα ότι αφού δεν βλαστήμησα τα θεία το βράδι εκείνο μάλλον δε θα πολυχρειαστεί να το κάνω αργότερα. Ειδικά καθώς βρισκόμουν υπό τη διπλή συμπαράσταση τόσο της επαγρυπνούσας μάνας μου που με έρραινε ευλογίες («βοήθειά σου, παιδάκι μου») όσο και των κολλητών μου που παρόλες τις ικεσίες μου να κρατήσουν «για μια στιγμή» δεν την έπαθαν σαν τον Άνταίο με τον Ηρακλή και αρκέστηκαν σε επιφωνήματα και ενθαρρύνσεις τύπου «Μπράβο αγόρι μου», «Κάτσε κάτω απ’ τη μπάρα» και “Yes, we can”. Πήρα μια αμυδρή γεύση μαρτυρίου, καθώς ο παπά-Νικόλας είχε πολλά κέφια και αποφάσισε να κάνει δέηση σε κάθε ραχούλα και δρομάκι του Ευδήλου, σταματώντας κάθε τόσο. Χρειάστηκε πάνω από μισή ώρα να φτάσει στην κάτω πλατεία, με όλα τα μαγαζιά κλειστά και σκοτεινά (αλλά με μια έντονη τσίκνα από σουβλάκια στην ατμόσφαιρα, παραδόξως...), όπου έκανε μια ακόμα δέηση στο μνημείο των πεσόντων, και μετά αντί να ανηφορίσει το πλακόστρωτο προς τη μικρή εκκλησία αποφάσισε να τραβήξει κατά το λιμάνι.

Ο Επιτάφιος έφτασε στο μώλο με μια μικροσκοπική πομπή (οι πολλοί είχαν ξεμείνει στην πλατεία), και με διαρκή σχόλια ότι «γέρνει μονόπαντα», τα οποία πυροδοτούντο κυρίως από τα δύο ηθικώς συμπαραστεκόμενα παλληκάρια. Ο παπάς έκανε τη δέηση (για ναυτικούς και πλεούμενα και δεν ξέρω τι άλλο) ενώ το κύμα έσκαγε στον κυματοθραύστη και πιτσίλαγε τους πιστούς (και μερικούς ολιγόπιστους). Ύστερα έκανε μεταβολή και αργά αργά (γέρνοντας μονόπαντα, πάντοτε) κατευθύνθηκε πάλι προς την πλατεία, όπου αφού μάζεψε τα υπόλοιπα του εκκλησιάσματος ανηφόρισε το πλακόστρωτο (παραδόξως τα φώτα στα σουβλατζήδικα ήταν ολάνοιχτα πια) και προσγειώθηκε στη μικρή εκκλησία. Ο Κύριος όσους αγαπάει τους παιδεύει – όπως ακούμπησε κάτω ο επιτάφιος έκλεισε το πέρασμα και με απέκλεισε στο μπροστινό τμήμα του ναού, μπροστά στο ιερό, ενώ οι αγαπημένοι μου φίλοι που τόσο ήθελα να προσεγγίσω (με καλούς σκοπούς πάντα) συνέχιζαν να χαριτολογούν δίπλα στο παγκάρι. Ο παπά-Νικόλας επέβαλε ησυχία και ο ψάλτης άρχισε να διαβάζει την προφητεία του Ιεζεκιήλ. Μη έχοντας κάτι καλύτερο να κάνω, ξανάνοιξα τη Σύνοψη και άρχισα να διαβάζω μαζί του. Η τσαντίλα μου έφυγε σχεδόν αμέσως, μαζί με το βάρος στους ώμους.

Σκέφτηκα ότι η εκδίκηση είναι ένα πιάτο που τρώγεται κρύο – δε χρειάστηκε να καταστρώσω κανένα ιδιαίτερο σχέδιο: τον έναν τον πάντρεψα το 1995, τον άλλον το 2002, κι ενώ αυτοί έχουν φορτωθεί του κόσμου τα βάρη και τρέχουν πανικόβλητοι πίσω από γυναίκες και παιδιά, εγώ εν έτει 2010 κουβαλάω μόνο το (αυξημένο, οπωσδήποτε) προσωπικό μου βάρος και χαλαρός και ωραίος στο μέτρο του δυνατού (πάντα είναι καλύτερα με παρέα, ομολογουμένως) ταξιδεύω ανά τον κόσμο προσέχοντας μόνο την κρίσιμη ώρα που τελειώνουν τα εγκώμια να είμαι εκτός οπτικού πεδίου της μάνας μου καλού κακού – ποτέ δεν ξέρεις τι μπορεί να σε βρει στα καλά του καθουμένου.


Σ.Σ. Το ανάγνωσμα της προφητείας του Ιεζεκιήλ (Κεφ. ΛΖ’ 1-14) που διαβάζεται μετά την επιστροφή του Επιταφίου στους ναούς, περιέχει μερικές εντυπωσιακές εικόνες «ανάστασης» και ως κείμενο είναι νομίζω πραγματικά σημαντικό. Ίσως λίγο πιο σημαντικό τις μέρες αυτές θεωρώ ότι είναι ένα κομμάτι από το «Ασματικό» που ψέλνεται κανονικά την ώρα της περιφοράς και φυσικά κανείς δεν ακούει ποτέ, ειδικά εκεί που λέει:

[...]δός μοι τοῦτον τὸν ξένον, τὸν ἐκ βρέφους ὡς ξένον ξενωθέντα ἐν κόσμῳ, δός μοι τοῦτον τόν ξένον, ὃν ὁμόφυλοι μισοῦντες θανατοῦσιν ὡς ξένον, δός μοι τοῦτον τὸν ξένον, ὃν ξενίζομαι βλέπειν τοῦ θανάτου τὸν ξένον, δός μοι τοῦτον τὸν ξένον, ὅστις οἶδε ξενίζειν τοὺς πτωχοὺς τε καὶ ξένους [...] δός μοι τοῦτον τὸν ξένον, ἵνα κρύψω ἐν τάφῳ, ὃς ὡς ξένος οὐκ ἔχει τὴν κεφαλὴν ποῦ κλίνῃ, δός μοι τοῦτον τὸν ξένον, ὃν ἡ μήτηρ ὁρῶσα νεκρωθέντα, ἐβόα [...]

(Στη μνήμη του Χαμιντουλάν Ναζαφί, που σκοτώθηκε τις προάλλες από έκρηξη στα Πατήσια. Γιατί ξένος στη Γη δεν είναι κανείς - ή ίσως είμαστε όλοι.)

4 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

Χι,χι...Εφέτος έδειχνα το γιο μου. Ευτυχώς που δε χρειάστηκε και δε δημιουργήθηκαν διάφορα κατάλοιπα στο παιδί... Μ' έκαμες να γελάσω και να θυμηθώ διάφορα.
Χριστός Ανέστη.

"Δρούτσουλας"

ΥΓ Είναι υπέροχα εδώ, όλα ανθισμένα και χαρούμενα. Μάζεψα και σπαράγγια στα Δεκάκια...Τέλεια!

Β. είπε...

Α, έχεις και γιο σε ηλικία σηκώματος επιταφίου; Και είσαι και πιο μικρή από μένα, ωχ, ωχ...

Αληθώς ο Κύριος.

ΥΓ. Ναι, το ξέρω, εδώ είμαι...

Ανώνυμος είπε...

Αχά...Πρέπει να μας είχαν συστήσει κάποτε. Μάλλον είσαι αυτός ο τυχεράκιας που μένει στο σπίτι το ονειρικό που πήγαινα μικρή και ρέμβαζα όταν έκανα κοπάνες από το Γυμνάσιο. Εύχομαι να σου πηγαίνουν όλα καλά, να συνεχίσεις τα ταξίδια και να σηκώσεις σύντομα και άλλα βάρη, δεν εννοώ επιταφίους αλλά κόρες και γιούς. Κι αυτά σε ταξιδεύουν ξέρεις.Όπως και να χει είσαι σπουδαίος άνθρωπος και με γερή πένα. Μακάρι να γίνουμε φίλοι κάποτε.
Καλή διαμονή στην πατρίδα
"Δρούτσουλας"

ολα θα πανε καλα... είπε...

Συγκινητικά επίκαιρο το απόσπασμα και δεν το είχα υπ όψιν μου.

Όντως την κατάνυξη μπορεί να την καταβαραθρώσει μια άσχετη φωνή ψάλτη ή και να την ανεβάσει κι άλλο στα ουράνια,αντίστοιχα ένας καλλίφωνος και που να ξέρει πέντε πράγματα.

Εγώ,ως ομοϊδεάτισσα θα σου πω μπράβο που τους πάντρεψες τους άλλους - μιλάμε για ΤΗΝ εκδίκηση!- κι εσύ την "έκανες",δεν είμαστε για παντριές τώρα.Ας απολαύσουμε λίγη ελευθερία ακόμη!
:)