ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

Μια ρεβυθιά στο Ηράκλειο - Λέιντεν - Λισσαβώνα - Αθήνα - πάλι Ηράκλειο


31/12/10

...κι αρχή του Γεναρίου, του Μεγάλου Βασιλείου


Μια εκδοχή καλάντων της Πρωτοχρονιάς που βούτηξα από το ikariamag.

Αρχιμηνιά κι αρχιχρονιά, ψηλή μου δεντρολιβανιά
κι αρχή του Γεναρίου, του Μεγάλου Βασιλείου.
Αρχή που βγήκεν ο Χριστός, σαν άγιος και πνεματικός
στη γη να πορπατήσει και να μας καλοκαρδίσει
Άης Βασίλης έρχεται, άρχοντες το κατέχετε
από την Καισαρεία, συ 'σαι αρχόντισσα κυρία.
Βαστά εικόναν και χαρτί, ζαχαροκάντιο ζυμωτή
χαρτί και καλαμάρι, δες κι εμέ το παλληκάρι.
Το καλαμάριν έγραφε, η μοίρα μου το έλεγε
και το χαρτίν ομίλει, άσπρε μου Άγιε Βασίλη.

Βασίλη πόθεν έρχεσαι και 'ε μας καταδέχεσαι
και πόθεν κατεβαίνεις και 'ε μας εσυντυχαίνεις.
Από της μάνας μ' έρχομαι μα εγώ σας καταδέχομαι
κι εις το σκολειό μου πάω, 'εμ μου λέτε τι 'α κάμω.
Κάτσε να φας, κάτσε να πιεις, κάτσε τον πόνο σου να πεις
κάτσε να τραγουδήσεις και να μας καλοκαρδίσεις.
Εγώ γράμματα μάθαινα και να σας πω τι πάθαινα
τραγούδια εν ηξέρω αντικρύ μου για να σ' εύρω.
Και σαν ηξέρεις γράμματα, πόσες φορές και κλάματα
πες μας την αρφα-βήτα, πώς ηπέρασες τη νύχτα.

Και το ραβδί του ηκούμπησε, κι όμορφα που τραγούδησε
να πει την αρφα-βήτα ωσάν άγιος που ήτα.
Χλωρό ραβδί, ξερό ραβδί, πότε στην πόρτα σου να μπει
χλωρά βλαστάρια ηπέτα, ροδοκόκκινη βιολέτα.
Και πάνω στα βλαστάρια της, μαύρα είναι τα μάτια της
πέρδικες κελαηδούσαν και 'εμ μας το εμηνούσαν.
Εν ήσαν μόνο πέρδικες, γαρυφαλλιές λεβέντικες
μα και περιστεράκια, μαύρα μου γλυκά ματάκια.
Και πέταξε μια πέρδικα, που πορπατεί λεβέντικα
να βρέξει το φτερό της μες στο δροσερό νερό της.
Κι έβρεξε τον αφέντη μας, (Βασίλη) το λεβέντη μας
τον πολυχρονεμένο και στον κόσμο ξακουσμένο.

Aκολουθούν, κατά περίσταση, τα παινέματα που αναφέρονται ανάλογα με τη δομή της οικογένειας στο κύρη, την κυρά, την κόρη, το γιο κλπ., και ανάλογα με το επάγγελμα ή την φάση ζωής του καθενός, όπως το ακόλουθο για καραβοκύρηδες ή εν προκειμένω για ιστιοπλόους:

Εσένα αφέντη πρέπει σου,
και πάλι ξαναπρέπει σου, καράβι ν' αρματώσεις
και τα σκοινιά και τα πανιά να τα μαλαματώσεις
Η πλώρη να 'ναι μάλαμα, η πρύμη να 'ν' ασήμι
καταμεσίς του καραβιού να 'ν' ο Αη-Βασίλης

Και τελειώνει με τις ευχές για το σπίτι:

Σ' αυτό το σπίτι πού 'ρταμε τα πάτερα ξυλένια
του χρόνου τέτοια εποχή να 'ναι μαλαματένια
Σ' αυτό το σπίτι που 'ρταμε πέτρα να μη ραΐσει
κι ο νοικοκύρης κι η κερά χίλια χρόνια να ζήσει
να ζήσει χρόνους εκατό και να τους ξεπεράσει
κι από τους εκατό κι εκεί να ζήσει να γεράσει.

Στο χαιρέτημα του Αη-Βασίλη, ανήμερα την Πρωτοχρονιά, παρέες γυρνάνε από σπίτι σε σπίτι με στρωμένο τραπέζι, τρωγοπίνοντας και τραγουδώντας:

Τη σκάλαν ηνεβήκαμε, την πόρταν την ευρήκαμε
του φίλου μας τ' αράφι, ήρταμε ούλλον το συνάφι.
Βλέπω την πόρτα σου ανοιχτή, θαρρώ πως έχει και πηχτή
φοινίκια, λουκουμάδες και κρασί με τους κουβάδες.
Ας σας καλησπερίσωμεν, κι έπειτα ας αρχίσωμεν
επαίνους να σας πούμε, βάρτε μας κρασί να πιούμε.
Εμείς κρασίν 'εμ πίνωμε, μόνο που 'εν αφήνωμε
σταλιά μες στο ποτήρι, και αυτό για το χατήρι.
Και όμως μη μας βιάζετε, και στο κρασί μη βάζετε
νερό και ξεθυμαίνει, άστο άδολο κι ας μένει.

Και όταν εμφανιστεί άλλη παρέα και είναι ώρα να φύγουν:

Ηφάαμεν τον πετεινό, να φάμε και την κότα
να πιούμε το κρασάκι μας να πάμε σ' άλλην πόρτα
Μην τύχει και χολιάσετε και μας ξανακεράσετε
κι η ώρα πλησιάζει κι άλλος φίλος μας φωνάζει.


Σ.Σ. Την ιδέα μου έδωσε ένα σχόλιο του αράπη σε προηγούμενη ανάρτηση, αλλά όποιος έχει έστω και μια φορά περάσει Πρωτοχρονιά στην Ικαρία, μάλλον δεν ξεχνάει την εμπειρία. Η επιλογή των στίχων έγινε με βάση το βιβλίο του Αλέξη Πουλιανού "Λαϊκά τραγούδια της Ικαρίας" με συμπληρώσεις και τροποποιήσεις από μνήμης, με βάση δικές μου καριώτικες Πρωτοχρονιές και μερικά παινέματα της συχωρεμένης Κλειώς Ξηρού, το γένος Τουφεξή, αδελφής της γιαγιάς μου, που ήταν άφταστη στον καιρό της σε ρίβες και αυτοσχέδια στιχάκια.

28/12/10

Συνταγή για καριώτικα φοινίκια

Το τετραδιάκι με τις συνταγές δίπλα στο επίμαχο γλυκό. Φωτό Ροβιθέ, από το ikariamag.

Η Καλή μπήκε στην κουζίνα, φορώντας την ποδιά και ένα καλοκαιρινό καπελάκι με ζωγραφιστά λουλουδάκια. Ο γιος της που έπινε τον πρωινό καφέ του (μεσημέρι ήτανε) παραξενεύτηκε· η μάνα του είχε κλείσει τα ογδόντα αλλά λωλάδες δεν έκανε, συνήθως.

- Τι το θες ρε μάνα το καπελάκι παραλίας χριστουγεννιάτικα;
- Μην τυχόν πέσει καμμιά τρίχα στη ζύμη.


Ο γιος κοίταξε για μια στιγμή το καπελάκι-μαγειρικό σκούφο και μετά έψαξε γύρω γύρω να βρει την επίμαχη ζύμη, μάταια όμως. Βρήκε βέβαια τα υλικά της, λάδι σε μια πήλινη λεκάνη, ζάχαρη, κοπανισμένο αμύγδαλο (στο γουδί, το μίξερ ήταν χαλασμένο) και διάφορα μικροσυμπράγκαλα ζαχαροπλαστικής. «Τούτες οι μέρες έχουν το» σκέφτηκε, και μεταπάτησε για να της δώσει χώρο. Η Καλή πήρε το μπρίκι με το υπόλοιπο του καφέ, το ξέπλυνε κι έβαλε νερό να βράσει. Μετά ξεδίπλωσε ένα σακουλάκι και έβγαλε από μέσα μια κουταλιά από μια γκρίζα σκόνη. Στο μεταξύ μονολογούσε:

- Μια κουταλιά σόδα στο κονιάκ και μετά...
- Τι είναι αυτό; ρώτησε ο γιός με απορία, δείχνοντας προς τη γκρίζα σκόνη που η μάνα του πρόσθεσε στο νερό.
- Στάχτη, είπε η Καλή. Για τα φοινίκια.

«Πάει, το ‘χασε» σκέφτηκε ο γιός. «Εμ, βέβαια, μετά από ογδόντα χρόνια φυσικό είναι. Έπρεπε να το είχα καταλάβει από το καπελάκι. Μάλλον νευρολόγο θα φωνάξω.»

- Αλυσίβα, συμπλήρωσε η Καλή ανακατεύοντας τη στάχτη στο νερό με το κουταλάκι.
- Αλυσίβα;
- Για τα φοινίκια.


Ο γιος ξανακοίταξε με δυσπιστία τα υλικά πάνω στο τραπέζι. Εντάξει τα λάδια και οι ζάχαρες και τα αλεύρια και το κονιάκ, άντε και η σόδα. Αλλά στάχτη; Έστω βρασμένη;

- Το γράφει η συνταγή; επέμεινε.

Η Καλή σήκωσε τους ώμους. Ο γιός πήγε στο μέσα δωμάτιο και βρήκε ένα χοντρό τόμο που έγραφε «Ο Νέος Τσελεμεντές, 1977». Βαρέθηκε να ψάξει το λήμμα «μελομακάρονα» και απλώς έβγαλε από μέσα ένα τετραδιάκι που χρησίμευε θεωρητικά ως σελιδοδείκτης (εδώ και χρόνια κολλημένος στη σελίδα «Τσουρέκι βασιλόπιτα σμυρνέικη») και που μέσα του προ ετών είχαν αποθησαυριστεί διάφορες συνταγές της Καλής χειρόγραφες. Δε βρήκε συνταγή για μελομακάρονα. Μετά σαν κάτι να θυμήθηκε και ξαναπήγε στην κουζίνα.

- Πού είναι το τετραδιάκι με τις συνταγές της γιαγιάς;

Η συχωρεμένη η γιαγιά του η κυρά-Λαμπρινή, η μάνα της Καλής, είχε καταγράψει τις συνταγές της σε ένα μικροσκοπικό τεφτέρι με τετραγωνάκια, το οποίο η Καλή που το κληρονόμησε το προστάτευε ως κόρην οφθαλμού. Πήγαν μαζί και το ξέθαψε από την κρυψώνα του και το έδωσε στο γιο της πριν γυρίσει στην κουζίνα. Αυτός το ξεφύλλισε λίγο, είδε τα γράμματα της γιαγιάς του που τη θυμόταν μόνο σαν μια ακαθόριστη ανάμνηση ντυμένη στα μαύρα, και χάζεψε μερικές συνταγές. Οι ποσότητες ήταν σε δράμια και οκάδες, όχι σε γραμμάρια, και η γραφή της ήταν από κείνες τις καλλιγραφίες που μάθαιναν παλιά, με μολύβι πάνω στα τετραγωνάκια του τετραδίου. Έψαξε, αλλά συνταγή για φοινίκια δε βρήκε. Βρήκε ομως έναν άλλο γραφικό χαρακτήρα κάπου, που έγραφε «η αρχιμάγειρος» και το όνομα της γιαγιάς του από κάτω, με το πατρικό της επώνυμο.

- Αυτό τι είναι; ρώτησε τη μάνα του που ζύμωνε στην πήλινη λεκάνη.
- Αυτό το έκανε το Κωστάκι, την έβαζε τη μάνα να υπογράφει τις συνταγές. Δημοτικό πήγαινε.

Το Κωστάκι ήταν ο μικρός αδελφός της, συχωρεμένος κι αυτός χρόνια. Δημοτικό θα πήγαινε στην Κατοχή, μάλλον. Ο γιος ξεφύλλισε για λίγη ώρα ακόμα το τετραδιάκι και βάλθηκε να το τραβάει φωτογραφίες. Τα φοινίκια ψήθηκαν και μελώθηκαν.

- Για δοκίμασε, είπε η Καλή κάποια στιγμή.

Ο γιος δοκίμασε ένα. Νοστιμότατο, όπως κάθε χρόνο. Μετά πήρε και δεύτερο. Με αλυσίβα.

- Πάντως δεν έχει συνταγή για φοινίκια εδώ, συμπλήρωσε.

Η Καλή δεν είπε τίποτα. Μάζεψε την κουζίνα, έβγαλε την ποδιά, ακούμπησε το καπελάκι στην πλάτη μια καρέκλας και μουρμούρισε:

- Ε, π’ ανάγκασμάν’ το, εν ηθέλω και συνταγή για να κάμω φοινίκια πια...

Και πήγε μετά να ξεκουραστεί λίγο πριν πιάσει τις απογευματινές δουλειές.



Σ.Σ. «Τούτες οι μέρες έχουν το, τούτες οι εβδομάδες», παραδοσιακό καριώτικο τραγούδι των γιορτών (όχι υποχρεωτικά των Χριστουγέννων, σε μια συλλογή του Σίμωνα Καρά έχει καταγραφεί νομίζω ως αποκριάτικο).

Μεταπατώ: πάω πιο κει, πατάω πιο πέρα.

Υποθέτω οι καριώτες της παρέας χρησιμοποιούν και τα φοινίκια και το π’ ανάγκασμάν΄το· αμετάφραστα.

(Δημοσιεύτηκε στο ikariamag στις 27/12/2010)

19/12/10

Hora est

Άποψη του πανεπιστημιακού κτιρίου όπου βρίσκεται η αίθουσα της Συγκλήτου στην Rapenburg του Λέιντεν. Φωτογραφία Gill Steenvoorde από το flickr.

Ενόψει της promotie της Μάικε (που λέγαμε εδώ) φρόντισα να είμαι στην ώρα μου - το δις εξαμαρτείν ουκ ανδρός σοφού. Τη μέρα εκείνη έβρεχε μανιασμένα από το πρωί, αλλά αυτό δε με εμπόδισε να διαβώ την πόρτα του κτιρίου της Rapenburg που στεγάζει την αίθουσα της Συγκλήτου (όπου και γίνονται οι εξετάσεις των διατριβών) αρκετή ώρα πριν από την καθορισμένη. Τα πράγματα έγιναν σύμφωνα με την εθιμοτυπία που ήδη ήξερα, αλλά ορισμένες μικρές λεπτομέρειες μπόρεσα να τις εντοπίσω μόνο βλέποντας τα πράγματα από κοντά.

Είχα ήδη από ημερών επισημάνει στους συναδέλφους (όπως και στο κοινό του ιστολογίου) το πόσο η όλη διαδικασία θύμιζε κάποιες θρησκευτικές τελετουργίες, χώρια η αίθουσα της Συγκλήτου με τα πορτραίτα των ανά τους αιώνας πρυτάνεων και κοσμητόρων (νομίζω). Η Πατρίτσια, η Πορτογαλίς εργοδότις μου, επεσήμανε ότι όλοι οι εικονιζόμενοι είναι άρρενες. Η κοπέλα είναι λίαν ευαίσθητη σε θέματα διακρίσεων λόγω φύλου (θα έχει τους λόγους της, φαντάζομαι, μετά από δέκα χρόνια και βάλε θητείας, ξένη κιόλας, στο ολλανδικό ίδρυμα) και δεν είχα κανένα λόγο να αμφισβητήσω τα λεγόμενά της. Μόλις όμως βρέθηκα στην αίθουσα βάλθηκα να κοιτάω τους τοίχους με τα πορτραίτα, πασχίζοντας να πετύχω και καμιά γυναικεία μορφή ανάμεσα στους βλοσυρούς προφέσορες που διοίκησαν το Πανεπιστήμιο από το 1574 μέχρι σήμερα.

Δεν είχα ολοκληρώσει την επιθεώρηση όταν μπήκε στην αίθουσα η Μάικε (η εξεταζόμενη υποψήφια διδάκτωρ της ημέρας) συνοδευόμενη από τους παρανύμφους της, τον δίμετρο Σουηδό και τον ελάχιστα πιο κοντό Ολλανδο-Κολομβιανό. Παρόλο το δεκάποντο και βάλε τακούνι, η μικροκαμωμένη Μάικε έμοιαζε σαν παιδάκι ανάμεσα στα θηρία. Ήταν όμως ωραία - και το αιθέριο ξανθό κεφάλι της έκανε χτυπητή αντίθεση με τη γενική μαυρίλα της αίθουσας, χώρια το μαύρο αυστηρό ταγέρ. Πρόσεξα ότι τα κουστούμια των παρανύμφων ήταν τύπου φράκο (το ψαλιδόκωλο που έλεγαν οι Ρωμιοί το πάλαι ποτέ) και όχι σμόκιν όπως νόμιζα παλαιότερα). Νύμφη και παράνυμφοι πήραν τις θέσεις τους στη μία πλευρά του τραπεζιού.

Συνέχισα να περιεργάζομαι τα πορτραίτα, μέχρι που το μάτι μου κόλλησε σε ένα που δεν ταίριαζε με τα υπόλοιπα. Δεν έβλεπα και πολύ καλά λόγω προβληματικής αντιστοίχισης μυωπίας και γιαλιών, οπότε καλού κακού ζήτησα τη βοήθεια της Μπάρμπαρα, της κοπέλας που καθόταν δίπλα μου:

- Γυναίκα είναι αυτό;
- Ποιο; ρώτησε η Μπάρμπαρα παραξενεμένη.
- Εκείνο το πορτραίτο, εκεί, έδειξα με το δάχτυλο.

Η κοπέλα επιθεώρησε το πορτραίτο και διάβασε και τη συνοδευτική λεζάντα.

- Ναι, γυναίκα. Καθηγήτρια Ελληνικών.

Και συμπλήρωσε:

- Αρχαίων ελληνικών, φαντάζομαι. Αλήθεια, εσύ μιλάς αρχαία ελληνικά;

Το παιχνιδιάρικο ύφος της πρόδιδε μια ορισμένη δυσπιστία. Της εξήγησα (με κάποια ενδόμυχη ευχαρίστηση, ομολογουμένως) ότι φυσικά δεν μιλάω αρχαία ελληνικά, αλλά μπορώ να καταλάβω κείμενα αλεξανδρινής εποχής, δύο χιλιάδων χρόνων, χωρίς ιδιαίτερα προβλήματα. Με πιο κλασικά κείμενα, Θουκυδίδη, τραγωδίες κλπ., έχω αρκετά προβλήματα, με τις μη ιωνικές διαλέκτους πολύ σοβαρά προβλήματα, και από Όμηρο μόνο σκόρπια καμμιά λέξη πιάνω πού και πού. Μπορώ όμως να διαβάσω την Αγία Γραφή στο πρωτότυπο (βέβαια βοηθάει να έχεις και μια νεοελληνική απόδοση δίπλα στο πρωτότυπο κείμενο, αλλά αυτό δεν της το είπα). Μου είπε ότι είχε κάνει αρκετά χρόνια ελληνικά στο σχολείο, αλλά ίσα που αναγνώριζε τα γράμματα και διάβαζε μερικές λέξεις. Της είπα συγκαταβατικά ότι είναι πιο απλό για κάποιον που τα έχει ως μητρική γλώσσα, έστω και στη σύγχρονη μορφή τους. Είχα κάνει βέβαια και λίγα αρχαία στο Λύκειο (δυο χρόνια μόνο, πρωτοδεσμίτης γαρ).

Πάνω στη ώρα σηκωθήκαμε όρθιοι διότι εμφανίστηκε η επιτροπή εξέτασης, καθοδηγούμενη από τον τελετάρχη-γραμματέα του πανεπιστημίου: επτά κύριοι με τηβέννους και δύο κυρίες άνευ, η Πατρίτσια και μία προσκεκλημένη συνάδελφος εκ Φινλανδίας. Προς μεγάλη μου έκπληξη, οι δύο κυρίες έσπαγαν τη γενική μαυρίλα· η μεν Πορτογαλίς με ένα απλό και διακριτικό γκρι-ραφ πλεκτό μπλουζάκι πάνω από το μαύρο υπόλοιπο, αλλά η Φινλανδή με μια πολύχρωμη μπλούζα με άπειρες ζωγραφισμένες πεταλούδες, σε απόλυτη αρμονία με το θέμα της διατριβής της Μάικε, αλλά σε χτυπητή αντίθεση με το υπόλοιπο σκηνικό. Φαντάστηκα τον τελετάρχη να αλλάζει τριάντα χρώματα βλέποντας την προσκεκλημένη επιστήμονα με τα χίππικα, αλλά από το λίγο που τη γνωρίζω έχω την εντύπωση ότι αν της έλεγαν ότι η μπλούζα της είναι ακατάλληλη για το τελετουργικό δεν θα είχε ιδιαίτερο πρόβλημα να τη βγάλει και να κάνει την εξέταση με τα εσώρουχα, κάνοντας το τελετουργικό μία χόρτα. Ξαναφαντάστηκα τον τελετάρχη να κάνει την καρδιά του πέτρα και να καταπίνει με δυσκολία τη δίκαιη οργή του υπό τα όμματα των μαυροντυμένων αγίων του ιδρύματος στους τοίχους. Η επιτροπή πήρε τη θέση της στην απέναντι πλευρά του τραπεζιού, υποψήφια, παράνυμφοι και κοινό κάθησαν, ο τελετάρχης μας κλείδωσε μέσα και βγήκε.

. . .


Σαρανταπέντε λεπτά αργότερα, ως από μηχανής θεός ο τελετάρχης βρόντηξε την πόρτα, μπούκαρε μέσα και ανακοίνωσε:

- Hora est!

Ο κοσμήτορας κύρηξε τη διαδικασία περαιωμένη προς μεγάλη ανακούφιση της Μάικε που είχε ζοριστεί κάπως και αν και εκ του φυσικού ήδη ωχρή, είχε φτάσει να γίνει κάτι στο χρώμα του χιονιού. Η επιτροπή αποχώρησε προς διαβούλευση, το κοινό σχολίασε κάτι ανάμεσα σε «άντε, πάει κι αυτό» και «είδες τη μπλούζα με τις πεταλούδες;» και μετά τελετάρχες και επίτροποι, συγγενείς και φίλοι και συνάδελφοι, την ανακυρήξαμε Δόκτωρα μετά βαΐων, κλάδων και περγαμηνής και πήγαμε παραδίπλα για ένα ποτάκι μέσα στη βρόχα. Πριν φύγουμε όμως, φρόντισα να ρίξω μια ματιά (τελευταία, εικάζω) στην αίθουσα της Συγκλήτου, και πλησίασα το πορτραίτο της καθηγήτριας των ελληνικών που ήταν εν τέλει η μοναδική εκπρόσωπος του γυναικείου φύλου στο χώρο. Τελικά δεν δίδασκε αρχαία, αλλά νέα ελληνικά· για την ακρίβεια κατείχε την έδρα ελληνικών και βυζαντινών σπουδών μεταξύ 1929 και 1955. Και αστεία αστεία, η μόνη γυναίκα συγκλητικός που ιστορείται στο συναξάρι του Λέιντεν έως και σήμερα, λεγόταν Σοφία Αντωνιάδη. Ελληνίδα.

Μια μάλλον προπολεμική (αχρονολόγητη πάντως) φωτογραφία της Σοφίας Α. Αντωνιάδη (1895-1972), της πρώτης στα χρονικά καθηγήτριας (μεταξύ των ετών 1929 και 1955) του Πανεπιστημίου του Λέιντεν, από την ιστοσελίδα του Πανεπιστημίου.

Δεν την είχα ακουστά, αλλά μετά έψαξα λίγο εδώ κι εκεί στο διαδίκτυο και εντόπισα μια συνέντευξή της (γύρω στο 1955 μάλλον), σε μια φάση που έφευγε από το Λέιντεν για να εγκατασταθεί στη Βενετία, όπου χρημάτισε διευθύντρια (η πρώτη) του Ινστιτούτου Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Σπουδών, μέχρι το 1966. Αν και η συνέντευξη είναι στα Ολλανδικά, με λίγο γκουγκλομεταφραστή συνήγαγα ότι από το Λέιντεν της άρεσαν η Rapenburg και τα κανάλια (που δε θα τα εστερείτο φυσικά καθόλου στη Βενετία) και δεν της άρεσε ο καιρός (πράγμα που καθόλου δε με εκπλήττει, ομολογουμένως). Επίσης, προφήτεψε ότι τα πορτραίτα και άλλων πολλών γυναικών θα κοσμούσαν την αίθουσα της Συγκλήτου, προφητεία εισέτι ανεκπλήρωτη. Τέλος, στην ερώτηση πώς τη δέχτηκαν οι άρρενες συνάδελφοι, απαντάει με χιούμορ ότι εφόσον δεν ήταν Ολλανδέζα, δεν είχαν ιδιαίτερο πρόβλημα· άλλωστε τους φαινόταν πιο φυσικό να κατέχει την έδρα των ελληνικών κάποιος που τα έχει ως μητρική γλώσσα, έστω και γυναίκα. Το επιχείρημα κάτι μου θύμισε.

Το βράδι που μαζευτήκαμε να ξαναματαπιούμε, διηγήθηκα στη Πατρίτσια τις ανακαλύψεις μου. Δεν εντυπωσιάστηκε· μου σχολίασε μάλλον αρνητικά την πατροπαράδοτη ολλανδική ακαδημαϊκή συνήθεια οι γυναίκες να κάθονται σπίτι και οι άντρες να κάνουν καριέρα. Η κουβέντα γρήγορα ξέφυγε και πήγε στο βρωμόκαιρο που το είχε γυρίσει σε χιόνι απότομα, τη δουλειά που δεν προχωράει γρήγορα, το ενδεχόμενο να την κάνουμε με ελαφρά πηδηματάκια για αλλού (ως εργαστήριο) σχετικά σύντομα, και τις επερχόμενες διακοπές των Χριστουγέννων. Με ρώτησε πού σκόπευα να τις περάσω.

- Hora est, είπα, αλλά με δύο έννοιες.
- Δηλαδή;

Της εξήγησα ότι σημαίνει μεν «ήρθε η ώρα» αλλά θα μπορούσε και να σημαίνει (λανθασμένα, ως λογοπαίγνιο δε μεταξύ ελληνικών και λατινικών) «είναι μια χώρα».

- Κατάλαβα, μου είπε, πας στην Ελλάδα.

Ύστερα ήπιαμε στην υγεία της Δόκτορος Μάικε και όλων των αφρικανικών πεταλούδων. Όταν βγήκα έξω, το χιόνι το είχε στρώσει για τα καλά.

Ήταν ώρα, αναμφίβολα.


Σ.Σ. Η αιφνίδια ανακάλυψη της μοναδικής γυναίκας συγκλητικού του Λέιντεν με ξεστράτισε από την αρχική πρόθεσή μου να αναφερθώ στην ταινία μικρού μήκους "Diecyclus" που συν-παρήγαγε και συν-σκηνοθέτησε το δίδυμο των παρανύμφων προς τιμήν (αλλά και εν αγνοία) της Μάικε. Στην ταινία, ο Πωλ, ένας μοχθηρός καθηγητής πανεπιστημίου στο Λέιντεν, στέλνει στην Αφρική μια νεαρά υποψήφια διδάκτορα ονόματι Μάικε για να φέρει στο εργαστήριο κάποιες αφρικανικές πεταλούδες, ανάμεσα στις οποίες κρύβεται ένα πολύ επικίνδυνο και θανατηφόρο είδος. Η Μάικε εκπληρώνει την αποστολή της, αλλά μια σειρά από περίεργα περιστατικά αναστατώνουν την ακαδημαϊκή ζωή. Μια συνεργαζόμενη επίκουρη καθηγήτρια ανευρίσκεται εγκλωβισμένη σε ένα πεταλουδοτροφείο, ένας υποψήφιος διδάκτωρ βρίσκεται πνιγμένος σε μια κουταλιά νερό, ένας άλλος βρίσκεται νεκρός από υπερβολική δόση φερομονών, ένας Σουηδός πεταλουδοσυλλέκτης καρφιτσώνεται μέχρι θανάτου, το λοιπό προσωπικό διαδοχικά πεθαίνει από ηλεκτροφόρηση ή άλλες αιτίες αιφνιδίου θανάτου. Η Μάικε αντιλαμβάνεται ότι υπάρχει ένα είδος πεταλούδας-δολοφόνου που ο μοχθηρός Πωλ θέλει να χρησιμοποιήσει για να καταστρέψει τον κόσμο, και δίνει μια μάχη μέχρις εσχάτων για να σώσει τον πλανήτη. Τότε ο Πωλ την απειλεί με το σκληρό και αμείλικτο δίλημμα ότι αν εξολοθρεύσει τις πεταλούδες και σώσει τον πλανήτη, διδακτορικό δε θα πάρει ποτέ, καθότι θα μείνει χωρίς θέμα διατριβής. Η ηρωΐδα όμως καταφέρνει και να σώσει τον κόσμο και να κάνει διδακτορικό με τη βοήθεια ενός άλλου επιβλέποντος, με παράπλευρες απώλειες ένα πλήθος πτωμάτων που οι πεταλούδες-δολοφόνοι σπέρνουν στο πέρασμά τους.

Η ταινία είναι στην πραγματικότητα ένα low budget θρίλερ, ή μάλλον ταινία τρόμου με στριγγλιές, αίματα, και φοβερό σασπένς. Στην πρώτη δημόσια προβολή της ωστόσο, στο επινίκιο πάρτυ της Μάικε, το υποψιασμένο κοινό κατά βάση ξεσπούσε σε τρανταχτά γέλια, αλλά αυτό φαντάζομαι οφειλόταν στο ότι απουσία πραγματικής Μάικε, τον αντίστοιχο ρόλο νεαράς αιθέριας ύπαρξης είχαν αναλάβει κάτι δίμετροι (ενίοτε μουσάτοι) τύποι με κόκκινη περούκα, στο ρόλο του μοχθηρού Πωλ έπαιζε ο natural born killer κανονικός Πωλ (που είναι ίσως η πλέον καλοκάγαθη φάτσα που κυκλοφορεί στα ολλανδικά και βρετανικά πανεπιστήμια), στην ανακάλυψη ότι μια μικροκαμωμένη Πορτογαλίδα επίκουρη καθηγήτρια όντως χωράει (αν τη διπλώσεις καλά) σε έναν κλωβό πεταλούδων μισού μέτρου ώστε να παίξει τον απαιτητικό ρόλο της tiny Patricia, και σε μερικά ειδικά εφέ χάρη στα οποία διάφορα καταματωμένα πτώματα ξεφύτρωναν εδώ κι εκεί στο εργαστήριο.

Θα ήθελα να αναφερθώ ειδικά στη συμβολή Έλληνος ερευνητή (και περιστασιακού μπλόγκερ) σε ρόλο πτώματος (άλλωστε κάπως έτσι ξεκίνησε την καριέρα του ο Κέβιν Κόστνερ, ως πτώμα στο The Big Chill), αλλά θα περιοριστώ να αναφέρω για τυχόν ενδιαφερόμενους ότι στο σινεμά ο θάνατος έχει γεύση κέτσαπ. Λίγο μπαγιάτικου ίσως, αλλά τι να κάνεις...

13/12/10

Παρανυφάκι πεταλούδων

Το εκκλησίασμα στη θέση του, το ιερατείο υπό το βλέμμα των ομοίων του ανά τους αιώνας και (πάνω δεξιά) η μέλλουσα νύμφη πλαισιωμένη από τους παρανύμφους. Τη γενική μαυρίλα σπάει η γαλάζια τήβεννος του Σκώτου ιεροεξεταστή αριστερά και το βυσσινί μαλλί εκκλησιαζομένου τινός. Η φωτογραφία είναι από κινητό τηλέφωνο σε οθόνη κλειστού κυκλώματος τηλεόρασης διότι ο σωστός καριώτης εννοείται ότι φτάνει αφότου έχει κλειδώσει η πόρτα (χωρίς να φταίει, πάντως, του είχαν δώσει λάθος διεύθυνση).

Αν και φημολογείται ότι οι Ολλανδοί δεν διακρίνονται για το χιούμορ τους (δεν ξέρω αν έχετε ακούσει ποτέ την έκφραση «Ολλανδικό αστείο», που δηλώνει ακριβώς την απουσία αστείου) υπάρχουν ορισμένες εκφάνσεις του βίου τους που είναι ιδιαίτερα διασκεδαστικές. Στη σχετικά σύντομη παραμονή μου στη χώρα έχω ορισμένες αλλόκοτες εμπειρίες, με πιο χαρακτηριστική ίσως τη διαδικασία εξέτασης για την απονομή διδακτορικού τίτλου που στα ολλανδικά λέγεται promotie και στα αγγλικά defence – και νομίζω ότι οι αντίστοιχες ελληνικές λέξεις «προαγωγή» και «υπεράσπιση» δηλώνουν ακριβώς τη διαφορά που υπάρχει στην αντίληψη ως προς τη διαδικασία ανάμεσα στις δύο αντίστοιχες ακαδημαϊκές κουλτούρες.

Η διαδικασία διεξάγεται με ένα αυστηρό τελετουργικό που εποπτεύεται από έναν τελετάρχη με περούκα, τήβεννο και σκήπτρο. Αυτός χρονομετρεί αυστηρά τη διαδικασία και δεν επιτρέπει να υπάρξει υπέρβαση ούτε κατά ένα δευτερόλεπτο. Για σιγουριά κλειδώνει και τις πόρτες κατά την είσοδο και τις ξεκλειδώνει στην έξοδο. Όση ώρα ο κόσμος είναι κλειδωμένος μέσα στην αίθουσα τελετών, ο προεδρεύων της διαδικασίας (ο κοσμήτορας, αν κατάλαβα καλά) δίνει το λόγο χωρίς να συμμετέχει ο ίδιος στην συζήτηση. Ως είθισται, οι επιβλέποντες της διατριβής δεν απευθύνουν ερωτήσεις, αν και είναι μέλη της επιτροπής εξετάσεων. Υπάρχουν και κάποια εξωτερικά μέλη, ενίοτε από άλλες χώρες. Στη διαδικασία που παρακολούθησα εγώ (από όπου και η φωτογραφία) οι Τακτικοί Καθηγητές φορούσαν ένα είδος μαύρης τηβέννου με καπελάκι (διαφορετική ανάλογα με το πανεπιστήμιο από το οποίο προέρχονταν), ενώ ο προσκεκλημένος από το Εδιμβούργο φορούσε άλλη τήβεννο χωρίς καπελάκι χρώματος θαλασσί. Οι απλοί δόκτωρες της επιτροπής φορούν υποχρεωτικά σμόκιν (οι κύριοι) ή μαύρο ταγέρ (οι κυρίες).

Η επιτροπή κάθεται στη μία πλευρά ενός μακρόστενου τραπεζιού· στην απέναντι πλευρά κάθεται ο υποψήφιος διδάκτωρ (στην περίπτωσή μας η Ρωσίδα συνάδελφος με μαύρο ταγέρ). Ο υποψήφιος δεν είναι μόνος του· περιβάλλεται από δύο φίλους της επιλογής του, όχι υποχρεωτικά επιστήμονες (στην περίπτωσή μας η κοπέλα εμφανίστηκε συνοδευόμενη από δύο υψηλόσωμους κυρίους με σμόκιν, ένα νέο και έναν αρκετά μεγάλο). Οι δύο παρακαθήμενοι ονομάζονται «παράνυμφοι», πράγμα που στα ελληνικά ακούγεται λίγο αστείο, αλλά στην Ολλανδία τους παίρνουν πολύ σοβαρά. Η διαδικασία προβλέπει ότι θεωρητικά έχουν δικαίωμα να συμμετάσχουν στη συζήτηση και να απαντήσουν αντί του υποψηφίου (αν και μεταξύ μας μάλλον δεν είναι καλή ιδέα...). Πάντως μου είπαν ότι έχει καταγραφεί περιστατικό (εντός ακαδημαϊκής τάξεως, αλλά κάποιους αιώνες πριν) που παράνυμφος λογομάχησε έντονα με εξεταστή και κατέληξαν να μονομαχήσουν· χωρίς θύματα, αλλά με κάμποσο ξύλο στο τέλος.

Η διαδικασία ερωταπαντήσεων είναι λίαν τυποποιημένη. Χωρίς να έχει προηγηθεί παρουσίαση της διατριβής από τον υποψήφιο, οι εξεταστές απευθύνουν κατά σειρά ερωτήσεις. Ο υποψήφιος υποχρεωτικά ξεκινάει την απάντηση λέγοντας στα ολλανδικά κάτι που σημαίνει «ευχαριστώ για τη σημαντική σας ερώτηση, σοφέ αντίπαλε» όπου ανάλογα με τη βαθμίδα του ερωτώντος opponent το «σοφός» μπορεί να είναι «πολύ σοφός» για τους Τακτικούς ή απλά «γνώστης» για τους σκέτους Δόκτωρες. Ακολουθεί η απάντηση, η οποία μπορεί να είναι σοβαρή ή όχι, αλλά ο ερωτών δεν έχει δικαίωμα να επαναφέρει ερώτηση δηλώνωντας ότι δεν τον ικανοποίησε η απάντηση. Κανένας άλλος δεν μπορεί να παρέμβει συμπληρώνοντας ή επαναδιατυπώνοντας. Ο καθένας έχει χρόνο για 2-3 ερωτήσεις αν ο εξεταζόμενος δεν είναι και πολύ φλύαρος. Στον καθορισμένο χρόνο ο τελετάρχης βαράει το σκήπτρο κάτω και ξεκλειδώνει την αίθουσα. Το κοινό σηκώνεται όρθιο και η επιτροπή αποχωρεί προς διαβούλευση.

Στη διάρκεια της διαβούλευσης, ο επιβλέπων διαβάζει το βιογραφικό του υποψηφίου και ρωτάει τα υπόλοιπα μέλη αν συμφωνούν να απονεμηθεί ο τίτλος. Συμφωνούν βέβαια, αλλιώς σιγά μην τραβιόντουσαν μέχρι εκεί με τις τηβέννους. Επιστρέφουν στην αίθουσα εν πομπή (ο τελετάρχης μπροστά), ο προεδρεύων απονέμει τον πάπυρο, ο επιβλέπων λέει μερικές κουβέντες για το πόσο καλός είναι ο υποψήφιος, και στη συνέχεια βγαίνουμε όλοι έξω και κάνουμε χαιρετούρα όπως στους γάμους: νύφη (δηλαδή νέος διδάκτωρ) και παράνυμφοι στήνονται για τα συχαρίκια. Κάπου τότε συνειδητοποιώ πόσο θρησκευτικό μου μοιάζει το τελετουργικό· θρησκευτικό υπό την έννοια του τυπικού της καθ’ ημάς ανατολής.

Ο χώρος των τελετών είναι ό,τι πλησιέστερο σε ορθόδοξο ναό έχω δει στην Ολλανδία: δεν υπάρχει Ιερό, υπάρχει όμως Αγία Τράπεζα (των εξετάσεων) και πίσω από αυτήν ο θυρεός του Πανεπιστημίου σε ρόλο Πλατυτέρας των Ουρανών. Τα πορτραίτα των καθηγητών του πανεπιστημίου στα 436 χρόνια από την ίδρυσή του πλαισιώνουν το χώρο, φτάνοντας ως το ταβάνι, σαν τις απεικονίσεις των Αγίων, των Αποστόλων, των Προφητών και των Αγγέλων στα καθ’ ημάς. Το ιερατείο φοράει μαύρα ράσα με καλυμμαύκι, εκτός από τον εισαγόμενο του σκωτικού δόγματος με τα μπλε. Ο τελετάρχης φέρνει σε διάκο που βγάζει το ιερατείο εν πομπή σε Μικρή και Μεγάλη Είσοδο, και λέει «τας θύρας, τας θύρας». Το εκκλησίασμα σηκώνεται όρθιο όποτε διέρχεται η πομπή.

Περνάω μπροστά από τους παράνυμφους και τους λέω ελληνικότατα «πάντα άξιοι»· ο μικρός με κοιτάει με απορία, ο άλλος ο μεγαλύτερος είναι μέσα στην καλή χαρά και μου σφίγγει θερμά το χέρι. Φιλάω τη νύφη με τα μαύρα τρεις φορές κατά το έθος του τόπου που μας φιλοξενεί και τους δύο. Ο γάμος σχολάει σιγά σιγά. Το προφεσοράτο βγάζει τις τηβέννους· κάτω από τα μαύρα ξαναγίνονται οι απλοί άνθρωποι που συναντάω καθημερινά. Ο Βας διπλώνει την τήβεννο και τη βάζει σε ένα σακκίδιο που κρεμάει στην πλάτη· φοράει ένα χαβανέζικο πουκάμισο από κάτω και το αιώνιο σκουλαρίκι του φωσφορίζει στο αυτί. Ξεδιπλώνει το πτυσσόμενο ποδήλατό του και ετοιμάζεται να φύγει για το σταθμό. Ο Πωλ τον συγκρατεί και τον παρασέρνει μαζί με το Σκωτσέζο στο παρακείμενο μπαρ όπου ακολουθούμε όλοι. Οι Ρώσοι συγγενείς κερνάνε τα ποτά κι εγώ φροντίζω να γίνω σταφίδα· παρέα με τις Πορτογαλίδες και το Σουηδό περνάμε γενεές δεκατέσσερις το ολλανδικό σύστημα εξετάσεων.

Ένας τρισευτυχισμένος γερο-παράνυμφος μας γεμίζει τα ποτήρια. Τον λένε Μπεν, είναι περίπου εξηνταπέντε με εβδομήντα χρονών, συνταξιούχος. Ρωτάω από πού ξέρει τη Ρωσίδα· μου εξηγεί ότι ήταν συμφοιτητές. Γύρω στα 60 του αποφάσισε ότι θέλει να σπουδάσει Βιολογία, μετά έκανε και μάστερ. Όταν σχολάει το πράγμα, φεύγουμε παρεούλα με το Μπεν. Τον ρωτάω αν χρειάζεται βοήθεια καθώς τρεκλίζει ελαφρά. «Γιατί;» ρωτάει, «μια χαρά είμαι.» και καβαλάει το ποδήλατο σφυρίζοντας. Ανοίγει μια θήκη πίσω από τη σέλα και ξεπροβάλλει το σακάκι του σμόκιν· ψαχουλεύει λίγο πιο κάτω και ανασύρει μια τραγιάσκα. Φεύγει τραγουδώντας και με αποχαιρετάει με μια κίνηση του χεριού.

Κοιτάω προς το σκοτεινιασμένο ουρανό· ψιχαλίζει.


ΥΓ. Για πολλοστή φορά, άλλα ξεκινάς να γράψεις, άλλα προκύπτουν στην πορεία. Την αφορμή για την ανάρτηση μου την έδωσε η επικείμενη promotie της Μάικε, για την οποία έχω ξαναμιλήσει εδώ. Σήμερα έπεσε στα χέρια μου η διατριβή της· μαζί με το δεμένο βιβλιαράκι υπάρχει κι ένα ξεχωριστό χαρτάκι που επιγράφεται «Προτάσεις» ή ίσως «Συμπεράσματα». Πάνω έχει μερικά επιστημονικά που δεν έχουν σημασία εδώ, αλλά πιο κάτω το πράγμα αποκτάει πιο πολύ ενδιαφέρον. Αντιγράφω τα τρία τελευταία σημεία:

- Η αναζήτηση πεταλούδων στη Αφρική είναι ένα ζήτημα εντελώς αδιάφορο για τους Αφρικανούς.

- Υπάρχει γενικά μια αντιστρόφως ανάλογη σχέση ανάμεσα στο ενδιαφέρον για την επιστημονική έρευνα και το ενδιαφέρον για τη μόδα. ΩΣΤΟΣΟ, πάντα υπάρχουν εξαιρέσεις.

-Η χρήση της γραμματοσειράς Comic Sans σε επιστημονικά κείμενα θα έπρεπε να τιμωρείται.

Μπράβο, κορίτσι μου, μαζί σου. Συμφωνώ και επαυξάνω.

7/12/10

Καλημέρα, γειτονιά


Οι Ghetonia από το Σαλέντο (όπου και το χωριό Καλημέρα) τραγουδούν το (παραδοσιακό, νομίζω) Agapi mu fidella protini.


Sto korafaissu 'ssiànonna linari
ce 'derlampise mesa sto chlorò
sekundu motti skònnete o fengari
atto krovàtti tu òrrio, pareftò

M'ide c'ekàise 'kau sta chortìa;
faristi n'avro sena manechì,
Tàrassa, ma so leo ma ti kardìa,
ta poia pian ambrò ce a mmàddhia 'mpì.

Agapimu fidela protini
Puru ti nifta iss' innu se toro;
Ivo fsunnotas 'e se vrisko 'ci
Ce is ta mala klamata arcino

Tin agapimu vale sti fsichi,
Sekundu sti kardiammu tin vasto:
lus panta sto kosmo pai 'to zisi,
Sekundu s' agapune n' agapisi

Στο χωραφάκι σου μάζευα λινάρι
σ’ είδα να λάμπεις μες το πράσινο
όπως όταν σηκώνεται το φεγγάρι
απ΄το κρεβάτι του, ωραίο, λαμπρό.

μ’ είδες, κι έκατσες κάτω στο χορτάρι
χαρά μου, που σε βρήκα μοναχή
φύγε, αν η καρδιά δε σε κρατάει
κινούν τα πόδια, μα τα μάτια -εκεί

Αγαπη μου πιστή, πρώτη,
και τη νύχτα στον ύπνο μου σε βλέπω,
ξυπνώντας δε σε βρίσκω εκεί
και τα πικρά τα κλάματα αρχινώ.

Την αγάπη μου βάλε στην ψυχή
όπως εγώ στην καρδιά μου την βαστώ,
έτσι πάντα στον κόσμο πάει η ζωή,
εκεί που σ' αγαπούνε ν’ αγαπάς.



Σ.Σ. Είπα να ξεφύγω από το Ικαριακό ή Κρητικό φολκλόρ που αναπαράγει κατά κανόνα το ιστολόγιο και πήγα λίγο δυτικότερα. Το τραγουδάκι το πρωτοάκουσα από την εκτέλεση των Encardia με το Νίκο Πορτοκάλογλου, αλλά αυτή εδώ έχει κάτι παραπάνω στίχους και μου φαίνεται και πιο πιστή γλωσσικά αφού ο Roberto Licci τραγουδάει στη μητρική του διάλεκτο. Τους στίχους τους βρήκα διάσπαρτους στο διαδίκτυο και τη μετάφραση επίσης και τα κόλλησα κατά το δοκούν, δεν προέρχονται από μια πηγή μόνο, ελπίζω να μην αδικώ κανέναν αυθαιρετώντας.

Χάριτες χρωστάω στην Ειρήνη και την Αθανασία που υπέκλεψα την κουβέντα τους στο "βιβλίο των προσώπων" και κατέληξα να ακούω γκρεκάνικα μέσα στη νύχτα. Ώρα τους καλή· σ' αυτές, και στις άλλες βέβαια...

30/11/10

Λιμερίκιον

Το εξώφυλλο της έκδοσης του "A book of nonsense" του διάσημου Λιμερικιοσυνθέτη E. Lear, όπως το σελέμισα από το σχετικό άρθρο της wikipedia.

Αν δεν ήταν ο Χριστόφορος πριν κάνα-δυο χρόνια ούτε που θα είχα πάρει είδηση την ύπαρξη του Limerick ως ποιητικού είδους (ως πόλη της Ιρλανδίας το ήξερα από ένα σχετικό βιβλίο του Ιουλίου Βερν). Βέβαια ο καλλιτέχνης αργότερα ασχολήθηκε εκτενέστερα και παραγωγικότερα με τα χαϊκού χακί χρώματος, αλλά εγώ ξαναέπεσα πάνω στα Λιμερίκια χαζεύοντας το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου που δεν τον ξέρω αλλά εικάζω από τα συμφραζόμενα ότι είναι γείτονας εδώ παραδίπλα (στο Βέλγιο; στο Λουξεμβούργο; κάπου εδώ γύρω τέλος πάντων) και νταλαβερίζεται με τις λέξεις επαγγελματικά μάλλον. Στην σχετικά πρόσφατη ανάρτηση "Το λημέρι με τα λιμερίκια" αναφέρει αρκετά τεχνικά και καλλιτεχνικά θέματα πάνω στο αντικείμενο, και στο τέλος προκυρήσσει διαγωνισμό συγγραφής λιμερικίων, στον οποίο σπεύδει να ανταποκριθεί το κοινό του ιστολογίου του. Έτσι μαθαίνουμε πρώτον ότι οι σχολιαστές του κατά κανόνα γνωρίζονται μεταξύ τους, και δεύτερον ότι είναι ΠΟΛΛΟΙ (φτου να μην τους βασκάνουμε τους ανθρώπους).

Διαβάζοντας την ανάρτηση μαθαίνουμε ότι "Τα λιμερίκια είναι η ελληνική απόδοση του αγγλικού limericks, λίμερικ. Είναι πεντάστιχα ποιήματα, με ομοιοκαταληξία ΑΑΒΒΑ, με σατιρικό, άσεμνο ή ανόητο θέμα –είναι μια άσκηση στην αθυροστομία και στη σαχλαμάρα, αλλά έχει γούστο.[...] Στα αρχετυπικά λιμερίκια, ο πρώτος στίχος πάντοτε λέει «Ήταν Χ από το Υ», όπου Χ ο προσδιορισμός ενός προσώπου (ένας γέρος, νέος, άντρας, μια γυναίκα, γριά, κοπέλα, ένα αγόρι, κορίτσι κτλ.) και Υ ένα τοπωνύμιο. Ο δεύτερος στίχος ομοιοκαταληκτεί με τον πρώτο. Ο τρίτος και ο τέταρτος στίχος έχουν λιγότερες συλλαβές, είναι πιο κοντοί, ενώ ο πέμπτος συνήθως επαναλαμβάνει επαυξητικά τον πρώτο.

Εγώ δε συχνάζω στο σαραντάκειο ιστολόγιο (αν και κάνα-δυο περαστικοί σχολιαστές μου συχνάζουν) και η αλήθεια είναι ότι μάλλον δε με ξέρουνε, οπότε δεν μου πέρασε από το μυαλό να συμμετάσχω στο διαγωνισμό, αν και ομολογουμένως ξεράθηκα στο γέλιο με ορισμένα στιχάκια. Καθώς περνούσαν οι μέρες όμως, κάτι με γαργάλαγε και με ξαναγαργάλαγε οπότε για να μη γαργαλιέμαι άλλο είπα να αφήσω την έμπνευση να πηγάσει από μέσα μου, και ακολουθώντας τους ανωτέρω αρχετυπικούς κανόνες του είδους κατέληξα στο εξής στιχούργημα:

Ήταν ένας μπλόγκερ απ' την Ικαρία
που επιθυμούσε σφόδρα μια κυρία
και πήγε να τη βρει
μα ήταν σ' άλλο μαντρί
φουκαρά μου μπλόγκερ απ' την Ικαρία.


(Καλλιτεχνικώς δεν ξέρω, τεχνικώς πάντως μου φαίνεται άψογο).


ΥΓ. Να διευκρινίσω ότι τα περι μπλόγκερ και Ικαρίας έχουν μπει για λόγους ομοιοκαταληξίας και μόνο - οποιαδήποτε ομοιότης με πρόσωπα και καταστάσεις είναι εντελώς συμπτωματική. Καλού κακού όμως (επειδή ξέρω μερικούς που αλλού θα πάει το βρώμικο μυαλό τους) αντικατέστησα με πιο ευπρεπείς τους αρχικούς στίχους που μου ήρθαν (τύπου "του έτρεχαν τα σάλια - μα έμεινε μπουκάλα" κλπ.) μπας και περιορίσω κατά τι τις παράπλευρες απώλειες...

Άντε, καλό χειμώνα.

25/11/10

Επιστημονικός τουρισμός

Εύδηλος by night, Καλοκαίρι 2010. Φωτό Ροβυθέ.

Κατηφόριζα βιαστικά στην πλατεία του Ευδήλου - όσο βιαστικά μου επιτρέπει η ικαριακή μου ανατροφή και ο νωχελικός μήνας Αύγουστος. Ήθελα να προλάβω να δω τη φίλη μου την Α. πριν φύγει για το εξωτερικό, καθώς είχαμε συναντηθεί ελάχιστα αυτές τις μέρες των διακοπών. Την εντόπισα να κάθεται σε ένα καφενείο μαζί με μια παρέα αδέλφια, ξαδέλφια και ανήψια κι έσπευσα προς τα εκεί· καθ' οδόν διασταυρώθηκα με μια ομάδα νεαρών που κρατούσαν μουσικά όργανα. Τους έριξα μια φευγαλέα ματιά: «γκρούβαλοι», σκέφτηκα, και συνέχισα την πορεία μου, αν και κάτι στην εικόνα μου φάνηκε απροσδιόριστα γνωστό.

Έκατσα στο καφενείο με την παρέα των αδελφοξάδελφων. «Τι να κεράσουμε;» ρώτησε ο σύζυγος μιας αδελφής, «καφέ, ελληνικό» απάντησα αθώα. Μεσάνυχτα σχεδόν ήτανε, μια χαρά ώρα για ένα καφεδάκι. Ο σύζυγος δε μάσησε· αν και «γαμβρός» (από αυτούς που οι αυτόχθονες ονομάζουν δήθεν σκωπτικώς «μαζέματα»), ήταν καλά εκπαιδευμένος στα ήθη και έθιμα της νήσου. Μου έδειξε τον καφέ που έπινε ο ίδιος, επίσης ελληνικό, διπλό μάλιστα.

Από το βάθος ακούστηκαν κάτι μουσικές. Η ομάδα τραγουδούσε, άκουγα να έρχεται κάτι σαν ταραντέλλα. Μετά από λίγο είπαν το «Χαράματα η ώρα τρεις». Η Α. σχολίασε ότι τραγουδούσαν σε πολλές γλώσσες, προηγουμένως είχαν πει κάτι γαλλικά.

Κάτι έκανε «κλικ».

- Γαλλικά; Είσαι σίγουρη;
- Φυσικά, το ξέρω το κομμάτι. Μα πού πας;
- Επιστρέφω αμέσως.


Κατευθύνθηκα βιαστικά (όσο μου επιτρέπει κλπ.) προς την ομάδα των μουσικών. Πρόσεξα ότι εκτός από τις κιθάρες και τα απαραίτητα τουμπερλέκια είχαν και μερικά πιο ψαγμένα όργανα, κάτι σα μαντολίνο συν κάτι ξύλινα πνευστά, φλάουτα, φλογέρες... Μια νεαρή μάγισσα με ένα ντέφι μάζευε τις εισφορές του κοινού (όχι και πολλές). Το μάτι μου κόλλησε σε έναν ψηλό, ξανθό, επιβλητικό κιθαρίστα. Απροσδιορίστως γνωστό. Όχι και τόσο απροσδιορίστως, τελικά.

- Να σε ρωτήσω, ρε φιλαράκι, μήπως είσαι Γάλλος;
- Ναι, Γάλλος, είπε ο τύπος ενώ προσπαθούσε να καταλάβει από πού του ερχόταν η ερώτηση - χρειάστηκε να σκύψει για να με αντιληφθεί.
- Ολιβιέ δε σε λένε;
- Ολιβιέ, απάντησε ο τύπος, χαρούμενος που είχε εντοπίσει την πηγή των ερωτήσεων στο κάτω μέρος του οπτικού του πεδίου.
- Και δε μου λες... Δεν ήσουνα ερευνητής στα Λέιζερ στην Κρήτη;
- Ναι! αναφώνησε συγκινημένος ο Ολιβιέ, χαρακτηριστικότατη φάτσα της κοινότητας των ξένων επιστημόνων-ερευνητών του Ηρακλείου τον καιρό που ζούσα εκεί, δηλαδή μέχρι πρότινος.

Η επόμενη ερώτηση κανονικά θα ήταν «- Και τι σκατά θέλεις κοτζάμ ερευνητής Λέιζερ να παριστάνεις τον κιθαρίστα σε περιπλανώμενο θίασο στην Ικαρία, μου λες;», αλλά περιορίστηκα να ρωτήσω πώς βρέθηκε εδώ. Μου είπε ότι είχε αφήσει την Κρήτη και δούλευε στο Παρίσι, αλλά κάτι φίλοι (να αυτός εδώ με το μαντολίνο είναι Ιταλός, εκείνος εκεί με τη φλογέρα Έλληνας, ο άλλος Ιρλανδός...) αποφάσισαν να γυρίσουν τα νησιά το καλοκαίρι κι εκείνος δεν ήθελε να χάσει την ευκαιρία να ξαναβρεθεί στην Ελλάδα, διότι ήταν πολύ ωραία εδώ και...

- Αργείς; αγρίεψε η (Ελληνίς) ταμίας του θιάσου με το ντέφι. Έχουμε δουλειά!

Ο Ολιβιέ με κοίταξε αμήχανα· είπα «σερσέ λα φαμ», χαμογέλασα στην κοπέλα (εκείνη πάλι όχι) και ξαναπήγα προς το καφενείο. Άκουσα πίσω μου την ομάδα να τραγουδάει κάτι στα ισπανικά.

- Μα πού ήσουνα; Ρώτησε η Α. ενώ ο καφές μου μόλις είχε καταφθάσει.
- Στην Κρήτη, είπα δοκιμάζοντας την πρώτη γουλιά.

Η Α. μου έριξε ένα κάπως απορημένο βλέμμα με τα μαύρα, γελαστά μάτια της. Πάνω στην ώρα, από απέναντι ακούστηκαν οι πρώτες νότες του Ερωτόκριτου.


Δημοσιεύτηκε στις "Ελεύθερες πτήσεις" του ikariamag στις 15 Νοεμβρίου 2010.

21/11/10

...βασίλεψε κι η Πούλια

Το ανοιχτό αστρικό σμήνος Μ45 ή Πλειάδες (κοινώς "Πούλια") από την ιστοθέση http://www.stargazer-observatory.com/m45-5.html.

δέδυκε μὲν ἁ σελάνα καὶ Πληϊάδες,
μέσαι δὲ νύκτες, παρὰ δ’ ἔρχεθ’ ὥρα,
ἐγὼ δὲ μόνα καθεύδω.

ΣΑΠΦΩ

Πρέπει να ήταν πριν οχτώ χρόνια, ένα βράδι σε μια κάπως παρακμιακή ταβέρνα σε ένα Αθηναϊκό προάστιο. Η παρέα ήταν πολυεθνική και αρκούντως ετερόκλητη, ηλικιακά και πολιτισμικά, με κοινό χαρακτηριστικό ότι συνεργάζονταν στα πλαίσια κάποιου ερευνητικού προγράμματος που χρηματοδοτούσε η Ευρωπαϊκή Ένωση, και είχαν μαζευτεί για να κάνουν ένα από τα εξαμηνιαία ή ετήσια "progress reports" που προέβλεπε η εκτέλεσή του. Ο Έλληνας καθηγητής που ατύπως έπαιζε ρόλο οικοδεσπότη είχε αγγαρέψει όλο το φοιτητομάνι του εργαστηρίου σε ρόλο συνοδού (κοινώς "για μπούγιο"), οπότε τους κάπως μεσήλικες Ευρωπαίους ερευνητές πλαισίωναν αναλογικώς περισσότεροι πιτσιρικάδες Έλληνες, κάπως βαριεστημένοι είναι η αλήθεια. Βοηθούντος πάντως του κρασιού και της χαλάρωσης στο τέλος μιας κουραστικής ημέρας, οι γλώσσες λύθηκαν σιγά σιγά, με προεξάρχοντα ένα μπον βιβέρ Ιταλό του Νότου που με την πάροδο του χρόνου άρχισε να "ανεβαίνει" και να εκφράζει τον ενθουσιασμό του για ό,τι υπήρχε γύρω του, απευθυνόμενος κατά προτίμηση σε νεαρά Ελληνίδα μεταπτυχιακή φοιτήτρια, ευειδεστάτη ομολογουμένως, που τον παρακολουθούσε με απροσποίητο ενδιαφέρον (ως εξωτικό φρούτο, μάλλον).

Για να είμαστε δίκαιοι με τον άνθρωπο, δεν της την έπεφτε της κοπέλας, αλλά προφανώς του άρεσε να μιλάει σε κοινό και (για να το πω ευγενικά) να εντυπωσιάζει το εν λόγω κοινό. Αφού λοιπόν της αποκάλυψε πως νεώτερος είχε γυρίσει όλη την Ελλάδα, ηπειρωτική και νησιωτική, και ότι ήταν μέγας θαυμαστής του ελληνικού πολιτισμού, έριξε και την τελειωτική κορώνα ότι είχε διδαχτεί και αρχαία ελληνικά στο σχολείο. Η κοπέλα δεν είχε διδαχτεί "Αρχαία", διότι είχε πάει σε Πολυκλαδικό και δεν τα επέλεξε ως μάθημα μια και εστίαζε στις ιατροβιολογικές επιστήμες, αυτή όμως η πληροφορία δεν ήταν γνωστή στον Ιταλό που άρχισε να απαγγέλλει (με ερασμιακή προφορά και ελαφρώς εξεζητημένο τονισμό) κάποιους στίχους. Ύστερα γύρισε στην κοπέλα και ρώτησε, εν είδει αινίγματος, τι σήμαιναν οι στίχοι.

Η κοπέλα έβαλε τα γέλια (διότι της φάνηκε εντελώς ανέκδοτο αυτό που συνέβαινε), ο Ιταλός μάλλον δε χάρηκε και άρχισε να παρεξηγείται (κάτι που στα Ναπολιτάνικα είναι κάπως σοβαρό ζήτημα), οπότε ένας παρακαθήμενος μεταδιδακτορικός ερευνητής (που είχε κάνει Αρχαία στο σχολείο στην προ Πολυκλαδικών εποχή) σφύριξε στο αυτί της κοπέλας στα νέα ελληνικά τους επίμαχους στίχους, τους οποίους η κοπέλα φιλοτίμως μετέφρασε σε τσάτρα-πάτρα αγγλικά προς κατευνασμό του προφεσόρε. Πάνω-κάτω οι στίχοι έλεγαν τα εξής:
Να το φεγγάρι έδυσε, βασίλεψε κι η Πούλια
είναι μεσάνυχτα, περνάει και φεύγει η ώρα,
κι εγώ κοιμάμαι μόνη.

Η αλήθεια είναι ότι ο Ιταλός δεν έφαγε αμάσητη την προσποίηση, αλλά καθώς η κοπέλα του γέμισε το ποτήρι με κρασί και σήκωσε και το δικό της στην υγειά του, έδωσε τόπο στην οργή (τελικά αυτές οι Ναπολιτάνικες οργές μπορεί να μην είναι και τόσο σόι) και το άφησε να περάσει αλλάζοντας θέμα γρήγορα. Μετά όμως διπλάρωσε δήθεν στο άσχετο το μαρτυριάρη μεταδιδάκτορα και του είπε δήθεν φιλικά "Αυτό που έκανες δεν ήταν σωστό". Ψύχραιμος ο Έλλην (από γκράντε προφεσόρους στην Ελλάδα άλλο τίποτα, οπότε δε μάσαγε) εξήγησε στον λάτρη του ελληνικού πολιτισμού ότι η Σαπφώ δεν διδάσκεται στο πρωτότυπο στα ελληνικά σχολεία. "Κι εσύ πού το ήξερες τότε;" ρώτησε ο πονηρός επιστήμων, αλλά ο άλλος εξήγησε ότι οι στίχοι είχαν γίνει τραγούδι (στα νέα ελληνικά, εννοείται) και το ήξερε από εκεί.

Έλεγε αλήθεια· θυμάμαι τουλάχιστον ένα τραγουδι με αυτούς τους στίχους, σε μουσική Μιχάλη Τερζή που είχε τραγουδήσει η Κρίστη Στασινοπούλου σε κάτι Αγώνες Τραγουδιού που είχε οργανώσει ο Χατζιδάκις στην Κέρκυρα στις αρχές της δεκαετίας του 1980 - αργότερα το είπαν κι άλλες ερμηνεύτριες. Ίσως να υπάρχει και άλλη μελοποίηση, δεν είμαι βέβαιος. Το ποίημα βέβαια και κατ' επέκταση το περιστατικό το θυμήθηκα από μια τελείως άλλη αφορμή: επειδή απόψε το φεγγάρι και η Πούλια θα ανατείλουν και θα δύσουν μαζί (δείτε σχετικά εδώ) και σκέφτηκα ότι θα ήταν μια αφορμή να δω επιτέλους καθαρά πώς μοιάζει η Πούλια, κι αν έχει όντως εφτά παιδιά (όπως ισχυρίζεται ένα άλλο τραγουδάκι, του Ελύτη, που μελοποίησε ο Θεοδωράκης στις Μικρές Κυκλάδες).

Αλλά μάλλον θα έχει συννεφιά εδώ που βρίσκομαι, οπότε εσείς στην Ελλάδα δείτε και πείτε μου, εντάξει;

Περιμένω.



Η Μαργαρίτα Ζορμπαλά τραγουδάει τη "Μάγια" από τις Μικρές Κυκλάδες του Μίκη Θεοδωράκη, σε στίχους (γραμμένους για τραγούδια) του Οδυσσέα Ελύτη. Πάντα είχα την απορία πώς είναι να είσαι "ο άντρας του ουρανού", πώς την αγκαλιάζεις τη Μάγια, δεν καίγεσαι; Αλλά βλέπω διάφορους καμένους γύρω-γύρω και πονηρεύομαι...

Σ.Σ. Ενίοτε άλλα ξεκινάς να γράψεις, άλλα σου προκύπτουν. Πριν κάνα μήνα σχολίαζα σε μια ανάρτηση ένα ποίημα της Σαπφούς που εντόπισα σε έναν τοίχο στο Λέιντεν. Εκατόν ένα είναι τα ποιήματα στους τοίχους της πόλης (μετρημένα), τα δύο στα ελληνικά: το προαναφερθέν επίγραμμα της Σαπφούς και τα "Κρυμμένα" του Καβάφη. Στην τελευταία λεξούλα εκείνης της ανάρτησης σχολίασα, αστειευόμενος, ότι θα ψάξω να βρω και τυχόν τρίτο ελληνικό ποίημα - ει δυνατόν από στρέιτ ποιητή. Ο αστεϊσμός δεν έτυχε ευμενούς αποδοχής από ένα μέρος του αναγνωστικού κοινού: η Γωγούλα αντέδρασε κάπως, υπενθυμίζοντάς μου (ακουσίως μάλλον) ότι σε ορισμένα θέματα τα αστειάκια μπορούν να παρεξηγηθούν και να τρέχεις μετά και να μη φτάνεις (ειδικά άμα σε τουλουμιάσουν μαζί με διάφορους μάλλον αντιπαθητικούς τύπους κάτω από μια κοινή ταμπέλα).

Από την άλλη βέβαια προβληματίστηκα κιόλας με τον εαυτό μου: γιατί άραγε έκανα το συγκεκριμένο σχόλιο; Φαντάζομαι ότι δεν θα μου πέρναγε από το μυαλό να αναζητήσω κανέναν τρίτο "όχι στρέιτ" αν οι εκπρόσωποι της ελληνικής ποίησης ήταν ο Αρχίλοχος και ο Σεφέρης, ο Ευριπίδης και η Κική Δημουλά. Εξορθολογίζοντάς κάπως το πράγμα αργότερα, διαχώρισα τις περιπτώσεις: εικάζω ότι η Σαπφώ μπήκε στους 101 ως γυναίκα μάλλον (και δη της αρχαίας Ελλάδας) και όχι ως σεξουαλικός προσανατολισμός. Ο Καβάφης πάλι, είναι από τις πιο σημαντικές ποιητικές φωνές του νεώτερου ελληνισμού, σκέφτομαι όμως ότι ενδεχομένως αναγνωρίστηκε διεθνώς με διαπιστευτήρια και σεξουαλικής ταυτότητας (δηλαδή ότι ένα σημαντικό μέρος του έργου του εύρισκε απήχηση στην κοινότητα των ανθρώπων ομοερωτικού προσανατολισμού). Μια γρήγορη ματιά στην εκπροσώπηση άλλων ποιητών στους τοίχους της πόλης, πληροφορεί ότι μια χαρά στρέιτ κόσμος κυκλοφορεί εκεί, κι αν τυχόν εγώ θα προτιμούσα τον Εγγονόπουλο από το Μαρινέτι και τον Ελύτη από το Νερούδα, μικρή σημασία έχει.

Ξαναδιαβάζω την προηγούμενη παράγραφο, και αναρωτιέμαι πόσο θα άλλαζε το νόημα αν επέλεγα λιγότερο politically correct φρασεολογία, όχι αναγκαστικά χυδαία, αλλά λιγότερο στραμπουληγμένη σε σχέση π.χ. με την έκφραση "κοινότητα ανθρώπων ομοερωτικού προσανατολισμού", που υπονοεί ότι οι άνθρωποι που συνωθούνται πίσω από το ακρωνύμιο
LGBT (ελληνιστί ΛΟΑΤ) αποτελούν όντως μια "κοινότητα" και διαθέτουν παρεμφερή χαρακτηριστικά. Το θέμα προσφέρεται για διάφορες απλοποιήσεις ή και γελοιοποιήσεις, αλλά αν και δε με έχει απασχολήσει ιδιαιτέρως σοβαρά, σκέφτομαι ότι ανάγεται εν τέλει στον αν θεωρείς ότι οι σεξουαλικές προτιμήσεις αφορούν κάτι που οι άνθρωποι "είναι" ή κάτι που "κάνουν".

Στη δεύτερη περίπτωση (που κατ' αρχήν την προτιμώ, αλλά ο κάθε ενδιαφερόμενος ξέρει για τον εαυτό του καλύτερα), νομίζω ότι μια χαρά μας καλύπτουν τόσο τα ερωτικά ποιήματα του Καβάφη όσο και αυτά της Σαπφούς, χωρίς να φοβηθούμε μήπως ταυτιστούμε με κάτι που δεν "είμαστε". Άλλωστε λίγους ανθρώπους ξέρω που δεν θα αισθάνθηκαν κάποτε (ανεξαρτήτως φύλου ή προτιμήσεων) το βάρος αυτού του "κοιμάμαι μόνη", είτε το λέει η Σαπφώ είτε εικοσιπέντε αιώνες αργότερα ένας Ναπολιτάνος προφεσόρε, είτε με κάποιες άλλες λέξεις ένας χαμηλών τόνων υπάλληλος στην οδό Λέψιους ή μια λίγο άρρωστη και ίσως μπερδεμένη αλλά πολύ γλυκειά κοπέλα πάνω στην ακμή της ή ένας όχι και τόσο γλυκός μεσήλιξ σε απαρχές παρακμής.

Κοιτάζω το νυχτερινό ουρανό· τα αιώνια σύννεφα. Είναι μεσάνυχτα· περνάει και φεύγει η ώρα.

15/11/10

Straat

Φωτογραφία Μ.Β. (aka Maristra), Ουτρέχτη, Οκτώβριος 2010.

Δε μπορώ να ισχυριστώ ότι αναγνωρίζω φάτσες στο δρόμο, αν και κοντεύω να κλείσω επτάμηνο στο Λέιντεν. Αυτόν όμως τον αναγνωρίζω, γιατί ως πρόσωπο είναι εξαιρετικά οικείος. Δεν είμαι βέβαιος αν είναι Ολλανδός, μοιάζει περισσότερο μεσογειακός ή μεσανατολίτης. Βέβαια μιλάει αβίαστα ολλανδικά με αυτούς που περνάνε δίπλα του μπαινοβγαίνοντας στο σουπερμάρκετ. Έχει το πόστο του δίπλα ακριβώς στην είσοδο, δεν ενοχλεί κανέναν, απλώς κρατάει στο χέρι μερικά αντίτυπα ενός περιοδικού. Κάποιοι σταματάνε και αγοράζουν, οι πιο πολλοί - οι συντριπτικά πιο πολλοί - περνάνε χωρίς να σταθούν, φορτωμένοι με τα ψώνια της ημέρας.

Ο τίτλος του περιοδικού είναι Straat ή κάπως έτσι, νομίζω σημαίνει "Δρόμος" και έχω την εντύπωση ότι είναι μια τοπική εκδοχή του Big Issue, ενός περιοδικού που πριν μερικά χρόνια είχε κάνει μια ορισμένη αίσθηση χάρη το γεγονός ότι πωλείτο (ή διανεμόταν αν θέλετε) αποκλειστικά από αστέγους. Κάποιοι εξασφάλιζαν τα υποτυπώδη προς το ζην με αυτό τον τρόπο - ένα σκαλί παραπάνω από την απλή ελεημοσύνη. Θυμάμαι έναν κλώνο που είχε κυκλοφορήσει στην Ελλάδα και λεγόταν, νομίζω, "Δρομολόγια", ίσως έχουν περάσει πάνω από δέκα χρόνια από εκείνη την εποχή. Κάπου είχα φυλάξει κάποια τεύχη που πιθανώς ανακυκλώθηκαν εν τέλει σε κάποια από τις μετακομίσεις μου. Από ό,τι θυμάμαι το περιεχόμενο των άρθρων δεν έλεγε και σπουδαία πράγματα, αλλά δεν είχε και τόση σημασία. Άλλωστε άπειρες ασημαντότητες κυκλοφορούν τυπωμένες, αυτό τουλάχιστον έπιανε και τόπο.

Την εποχή εκείνη οι άστεγοι ήταν στην Αθήνα μάλλον λίγοι, σε σχέση με αυτό που συμβαίνει σήμερα (από ό,τι μου λένε οι φίλοι μου, καθώς δεν ζω εκεί τα τελευταία χρόνια). Στην Ολλανδία που είναι απείρως πιο πυκνοκατοικημένη από την Ελλάδα φαντάζομαι θα υπάρχει πολύ μεγαλύτερο πρόβλημα στέγης, φαίνεται όμως πως ίσως υπάρχει μικρότερο πρόβλημα κοινωνικού αποκλεισμού. Εκτός από μερικά εμφανή πρεζόνια δεν μου έχουν ζητήσει ποτέ λεφτά στο δρόμο, από την άλλη όμως δεν ζω και σε μεγάλη πόλη, οπότε δεν μπορώ να είμαι σίγουρος.

Ο άνθρωπος απέναντί μου όμως δεν ζητάει λεφτά από κανέναν. Απλώς στέκεται εκεί, όλες τις ώρες που είναι ανοιχτό το σουπερμάρκετ, με τα περιοδικά στο χέρι. Πού και πού ανταλλάσσει καμμιά κουβέντα με κανέναν. Πρέπει να είναι άνω των σαράντα, με κάπως κουρασμένη φάτσα, στην οποία όμως φυτρώνει ένα συμπαθητικό χαμόγελο. Δεν είναι ούτε ρακένδυτος ούτε απεριποίητος. Αφήνει τα περιοδικά δίπλα του και βγαίνει για λίγο στο δρόμο, παρά τη συνηθισμένη ολλανδική βροχή, για να ανάψει ένα τσιγάρο.

Η κυρία που σπρώχνει το καροτσάκι μπροστά μου, εικάζω ότι είναι ασιατικής καταγωγής. Το λέω χωρίς να βλέπω το πρόσωπό της, επειδή τα ψώνια της είναι κυρίως πράγματα που ταιριάζουν σε ασιατική κουζίνα, νουντλς και γαρίδες, σάλτσα σόγιας και ανανάς. Της ρίχνω μια ματιά καθώς κοντοστέκεται μπροστά μου στην ουρά για το ταμείο: έχω κάνει λάθος, είναι τυπικά ευρωπαϊκή φάτσα, με χαρακτηριστικά πράσινα μάτια και ασορτί ρυτίδες. Παραδόξως μικροκαμωμένη και σκυφτή για τα ολλανδικά δεδομένα, πρέπει να είναι άνω των εβδομήντα. Της παίρνει λίγη ώρα να μοιράσει τα ψώνια της στις τσάντες που κουβαλάει (εδώ είθισται τα ψώνια να τα παίρνεις σε επαναχρησιμοποιούμενες τσάντες που φέρνεις από το σπίτι) και στο μεταξύ έχω περάσει κι εγώ από το ταμείο. Κατευθυνόμαστε ταυτόχρονα προς την έξοδο, η βροχή έχει δυναμώσει κάπως και αφήνω τα ψώνια για να κουμπώσω το αδιάβροχο και να εντοπίσω την ομπρέλα μου.

Στο μεταξύ η κυρία πλησιάζει τα αφημένα περιοδικά, και σηκώνει ένα. Το ξεφυλλίζει με κάποιο ενδιαφέρον, κι ύστερα κοιτάζει δεξιά κι αριστερά, μέχρι που εντοπίζει τον πωλητή στην πόρτα και του κάνει ένα νεύμα. Ο άνθρωπος πλησιάζει χαμογελαστός, προς έκπληξή μου μιλάνε στα αγγλικά, καθώς η κυρία φαίνεται ότι δεν είναι Ολλανδέζα τελικά. Τον ρωτάει πόσο κάνει το τεύχος (αν και η τιμή είναι γραμμένη με μεγάλα γράμματα στο εξώφυλλο). Της λέει "ενάμιση ευρώ" και εκείνη βγάζει ένα νόμισμα των δύο ευρώ και του το δίνει. Ο άνθρωπος πάει να της δώσει τα ρέστα μαζί με το περιοδικό, κι εκείνη του λέει (λίγο σα να ζητάει συγγνώμη) ότι δεν μιλάει ολλανδικά. Αφήνει λοιπόν το περιοδικό, που δεν της είναι χρήσιμο, μαζί και τα ρέστα, και βγαίνει στη βροχή.

Βγαίνω πίσω της και στεκόμαστε δίπλα δίπλα στη διάβαση περιμένοντας να περάσουν τα ποδήλατα (που έχουν προτεραιότητα εδώ). Ύστερα σαν κάτι να θυμάμαι γυρίζω πίσω προς το σουπερμάρκετ. Ο άστεγος είναι στο πόστο του, του δίνω ενάμιση ευρώ και κάνω ότι ξεφυλλίζω το περιοδικό. "Δεν ξέρω Ολλανδικά", λέω στο τέλος και κάνω να του το επιστρέψω, "όπως η κυρία". Ο τύπος βάζει τα γέλια. "Η κυρία είναι Ολλανδέζα", μου λέει, "περνάει σχεδόν κάθε μέρα και παίρνει από ένα, αλλά μια και έχω το ίδιο τεύχος τις πιο πολλές φορές, βρίσκει άλλη δικαιολογία κάθε μέρα για να μου το δώσει πίσω". Κουνάω το κεφάλι "Εγώ πάντως δεν ξέρω ολλανδικά", επιμένω, και του το δίνω πίσω. "Ευχαριστώ", λέει, και από τον τόνο της φωνής του διαισθάνομαι ότι το εννοεί.

Ξαναβγαίνω στο δρόμο. Η βροχή έχει δυναμώσει, βλέπω τις στάλες να αυλακώνουν το νερό στο κανάλι κι αναρωτιέμαι πώς να μπορεί κανείς να ζήσει όντας άστεγος σε μια χώρα που βρέχει τρακόσιες μέρες το χρόνο. Το μάτι μου πιάνει την κυρία στην απέναντι όχθη του καναλιού καθώς μεταφέρει τα ασιατικά ψώνια της. Βαδίζει αργά αλλά σταθερά, μικροκαμωμένη και σκυφτή, με τις σακούλες που τη βαραίνουν.

Ένα ποδήλατο προσπερνάει κουδουνίζοντας. Βραδιάζει.

12/11/10

Σιλάνς

Επιγραφή σίγασης σε τραίνο των ολλανδικών σιδηροδρόμων που κινείται μεταξύ Βρυξελλών και Άμστερνταμ. Με βάση την εμπειρία μου, η προτροπή μάλλον δεν εφαρμόζεται στο Βέλγιο.

Χώθηκαν στο τραίνο δευτερόλεπτα πριν κλείσουν οι πόρτες. Το βαγόνι ήταν από αυτά που έχουν και πρώτη και δεύτερη θέση, που διαχωρίζονταν από μια μετακινούμενη πορτούλα από πλεξιγκλάς. Η κοπέλα έσπρωξε την πορτούλα και μπήκε πρώτη στο τμήμα που ήταν δεύτερη θέση, ο άλλος μπήκε πίσω της. Οι πιο πολλές θέσεις ήταν κατειλημμένες, αλλά ένα κουπέ πίσω ήταν εντελώς άδειο. Κάθησαν ο ένας απέναντι από τον άλλο, ευχαριστημένοι. Το τραίνο κινείτο ήδη με ταχύτητα, με κατεύθυνση το Άμστερνταμ. Κάτι ξεκίνησαν να λένε, όταν χτύπησε το τηλέφωνο της κοπέλας με ένα χαρακτηριστικό ήχο. Εκείνη απάντησε, σε μια γλώσσα ξένη στο υπόλοιπο βαγόνι. Προφανώς δεν άκουγε καλά ή δεν την άκουγαν καλά, διότι μιλούσε δυνατά επαναλαμβάνοντας την ίδια ερώτηση. Πρόσεξα ότι χειρονομούσε με έμφαση ταυτόχρονα, σαν ο αόρατος συνομιλητής της να την έβλεπε κιόλας.

Ένας πανύψηλος Ολλανδός σηκώθηκε από ένα διπλανό κάθισμα και πήγε προς τη θέση των δύο. Με αυστηρό ύφος τους έδειξε, χωρίς να μιλήσει, μια επιγραφή πάνω στο παράθυρο. Ήταν γραμμένη ολλανδικά και αγγλικά, αναγνώρισα την αγγλική λέξη "silence". Ο τύπος έδειξε επίσης μια άλλη επιγραφή που είχε ένα διαγραμμένο κινητό τηλέφωνο. Το ύφος του ήταν βαρύ κι ασήκωτο, αλλά απλώς τους έριξε ένα αυστηρό βλέμμα, περιφρονητικό κάπως, πριν καθήσει, αμίλητος πάντα, στη θέση του. Η κοπέλα που δεν πρόσεξε την κίνηση διότι μιλούσε, πρόσεξε το συνοδό της που της έκανε νοήματα και έκλεισε το κινητό. Μίλησαν για λίγο χαμηλόφωνα, ο άντρας της έδειχνε τις επιγραφές στα παράθυρα και τους τοίχους του βαγονιού. Το βλέμμα και των δύο είχε μια απορία, μάλλον δεν είχαν ξαναδει κάτι τέτοιο. Οι υπόλοιποι επιβάτες κάθονταν σιωπηλοί, αφοσιωμένοι σε αυτά που διάβαζαν. Ο δράστης της υπόδειξης είχε βυθιστεί σε μια εφημερίδα.

Το κινητό της κοπέλας ξαναχτύπησε: απάντησε με κάποια σύντομη φράση (προφανώς κάτι σαν "θα σε πάρω μετά") και το έκλεισε πάλι. Μετά άρχισε να χτυπάει του αλλουνού, το έκλεισε κι αυτός, μετά κάνανε μπιπ κάτι γραπτά μηνύματα. Μέχρι το Άμστερνταμ αντάλλαξαν δυο-τρεις κουβέντες μόνο, χαμηλόφωνες. Από όλο το υπόλοιπο βαγόνι δε μίλησε κανείς. Κατέβηκαν στο Centraal και έμειναν να κοιτάζουν τα παράθυρα του τραίνου απέξω. Αυτός της έδειξε την επιγραφή Silence που κάλυπτε τα παράθυρα σε όλο το βαγόνι, αλλά όχι και στο διπλανό. Η κοπέλα έβγαλε το κινητό της και κάλεσε κάποιο νούμερο. Προχώρησαν δίπλα δίπλα μέχρι τις κυλιόμενες σκάλες, κι ύστερα χάθηκαν μέσα στο πλήθος. Σκέφτηκα ότι έμοιαζαν διαφορετικοί. Δεν πρέπει να ήταν ζευγάρι: η κοπέλα ήταν δυσανάλογα όμορφη σε σχέση με το συνοδό της, με μαύρα κατσαρά μαλλιά, μαύρα μάτια και γεμάτα χείλη, ενώ αυτός είχε μια συνηθισμένη νοτιόφατσα, κοντός, με κοιλιά, αξύριστος, απεριποίητος. Πώς καταλαβαίνεις αν δυο άνθρωποι είναι ζευγάρι; Υπάρχει κάτι που να τους ενώνει, μια γλώσσα του σώματος; Αυτοί δεν την είχαν.

Πριν λίγες μέρες ξαναβρέθηκα σε ένα τέτοιο βαγόνι, γυρνώντας από τις Βρυξέλλες προς το Ρότερνταμ. Οι επιβάτες του μάλλον δεν πρόσεξαν τις επιγραφές: άλλοι έτρωγαν χάμπουργκερ, άλλοι μιλούσαν στα κινητά, μια παρέα φλαμανδικής καταγωγής κοριτσόπουλα γελούσε παίζοντας κάποιο παιχνίδι, ένα ζευγάρι μεσήλικων και βάλε Ολλανδών υπό εμφανή επήρεια αλκοόλ ερωτοτροπούσε θορυβωδώς, κάποιος βίδωνε και ξεβίδωνε ένα πτυσσόμενο ποδήλατο που προσπαθούσε να στριμώξει (και εν τέλει κατάφερε) στο χώρο αποσκευών πάνω από τα καθίσματα. Κάποια στιγμή κάπου στην Αμβέρσα η διερχόμενη ελεγκτής των εισητηρίων έκανε κάτι νοήματα τύπου "σσσσστ" στις ξεκαρδισμένες κοπελούδες. Της απάντησαν κουνώντας σιωπηλά το κεφάλι, αλλά μόλις βγήκε από το βαγόνι ξεκαρδίστηκαν στα γέλια και συνέχισαν από εκεί που είχαν μείνει. Κανείς δε φάνηκε να ενοχλείται.

Ούτε κι εγώ, βέβαια. Έριχνα απλώς κλεφτές ματιές στο ζευγάρι που έπινε τις μπυρίτσες του, φιλιόταν και χαϊδευόταν, παρά τις εμφανείς ρυτίδες και την παρηκμασμένη κόμη, και σκεφτόμουν απλά ότι άμα έχεις κάτι να σε ενώνει, μια γλώσσα του σώματος (και της ψυχής, ακόμα καλύτερα), μικρή σημασία έχουν οι απαγορευτικές επιγραφές.

Σ.Σ. Τώρα που το θυμάμαι λίγο καλύτερα, η ξένη γλώσσα που μιλούσε η κοπέλα στο βαγόνι-ησυχαστήριο ήταν ελληνικά· με ανεπαίσθητα κρητική προφορά.

8/11/10

Ο φάρος στην άκρη του κόσμου

Ο φάρος στον Κάβο-Πάπα, Ικαρία, Αύγουστος 2009.

Στα χωριά του Πάπα δεν είχα πάει ποτέ μικρός, διότι τότε δεν υπήρχε τρόπος να πας άλλος παρά μόνο δια θαλάσσης. Θυμάμαι βέβαια μια εποχή, το 1977 μάλλον, που το «Μιαούλης» έκανε μια απίστευτη εικοσιτετράωρη διαδρομή Τζια-Σύρο-Τήνο-Μύκονο-Καρκινάγρι-Αρμενιστή-Εύδηλο-Άγιο-Φούρνους-Καρλόβασι-Βαθύ. Από κει πρέπει να είναι η πρώτη εικόνα που θυμάμαι από το Καρκινάγρι, όπως φαίνεται από τη θάλασσα. Θυμάμαι τις βάρκες που ερχόντουσαν να παραλάβουν τους επιβάτες (δεν υπήρχε προβλήτα, βέβαια) και παρέλαβαν μεταξύ άλλων και μία κατσίκα ζωντανή. Αναδρομικά προσπαθώ να καταλάβω γιατί έκανε τη διαδρομή Πειραιά-Καρκινάγρι η κατσίκα, αλλά ίσως τότε να μην ήταν τριάντα χιλιάδες τα κατσίκια της Ικαρίας και ο πληθυσμός τους να χρειαζόταν ενίσχυση, δεν ξέρεις ποτέ. Άλλα χρόνια εκείνα...

Η άγνοιά μου για τα Δυτικά συνεχίστηκε για καιρό· θυμάμαι μετά την πρωτοχρονιά του 1986 να συναντάω απρόσμενα στο λιμάνι του Αγίου μια κοπέλα που ήξερα από την Αθήνα, και όταν τη ρώτησα πώς βρέθηκε τέτοια εποχή στο νησί, μου είπε ότι τη φιλοξενούσε μια φίλη της καριωτίνα στο Αμάλου ή στον Κάλαμο. Προς μεγάλη μου αμηχανία δεν ήξερα να τοποθετήσω τα μέρη αυτά στο χάρτη· η κοπέλα με πρσανατόλισε λέγοντάς μου ότι πήγαν και σε ένα «μεγάααααλο» χωριό λίγο πιο πέρα: στο Καρκινάγρι. Κάπως έτσι ανακάλυψα ότι υπάρχει ζωή πιο δυτικά από τις Ράχες (και μάλιστα χειμώνα). Το γεγονός με εντυπωσίασε τόσο που το ανέφερα στους γονείς μου ως αξιοπερίεργο: «ε, ναι», μου είπαν, «οι Παπιστάνοι». Η λέξη ήταν ακόμα πιο εντυπωσιακή, δεν την είχα ξανακούσει ως τότε. Η μάνα μου θυμήθηκε και μια (σκωπτική, μάλλον) ρίβα:

Παπιστάνα, Παπιστάνα, με τα δώδεκα φουστάνια
Το ‘να βγαζεις, τ’ άλλο βάζεις, πάλι Παπιστάνα μοιάζεις
Δεν ήξερα πως μοιάζουν οι Παπιστάνοι, μέχρι που λίγους μήνες αργότερα, μια συμφοιτήτριά μου δήλωσε ότι θα πήγαινε με τον καλό της μια βδομάδα διακοπές στην Ικαρία. Της είπα να έρθει να με βρει: αν και δεν είχαμε τηλέφωνο σπίτι, ούτε υπήρχαν κινητά, μπορούσε απλώς να ρωτήσει στο περίπτερο ή στο καφενείο, θα με έβρισκε σίγουρα. Μου το υποσχέθηκε, αλλά το καλοκαίρι πέρασε χωρίς να δώσει σήμα. Την ξαναβρήκα το Σεπτέβρη, ενθουσιασμένη από την Ικαριακή εμπειρία, αλλά «ούτε περίπτερο είχε, ούτε στο καφενείο σε ήξερε κανείς». Ρώτησα απορημένος πού ακριβώς ήταν· κατάλαβα ότι βρέθηκαν στο Καρκινάγρι επειδή πήρανε το «Ίκαρος» μια Δευτέρα. Το «Ίκαρος» τις Δευτέρες έκανε μια στάση στο Καρκινάγρι καθ’ οδόν για τον Άγιο· την άλλη Δευτέρα το ξαναπήρανε για πίσω.

- Δυσκολευτήκαμε βέβαια, γιατί δε μας άφηναν να φύγουμε οι ντόπιοι, σκοτώθηκαν ποιος θα μας πρωτοφιλοξενήσει και μετά παρεξηγήθηκαν που έπρεπε να φύγουμε. Πάντως περάσαμε καταπληκτικά, τι απίστευτοι άνθρωποι είναι αυτοί;

Εμένα πάλι μου πήρε σχεδόν μια δεκαετία ακόμα να φτάσω εκεί οδικώς. Έκτοτε όμως κάνω σχεδόν ανελλιπώς το δρομολόγιο τα καλοκαίρια, συχνά πηγαίνοντας από τον ορεινό δρόμο και επιστρέφοντας από τον (κατ’ επίφασιν) παραλιακό. Κουβαλάω μαζί και τους φίλους που φιλοξενώ κατά καιρούς· επειδή δεν αρέσει σε όλους, παραφράζοντας τον Καβάφη τους λέω ότι «κι αν φτωχικό τον βρεις, ο Πάπας δε σε γέλασε...σου ‘δωσε το ωραίο ταξίδι». Συνήθως πιάνει το επιχείρημα.

Πέρσι βρέθηκα με μια φίλη και τη φίλη της, αμφότερες «ξένες» (με την ικαριακή έννοια της λέξης) να ψάχνουμε το δρόμο για το φάρο στον κάβο-Πάπα, που ακόμα και τώρα δεν έχω φτάσει. Η φίλη της φίλης ήταν λιγάκι (χμ...) ξυνή και δεν πολυγούσταρε, οπότε προκειμένου να ακούμε γκρίνιες μείναμε να κοιτάμε από πάνω τα κύματα που χωρίζονταν σε μια γραμμή στην προέκταση του κάβου: άλλο καιρό είχε βόρεια κι άλλο νότια. Αλλά η φίλη μου ψιθύρισε φεύγοντας στο αυτί «την άλλη φορά θα έρθω μόνη μου, και θα πάμε μαζί μέχρι εκεί, ακούς;».

Ακούω, κοπελιά. Σε περιμένω· μην αργήσεις.


Σ.Σ. Ο τίτλος είναι παρμένος από ένα μυθιστόρημα του Ιουλίου Βερν. Το κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στο ikariamag στις 4/11/2010



Μια άλλη όψη του φάρου στο βιντεάκι από μια εκπομπή της ΕΡΤ - στο τιμόνι του καϊκιού ο φίλτατος κ. Γιάννης K., ο μοναδικός εξ' όσων γνωρίζω Ακαματριώτης με πλεούμενο.

4/11/10

Αφρόκρεμα: η επιστροφή των Τζεντάι


Οι θρυλικοί Αφρόκρεμα ξαναχτυπούν με μια παγκοσμιοποιημένη εκδοχή του σουξέ "Τι θέλεις να κάνω;" του έκπαιλαι δημοφιλούς τραγουδιστή Γιάννη Πάριου. Η εικασία ότι οι στίχοι του άσματος στην πραγματικότητα απευθύνονται στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, την Ευρωπαϊκή Ένωση, την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα ή την κ. Μέρκελ αυτοπροσώπως έλεγχεται ως ανακριβής.

Η λιτότητα δεν αφορά μόνο μισθούς, επιδόματα και συντάξεις, και η ανάγκη να καλύψουμε τα ελλείματά μας και να ξεπληρώσουμε τα χρέη μας δεν είναι μόνο οικονομική. Βαθιά ταγμένοι στο μετερίζι του πολιτισμού (και του αθλητισμού, αλλά αυτό δεν είναι της παρούσης), οι γνωστοί στους αναγνώστες του ιστολογίου Άφρο και Κρέμα (αθροιστικώς Αφρόκρεμα) έρχονται να καταθέσουν την επίκαιρη μαρτυρία και την κρίσιμη συμβολή τους στο ιστορικό γίγνεσθαι. Η Ροβιθέ προστρέχει άμεσα (δηλαδή με εξάμηνη καθυστέρηση περίπου) στην αποκάλυψη του ιστορικού μηνύματος που μεταφέρει το επιτυχημένο (σε κάτι τέλος πάντων...) επιστημονικο-καλλιτεχνικό δίδυμο και προσφέρει στο πολυπληθές (τρεις κι ο Idom) κοινό της όχι μόνο μια προεπισκόπηση του νέου πονήματος των δύο δημιουργών (που μπορείτε μήνες τώρα να βρείτε και στο you tube άλλωστε) αλλά και ένα ερμηνευτικό πλαίσιο, υπό το πρίσμα του οποίου δίδεται ένα διαφορετικό φως στα όσα διαδραματίζονται στο αναρτηθέν βιντεάκι.

Εκ πρώτης όψεως, πρόκειται για ένα τυπικό concept Αφρόκρεμα. Τα πάντα είναι στη θέση τους: το εργαστηριακό σκηνικό, το μαύρο γυαλί του Άφρο, η α-λα-Γκράουτσο-Μαρξ παραλλαγή του Κρέμα, η κιθάρα, ο διαχρονικός Γιάννης Πάριος σε μία ακόμα απόδοση άσματος στην αγγλική γλώσσα (πρόκειται για το "Τι θέλεις να κάνω;" σε στίχους K. Ρουβινέτη και μουσική Γ. Χατζηνάσιου), το φιλικό χτύπημα στην πλάτη. Σε μια πρώτη ανάγνωση θα έλεγε ο ανυποψίαστος θεατής ότι το έχουμε ξαναδεί το έργο. Είναι όμως έτσι; Μια πιο προσεκτική δεύτερη ματιά αποκαλύπτει μερικές διαφορές σε κάποιες λεπτομέρειες. Και όπως όλοι ξέρουμε, ο διάβολος κρύβεται στις λεπτομέρειες...

Πρώτα από όλα, αυτή τη φορά δεν υπάρχουν ούτε γκεστ-σταρ, ούτε κλήσεις στο σκάιπ και άλλες παρεκβάσεις. Το ντουέτο έχει αφαιρέσει από το εκφραστικό του οπλοστάσιο αυτά τα αφηγηματικά μέσα που μάλλον συσκοτίζουν παρά αποκαλύπτουν την ουσία, και αφήνει να μιλήσει μόνο το τραγούδι, λιτό και απέριττο όπως ταιριάζει σε μια εποχή κρίσης... Το πιο χαρακτηριστικό, είναι ότι αυτή τη φορά απουσιάζει ακόμα και η εμβληματική μορφή του Τσε Γκεβάρα που ενυπήρχε στο συλλογικό ασυνείδητο (δηλαδή στον πίσω τοίχο) στις προγενέστερες δημιουργίες του ντουέτου. Μη βιαστεί κανείς να πει ότι αυτή τη φορά το βιντεάκι είναι τραβηγμένο σε άλλο χώρο που δεν είχε Τσε, γιατί σε μια τόσο σφιχτοδεμένη ομάδα σαν τους Αφρόκρεμα, τίποτα δεν είναι τυχαίο.

Και υπό αυτό το πρίσμα είναι που αναγκάζεται κανείς να προσέξει μια ακόμα αλλαγή: ο Κρέμα δεν αρκείται αυτή τη φορά στην αλλοίωση των χαρακτηριστικών του πίσω από τη μουτσούνα του Γκράουτσο Μαρξ. Έχει προσθέσει και μια κουκούλα. Τι συμβολίζει άραγε η κουκούλα; Μια πρώτη επιπόλαια ανάγνωση θα μπορούσε να θεωρήσει ότι αφορά έναν "κουκουλοφόρο Μαρξ" ως ένα σύμβολο της εξέγερσης - σε αυτή την εκδοχή μάλιστα ο Τσε λείπει από το πλάνο διότι έχει πάει να συμπαρασταθεί στους εξεγερμένους. Πόσο μάλλον που η εποχή που γυρίστηκε το βίντεο είναι ακριβώς τις μέρες της επιβολής του Μνημονίου της Τρόικας. Προσθέστε ακόμα το αμφίσημο νόημα των στίχων "whatever you want, you tell me I'll do" που θα μπορούσαν να απευθύνονται όχι μόνο στο ΔΝΤ και στην Τρόικα αλλά στην Ανγκέλα Μέρκελ αυτοπροσώπως.

Όμως η φριχτή αλήθεια που κρύβεται πίσω από την μεταμόρφωση του Κρέμα είναι λιγότερο επιρρεπής σε επικαιρικές σχηματοποιήσεις του συρμού. Το κλειδί για την κατανόηση του συμβόλου της κουκούλας (διότι συμβολική είναι, αναμφίβολα...) εμπεριέχεται στους στίχους, και μάλιστα στον εναλλακτικό τίτλο του άσματος: aka "The mask of the pain". Αυτό που θέλει να πει οι ποιητής είναι ότι η κουκούλα επιχειρεί ακριβώς να κρύψει "τη μάσκα του πόνου" - του πόνου που προκαλείται από την αργή αλλά επίπονη μεταμόρφωση που συμβολίζει (επιτέλους τώρα το αντιλαμβανόμεθα ολοκληρωμένα) η μουτσούνα του Γκράουτσο. Διότι τον σωστό Μαρξ επικαλούνται οι καλλιτέχνες μας, και μας προσανατολίζουν μέσω της κινηματογραφικής περσόνας στη λύση του αινίγματος: Ο Κρέμα (ίσως και ο Άφρο, αλλά αυτό θέλει ακόμα μερικά σήκουελ) δεν συμβολίζει αυτό που νομίζουμε αρχικά: είναι σύμβολο ενός βαθιά διχασμένου όντος, που υποφέρει στην αιώνια πάλη ανάμεσα στο φως και το σκοτάδι, που φοράει "τη μάσκα του πόνου" καθώς υπερισχύει μέσα του η "σκοτεινή πλευρά". Είναι ένας ιππότης Τζεντάι, που ρέπει πλέον προς το να γίνει (τρομακτικός) Νταρθ Βέιντερ. Και γιατί να το κρύψωμεν άλλωστε, αφού το λένε κι οι ίδιοι: "what if I'm a man, I'm fearful, so fearful...".

Μετά από αυτή την αποκάλυψη, ο τρόπος που αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο δεν θα είναι ποτέ πια ο ίδιος. Τι να μας πουν και οι Δημοτικές και Περιφερειακές εκλογές, τι να μας πειράξει η Τρόικα, τι να μας κάνει η νύχτα, μια νύχτα μόνο, τι να μας κάνει. Θα πω απλά και μόνο ότι με επιστημονικο-καλλιτεχνικό δυναμικό σαν τους Αφρόκρεμα, η χώρα δεν έχει φόβο ούτε ελλειμάτων ούτε χρεών· το δίδυμο φτάνει και περισσεύει.

Όσο για τα φράγκα, στείλτε ότι έχετε ευχαρίστηση σε έναν λογαριασμό που θα σας υποδείξω (σε ολλανδική τράπεζα), και θα λάβετε δώρο αυθεντικό συλλεκτικό φωτόσπαθο. Πίστωση δεν δίδεται· αυτά με την αναδιάρθρωση του χρέους και τις λοιπές εξυπνάδες να πάτε να τα πείτε αλλού.

29/10/10

Εγώ με την αξία μου

Εικόνα μάχιμου οπλίτη χωρίς ακαδημαϊκές φιλοδοξίες, από τον Αστειάτορα.

Ήμουνα ίσαμε 16 μήνες φαντάρος ήδη, είχα περάσει το τρίμηνο στο Κέντρο Εκπαίδευσης και ένα αξέχαστο επτάμηνο στην παραμεθόριο κάπου στο Βόρειο Έβρο, και έχοντας πάρει μια απρόσμενα καλή "τελική" μετάθεση στα περίχωρα της Αθήνας, περνούσα τις μέρες μου κατά κύριο λόγο σκουπίζοντας, σφουγγαρίζοντας και πλένοντας πιάτα στο αναρρωτήριο, καθώς και κάνοντας αποψίλωση (ή κατά τη στρατιωτική αργκό "αποξήλωση") σε κάτι μαραμένα αγρωστώδη στα χωράφια που όριζαν το στρατόπεδο, μετρώντας ανάποδα τις μέρες μέχρι να πάρω την άδεια που ο Διοικητής μου είχε υποσχεθεί ότι θα ήταν "απολύσεως". Αλλά οι μέρες δεν πέρναγαν και πολύ εύκολα και για να μην ακούει διαρκώς τη γκρίνια μου ο γιατρός με έστελνε πότε πότε (αφού πλύνω τα πρωινά πιάτα) με παραπεμπτικό στο 401 για εξετάσεις, υπό την αυστηρή προϋπόθεση ότι εκεί θα με έβρισκαν υγιή και θα επέστρεφα το μεσημέρι για τα υπόλοιπα πιάτα και το σφουγγάρισμα.

Έτσι είχα την ευκαιρία να μετρήσω τη μυωπία μου (άφθονη ως συνήθως), να παραπονεθώ για ένα βουητό στο δεξί αυτί (το οποίο ειρήσθω εν παρόδω είναι κουφό, πράγμα που μου προσπόρισε από την αρχή της θητείας μου το πολυπόθητο Ι4, χάρη στο οποίο ήμουν μεν "ντακότα", δηλαδή δεν πήρα όπλο, πλην όμως πήρα σφουγγαρίστρα επ' ώμου για όλο το δεκαοκτάμηνο), και τέλος να ανακαλύψω ότι έχω άσθμα (και με τη βούλα) και όχι ένα απλό αλλεργικό βηχαλάκι. Η τελευταία ανακάλυψη όμως δεν ήταν εντελώς χωρίς συνέπειες - ο πνευμονολόγος ήταν κατηγορηματικός. "Δεν πρέπει να πηγαίνεις αγγαρεία μαγειρεία, σκουπίδια, αποψίλωση κλπ." Του εξήγησα ότι πήγαινα ανελλιπώς επί δεκαεξάμηνο, αλλά δεν τον έπεισα. "Αποκλείεται" είπε. "Αφού έχεις άσθμα, θα πρέπει να βγεις Ι4 και να μην κάνεις τέτοια." Του επισήμανα ότι ήδη ήμουν Ι4 από άλλη αιτία. "Αδιάφορο" μου είπε: "ο κανονισμός λέει ότι πρέπει να περάσεις από επιτροπή απαλλαγών". Και συμπλήρωσε ότι ήμουν τυχερός διότι η επιτροπή θα συνεδρίαζε οσονούπω - θα έβαζε το φάκελλό μου μέσα, κι εγώ απλώς θα περίμενα να με φωνάξουν.

Μετά από δεκάξι μήνες είχα συνηθίσει τον παραλογισμό - πιο πολύ άλλωστε με προβλημάτιζε το άσθμα (μήπως να έκοβα το τσιγάρο; μπαααα... δύσκολο...) παρά οι διαδικασίες. Έκατσα και περίμενα - παραδόξως δεν άργησαν πολύ. Άκουσα το όνομά μου και προχώρησα στην αίθουσα που συνεδρίαζε η επιτροπή. Στο κέντρο καθόταν ένας υψηλόβαθμος του Υγειονομικού - διέκρινα ένα αστεράκι χρυσό δίπλα στα σπαθάκια. "Ταξίαρχος", σκέφτηκα. Οι διπλανοί είχαν μόνο κάτι χλωμά αστεράκια χωρίς άλλα λιλιά, υπολοχαγοί και λοχαγοί, πιτσιρικάδες. Χτύπησα μια ψευδοπροσοχή και αναφέρθηκα, βαθμό, Σώμα, επώνυμο, όνομα, ΕΣΣΟ. Ο Ταξίαρχος κοιτούσε τα χαρτιά του, δε μου έδωσε σημασία. Οι άλλοι κοιτούσαν τον Ταξίαρχο. Κανείς δε μιλούσε.

Κάποια στιγμή τα μάτια του με κοίταξαν πάνω από τα γυαλιά πρεσβυωπίας. Δε νομίζω ότι με είδε πάντως, διότι η ερώτησή του ήταν εντελώς εκτός τόπου και χρόνου:

- Γιατί παιδί μου δεν θέλεις να υπηρετήσεις; Γιατί θέλεις απαλλαγή;

Συγκράτησα το χαμογελάκι που πήγε να μου ξεφύγει και απάντησα σχετικώς σταθερά, αν και μάλλον χαμηλόφωνα:

- Δεν θέλω απαλλαγή κύριε Ταξίαρχε.
- Και τι κάνεις εδώ πέρα; Αναβολή θέλεις;
- Έχω άσθμα και με έστειλαν για το γιώτα... Βασικά ήδη υπηρετώ ξέρετε, δεκαέξι μήνες, σε δυό μήνες απολύομαι.

Φαίνεται ότι τα λόγια μου τον εντυπωσίασαν, διότι όχι μόνο με ξανακοίταξε, αλλά με είδε κιόλας αυτή τη φορά.

- Υπηρετείς;
- Μάλιστα.
- Και γιατί είσαι με πολιτικά; Πού είναι η στολή σου;


Είχε αγριέψει, δήθεν. Οι παρατρεχάμενοι με κοίταζαν με απορία, μα ΠΟΥ ήταν η στολή μου; Πήρα μια ανάσα προσπαθώντας να σκεφτώ την καλύτερη διατύπωση.

- Δεν μου έχει χορηγηθεί στολή εξόδου.
- Τι λες; Και πώς ορκίστηκες;
- Με χειμερινή. Τότε ήταν Μάρτιος και φορούσαμε χειμερινή. Τώρα είναι Ιούλιος και φοράμε θερινή. Αλλά δεν μου έχει χορηγηθεί θερινή.
- Ποτέ;
- Ποτέ. Κι επειδή δεν επιτρέπεται να κυκλοφορώ με τη στολή παραλλαγής εκτός στρατοπέδου, ήρθα με πολιτικά.


Δεν έλεγα ψέμματα, αλλά και στολή να είχα πάλι με πολιτικά θα ερχόμουνα - εννοείται.

- Αίσχος, είπε ο Ταξίαρχος. ΑΙΣΧΟΣ! Είναι κράτος αυτό; Είναι στρατός αυτός;

Άρχισε να οικτίρει το κράτος που σπαταλάει εκατομμύρια σε ένα σωρό αηδίες και τσιγκουνεύεται μια στολή να δώσει στους φαντάρους του. Συνέχισε μιλώντας για τα ελλείματα της Ολυμπιακής Αεροπορίας, τα χρέη των αστικών συγκοινωνιών και τη γενική κατάντια της Ψωροκώσταινας. Οι παρατρεχάμενοι κουνούσαν το κεφάλι καταφατικά ενόσω ο Ταξίαρχος περνούσε γενεές δεκατέσσερις τις εκάστοτε κυβερνήσεις και έλεγε κάθε τόσο "δίκιο δεν έχω;" - "Μάλιστα, κύριε Ταξίαρχε" απαντούσαν οι κινούμενες κεφαλές. Όταν τελείωσε ο δεκάρικος γύρισε και με ξανακοίταξε. Με έβλεπε καλύτερα όσο περνούσε η ώρα.

- Σιτεμένος φαίνεσαι. Πόσο χρονών είσαι;
- Τριάντα, κύριε Ταξίαρχε, τα στρογγύλεψα προς τα κάτω.
- Και πώς και άργησες να μας έρθεις; Σπούδαζες, σπούδαζες;

Διέκρινα μια ελαφρά ειρωνία στον τόνο της φωνής του.

- Σπούδαζα κύριε Ταξίαρχε, σπούδαζα.
- Και τελειωμό δεν είχαν οι σπουδές σου; Δέκα χρόνια έκανες να τελειώσεις;


Αυτή τη φορά άφησα το χαμογελάκι να σκάσει ανεμπόδιστο. Είχε όρεξη για κουβέντα.

- Όχι, κύριε Ταξίαρχε, έκανα και μεταπτυχιακά... (Παύση) ...και Διδακτορικό έκανα.

Ο Ταξίαρχος τραμπαλίστηκε ανάλαφρα ενώ οι κινούμενες κεφαλές έμειναν ακίνητες. Έκανε μια γκριμάτσα σα να έλεγε "πω, πω", δήθεν εντυπωσιασμένος.

- Τι λές βρε παιδί μου... Διδακτορικό... Και με τι θέμα;

Σκέφτηκα προς στιγμήν να του εκσφενδονίσω κατακούτελα τον πλήρη τίτλο της διατριβής μου, αλλά με την έμπνευση που είχε ο Καθηγητής μου την εποχή εκείνη ο τίτλος ήταν γύρω στη μισή σελίδα. Προτίμησα να του κάνω μια περίληψη - δυο λέξεις το πολύ. Λίγοι άντεχαν περισσότερες, άλλωστε.

- Μοριακή Βιολογία, κύριε Ταξίαρχε.

Το χαμογελάκι άνθιζε στο πρόσωπό μου. Ο Ταξίαρχος κούνησε το κεφάλι και μουρμούρισε "Μοριακή Βιολογία... Χμμ...". Διαισθανόμουν ότι για έναν γιατρό της παλιάς σχολής αυτές οι δυο λέξεις μπορεί να αντιπροσώπευαν κάτι μεταφυσικό, κάτι απροσδιόριστα επίφοβο. Γύρισε και με κοίταξε με ύφος απρόσμενα φιλικό, αλλά νομίζω ότι πάλι δε με έβλεπε. Ρώτησε με ήρεμη φωνή:

- Και σκέφτεσαι να κάνεις ακαδημαϊκή καριέρα;
- Το κατά δύναμιν, κύριε Ταξίαρχε.


Δεν σκεφτόμουν τίποτα πέρα από το απολυτήριο, αλλά αυτά δεν είναι πράγματα να συζητάς με Ταξιάρχους.

- Μάλιστα... Και δε μου λες, τι δουλειά κάνει ο πατέρας σου;
- Ο πατέρας μου;
- Ναι, ναι, ο πατέρας σου, τι δουλειά κάνει;
- Είναι συνταξιούχος, αλλά ήταν ναυτικός παλιά.


Γούρλωσε τα μάτια θεατρικά, δήθεν έκπληκτος. Άρχισε να φωνάζει.

- Ναυτικός; Και ΠΟΥ ΠΑΣ βρε κακομοίρη να κάνεις ακαδημαϊκή καριέρα με πατέρα ναυτικό ; Ενώ άμα ήσουνα ο γιος του τάδε ή του δείνα (είπε τα ονόματα δύο πασίγνωστων καθηγητών της Ιατρικής) θα άνοιγαν οι πόρτες, τώρα με πατέρα ναυτικό θα κάτσεις απέξω και θα χτυπάς στο βρόντο κακομοίρη μου.

Ύστερα γύρισε στις κινούμενες κεφαλές, που είχαν σπάσει κάθε ρεκόρ κινητικότητας όσο φώναζε. "Επίκουρος δεν έγινε ο γιος του Τάδε κατευθείαν; Σιγά μην πήγαινε Λέκτορας... Πρώτα Επίκουρος και μετά φαντάρος πήγε... Και ο Δείνα, κατευθείαν από πατέρα σε γιο δεν πήγε η έδρα; Και η κλινική; Και η πελατεία, βέβαια..." Οι κινούμενες κεφαλές κόντευαν να φτάσουν στο πάτωμα από το κούνημα και τα "Μάλιστα κύριε Ταξίαρχε". Αυτός έβαλε τα γέλια, αυτοί γέλασαν όλοι μαζί, για πολλή ώρα. Κάποια στιγμή κάτι θυμήθηκε και σταμάτησε να γελάει. Σταμάτησαν και οι άλλοι. Με κοίταξε με γυάλινο βλέμμα αυτή τη φορά. Σκέφτηκα ότι ως παλαίουρας και μάλιστα με διδακτορικό, ίσως μπορούσα να πω κι εγώ καμιά βλακεία να περνάει η ώρα. Κόλλησα το πιο αγαθιάρικο χαμόγελο που μπορούσα και είπα ήρεμα.

- Ο καθείς και τα όπλα του.

Έπεσε σιγή πάλι. Οι κινούμενες κεφαλές κοίταξαν τον Ταξίαρχο που κοιτούσε εμένα. Ήταν αστείο - δεν άντεξα και μου έφυγε ένα γελάκι. Το κατέπνιξα όμως και συνέχισα.

- Ξέρετε, εγώ με την αξία μου κι όχι με ξένες πλάτες...

Και δώστου το αγαθιάρικο χαμόγελο ξανά. Σκέφτηκα ότι άμα στράβωνε θα είχαμε τραβήγματα, αλλά προφανώς με θεώρησε εντελώς βλαμμένο: δεν του ξέφυγε απλώς γελάκι - ολόκληρο χάχανο εξωστρεφέστατο. Οι παρατρεχάμενοι ανακουφίστηκαν και γέλασαν κι αυτοί, λιγότερο εντυπωσιακά αυτή τη φορά. Γέλασα κι εγώ - είμασταν για πολλά γέλια. Κάποτε βαρέθηκε, μάζεψε το χαρτί που είχε μπροστά του και είπε:

- Γιώτα-τέσσερα, αν και κανονικά θα έπρεπε να σου δώσω απαλλαγή διότι είσαι για δέσιμο.

Συνέχισα να χασκογελάω - ωστόσο ήμουν μάλλον ο μόνος. Ψευτοεκνευρίστηκε.

- Φύγε μωρέ από δω... Γιωτάς με πατέρα ναυτικό... Και θα μου γίνεις και Καθηγητής Πανεπιστημίου... Φύγε, φύγε, ΦΥΓΕ! Κοίτα κάτι στρατιώτες χωρίς στολή... ΦΥΓΕ ΛΕΜΕ!

Κάποιος με τράβηξε και βρέθηκα έξω από την αίθουσα σκασμένος στα γέλια - ούτε να χτυπήσω προσοχή θυμήθηκα ούτε τίποτα. Ρώτησα τι θα γινότανε με το γιώτα, μου είπανε ότι τα χαρτιά θα πήγαιναν υπηρεσιακώς, πράγμα που σήμαινε ότι μπορεί να έκαναν και δυο μήνες. Έστριψα ένα τσιγάρο κι έκανα δυο τζούρες - τόσο περίπου άντεχα. Το πέταξα και πήρα ταξί για το στρατόπεδο. Πέρασα την πύλη πέντε λεπτά πριν αρχίσει το νούμερό μου - παρέλαβα τα κλειδιά του οπλοβαστού με τα πολιτικά και έβαλα την παραλλαγή κατά τη διάρκεια. Το βράδι ξαναπήγα στο αναρρωτήριο για τη λάντζα. Ο γιατρός με περίμενε να μιλήσουμε για σινεμά - ήταν η βραδινή μας διασκέδαση. Προηγουμένως με ρώτησε πώς πήγε η επίσκεψη.

- Μια χαρά. Έμαθα ότι έχω άσθμα και ότι δεν θα κάνω ακαδημαϊκή καριέρα.
- Το άσθμα πρόσεξέ το. Το άλλο δεν ακούγεται και πολύ σοβαρό. Έρχεσαι αύριο να δούμε τον "Εραστή της Κομμώτριας";
- Δεν προλαβαίνω, απολύομαι.

Πέρασαν δώδεκα χρόνια από τότε - σκέφτομαι ότι εν τέλει όντως δεν είναι πολύ σοβαρό.

Το άσθμα βέβαια το προσέχω, ούτε λόγος.


Σ.Σ. Για την ιστορία, έμαθα ότι η στολή εξόδου καταργήθηκε μαζί με το δίκωχο - σήμερα οι φαντάροι βγαίνουν πλέον νομίμως με παραλλαγή και μπερέ. Το ότι σπάει ο διάολος το ποδάρι του σχεδόν σε κάθε εθνική επέτειο και όλο και κάποια ιστορία από το στρατό μου τριβελίζει το μυαλό είναι γνωστό και παρατηρημένο στους προσεκτικούς αναγνώστες του μπλογκ. Αυτό που πιθανόν δεν είναι γνωστό είναι ότι τελευταία εμπλέκομαι σε διάφορες συζητήσεις για θέματα οργάνωσης της ανώτατης εκπαίδευσης - με αφορμή κυρίως πρόσφατες βαρύγδουπες εξαγγελίες μεταρρυθμίσεων που φοβούμαι ότι είναι περί όνου σκιάς. Από αυτή τη σκοπιά ίσως δεν είναι τυχαίο που θυμήθηκα την ιστορία του Ταξίαρχου. Σκέφτομαι ότι από την ώρα που οι σύλλογοι των πανεπιστημιακών εξέφρασαν αντιρρήσεις για πάμπολλες από τις σχεδιαζόμενες μεταρρυθμίσεις, ο αρμόδιος υφυπουργός θυμήθηκε να εγείρει το ζήτημα του νεποτισμού και των εκλεκτικών συγγενειών (κυριολεκτικά ενίοτε) μεταξύ πανεπιστημιακών, με την πρόθυμη (αν και ελαφρώς ανθρωποφαγική ενίοτε) συμπαράσταση ορισμένων Μέσων κατ' επίφασην ενημέρωσης.

Το ζήτημα είναι υπαρκτό βεβαίως, ειδικά σε ορισμένες νησίδες. Ευτυχώς πάντως που η Κυβέρνηση (η εκάστοτε) και το Κοινοβούλιο είναι θωρακισμένη απέναντι σε τέτοια φαινόμενα νεποτισμού και συγγενικών αλληλοεξυπηρετήσεων - ούτε μύγα στο σπαθί μας δε σηκώνουμε λοιπόν, κι αλοίμονο αν τυχόν νομίσει κανείς ότι σε περίπτωση που η πανεπιστημιακή κοινότητα στήριζε ομοθυμαδόν το επιλογές του Υπουργείου αντί να τις αντιστρατεύεται, ο ρέκτης Υφυπουργός θα δίσταζε τυχόν να στηλιτεύσει το φαινόμενο.

Αλλά τελικά δεν είναι πολύ σοβαρό - αρκεί να μη σε πιάνει βρογχόσπασμος.



Ο Στέλιος Καζαντζίδης ερμηνεύει το "Εγώ με την αξία μου", σε μουσική δική του και στίχους Χρ. Κολοκοτρώνη, όπου εξηγεί με ποιο τρόπο περάσαν απ' τα χέρια του λεφτά, γυναίκες μάτσα, κι αντιμετώπισε εχθρούς, φουρτούνες και στραπάτσα.

16/10/10

Η στέρνα πίσω απ' τα βάτα

Λίγο κάτω από τις πλάκες της σκεπής, στην εξωτερική πλευρά του πίσω τοίχου, μερικά μέτρα αριστερά από την επίμαχη στέρνα. (Φωτό Β.Δ., ikariamag)

- Θα ‘ρθεις να σου δείξω τις ελιές;
- Ε, ‘α ‘ρτω...


Όπως όλοι ξέρουμε, στην Ικαρία όταν λες «α ‘ρτω» εννοείς από «ίσως έρθω» μέχρι «μωρέ δε μας παρατάς κι εσύ κι οι ελιές». Ο πατέρας μου σαράντα χρόνια ναυτικός, θυμήθηκε μετά τη σύνταξη να κάνει τον αγρότη, περιστασιακά έστω. Κάθε καλοκαίρι λοιπόν που κατεβαίνω κάτω, αρχίζει να μουρμουράει για το πότε θα πάμε να δούμε τα χωράφια των παππούδων, των οποίων αγνοώ φυσικά τις συντεταγμένες. Ξέρω ότι βρίσκονται κάπου στη Μεσαριά, σε περιοχές που φέρουν τοπωνύμια που δεν ανευρίσκονται στους χάρτες, καθώς αντιστοιχούν σε μια γεωγραφία σε μικροκλίμακα που μου είναι άγνωστη και απρόσιτη, όπως θα ήταν σε οποιονδήποτε δεν έχει μεγαλώσει εκεί.

Ούτε ο πατέρας μου βέβαια μεγάλωσε στην Ικαρία, καθώς ήδη προπολεμικά η οικογένεια είχε μεταναστεύσει, αλλά το δέσιμό του με τη γη και τον τόπο είναι σαφώς πιο ισχυρό. Παλεύει λοιπόν κάθε καλοκαίρι να με τραβήξει να ασχοληθώ πότε με τις ελιές και πότε με το αμπελάκι που φύτεψε κάποτε και το ρήμαξαν βέβαια τα αμολατά κατσίκια του γείτονα. Βέβαια ο γείτονας τυγχάνει εκ μητρός δεύτερος ξάδελφος και ως εκ τούτου δεν κάνει να τον μαλώσουμε...

-...χώρια που είναι και ορφανό το κακόμοιρο, λέει η μάνα μου από την κουζίνα όπου φτιάχνει γεμιστά.
- Τι ορφανό ρε μάνα; Είκοσι τόσα χρόνια έχει πεθάνει ο θείος, πατημένα σαράντα είναι ο ξάδελφος, δε μπορεί να δέσει τα κατσίκια;
- Ε, άστο τώρα...


Άρα πάει καλιά του το αμπέλι και ξεμπλέξαμε προσώρας – τις ελιές όμως δεν τις έφταναν τα κατσίκια να τις αφανίσουν κι αυτές οπότε υπήρχε πρόβλημα. Κάθε χρόνο λοιπόν έλεγα «ά ‘ρτω» και κάθε χρόνο έμπλεκα με κάτι πανηγύρια και κάτι εκδρομές και κάτι ξενύχτια, και πέρναγαν οι μέρες και ξέμεναν οι ελιές για του χρόνου. Φέτος όμως ήταν κακοχρονιά, με θανάτους και πένθη και με λιγότερα πανηγύρια από άλλοτε, κι όπως περνάνε και τα χρόνια δε σηκώνει ο οργανισμός κάθε μέρα ξενύχτι, οπότε ένα πρωί που βρέθηκα άεργος τον έχωσα στο αμάξι και βουρ για την Ακαμάτρα.

Είχα σκεφτεί να πάρω μαζί μου GPS για να πάρω στίγμα και μπορέσω να ξαναβρώ τα μέρη κάποτε, αλλά τέτοια ώρα τέτοια λόγια. Αντ’ αυτού πήρα τη φωτογραφική μηχανή, ό,τι πιάσει η κάμερα. Πήγαμε πρώτα στο πατρικό του, ένα ερειπωμένο κτίσμα κοντά στο εκκλησάκι του Αη-Νικόλα. Είχα χρόνια να έρθω, από παιδί. Η σκεπή με τις πλάκες κρατούσε ακόμα, το σπίτι όμως μου φάνηκε τώρα απίστευτα μικρό. Το είχαν εγκαταλείψει βέβαια στα τέλη της δεκαετίας του ’30, δεν ξανακατοικήθηκε ποτέ.

- Μα πώς ζούσατε εδώ; ρώτησα με ειλικρινή απορία. Δεν έχει ούτε νερό.
- Πώς δεν έχει; απορεί με τη σειρά του ο πατέρας μου, και μου δείχνει τη στέρνα που μισοκρύβουν οι βατακιές.

Ύστερα αρχίζει να μου διηγείται πώς ερχόντουσαν όλοι οι γειτόνοι να πάρουν νερό από κει, και πώς ο γιός της τάδε έπεσε μια μέρα μέσα και κόντεψε να πνιγεί – δεν ήξερε κολύμπι – και τον έσωσε η γιαγιά μου. Ασυναίσθητα γυρίζω τη μηχανή να τραβάει βίντεο και πατάω το play. Του γνέφω να συνεχίσει. Συνεχίζει περιγράφοντας τα δέντρα που είχε το περιβόλι: εδώ η δρυς που έκοψε ο θείος ο Χριστόδουλος και την έκανε κάρβουνα, εδώ οι δυο λεμονιές (η μία υπάρχει ακόμα), εδώ η ροδιά. Ύστερα λέει για το πώς χώραγαν όλοι στο μικροσκοπικό σπίτι, πού μαγείρευαν και πού κοιμόντουσαν, μου λέει για το δημοτικό σχολείο με τα εβδομήντα παιδιά που πήγαινε (τώρα έχει κλείσει πια) και για το τι έκανε μόλις έμαθε την αλφαβήτα.

- Τι έκανες;
- Έγραψα το όνομά μου στον τοίχο, εδώ από πίσω. Τα αρχικά. Δε θα φαίνεται πια, πρέπει να ήταν το 1931.


Πηγαίνω στον πίσω τοίχο, ενώ ο πατέρας μου περιγράφει πώς άπλωναν στις πλάκες της σκεπής τα σύκα για να ξεραθούν στον ήλιο κι ύστερα τα γέμιζαν με ένα αμύγδαλο και τα έψηναν στο φούρνο, γλύκισμα για το χειμώνα. Αλλά δεν τον ακούω, γιατί πίσω από τα ξεφτισμένα στρώματα του ασβέστη βλέπω αχνά τα γράμματα που φανταζόταν ότι δε θα υπάρχουν πια, βλέπω ένα παιδί 5-6 χρονών προπολεμικά που μαθαίνει την αλφαβήτα. Τώρα έχει φτάσει αισίως τα ογδονταπέντε και κάνει σχέδια για το μέλλον – αν φυτέψουμε τώρα αυτό σε λίγα χρόνια θα βγάλει καρπό κι αν μπολιάσουμε τη νερατζιά, τότε θα...

Σηκώνω αργά τη μηχανή και φωτογραφίζω τα μισοσβησμένα γράμματα. Στ’ αυτιά μου η φωνή του μπερδεύεται με τις φωνές των εβδομήντα συμμαθητών, κι ακόμα με το κελάρυσμα του νερού που στάζει αργά γεμίζοντας τη στέρνα πίσω απ’ τα βάτα.


Σ.Σ. Δημοσιεύτηκε στις "Ελεύθερες πτήσεις" του http://www.ikariamag.gr/ στις 13 Οκτωβρίου 2010 (με λίγο διαφορετική στίξη εδώ κι εκεί...). Ελπίζω να ξαναπετάξουμε παρέα.

13/10/10

Παράξενοι τόποι (Χαΐνηδες)

Ο κύριος Δημήτρης Αποστολάκης βάζει τους στίχους και τη μουσική, ο κύριος Μιχάλης Σταυρακάκης τη φωνή, και κάποιος άγνωστός μου κύριος φτιάχνει ένα γλυκύτατο βιντεάκι, που σκέφτηκα να αφιερώσω στους ιστιοπλόους φίλους που ταξίδεψαν από την Κρήτη μέχρι το Λέιντεν να με δουν (και λιγάκι παραπάνω σ' εκείνους που δεν ταξίδεψαν).


Εγώ στα φύλλα της καρδιάς κρύβω βαθιά τον πόνο
στρέφω το βλέμμα μη με δουν και σαν παιδί βουρκώνω

Θε μου πόσο παράξενοι είν' οι δικοί μας τόποι
θλιμμένα τα τραγούδια μας και γελαστοί οι αθρώποι

Κλείσε τα μάτια κι άσε με θάλασσα να σε λέω
τούτο το βράδυ που μπορεί ναι 'ναι το τελευταίο

Θάλασσα πικροθάλασσα μια νύχτα θα γυρίσω
κι ένα κορμί και μια καρδιά στο κύμα σου θ' αφήσω




Το τραγούδι "Θάλασσα πικροθάλασσα" είναι από το δίσκο των Χαΐνηδων "Το μεγάλο ταξίδι" (1997). Λόγω μιας μικρής ασυνεννοησίας στο φόρματ του youtube και του blogspot, ίσως είναι καλύτερα να δείτε το βιντεάκι εδώ.

9/10/10

Η λύση της πολιορκίας

Δυο ιστιοπλόες από το Ηράκλειο φωτογραφίζουν την Ολλανδία - μεταξύ της πύλης του Λέιντερντροπ και ενός ποιήματος της Σαπφούς στην Oude Singel, η μία τους εντοπίζει σε ένα παράθυρο ένα βάζο με καρότα, κρεμμύδια κι πατάτες, που είναι και η αφορμή για την ανάρτηση (φωτογραφία Μ.Β., aka Μαρίστρα).

Ο πόλεμος κράτησε πάνω-κάτω ογδόντα χρόνια. Ξεκίνησε το 1568, όταν οι 17 περιοχές των Κάτω Χωρών επαναστάτησαν εναντίον της αυταρχικής εξουσίας που ασκούσε ο Δούκας της Άλβα εν ονόματι του βασιλιά της Ισπανίας, κληρονόμου της "Αγίας Ρωμαϊκής" αυτοκρατορίας των Αψβούργων, στα πλαίσια μάλλον των θρησκευτικών πολέμων του 16ου αιώνα στην Ευρώπη. Η επανάσταση προχώρησε υπό την (χαλαρή) αρχηγία του Γουλιέλμου της Οράγγης, του λεγόμενου και "Σιωπηλού", ενός από τους ελλάσσονες ευγενείς της περιοχής, και σύντομα οδήγησε στην αυτονόμηση των 7 βόρειων περιοχών που μέσες-άκρες αποτελούν τη σημερινή Ολλανδία. Επισήμως ο πόλεμος έληξε το 1648 με την υπογραφή της συνθήκης του Μύνστερ, που αναγνώριζε την ανεξαρτησία της Δημοκρατίας (ναι, δεν είχε κληρονομικό ηγεμόνα). Στην πραγματικότητα η χώρα ήταν de facto αυτονομημένη κατά το μεγαλύτερο μέρος της τουλάχιστον από τα τέλη της δεκαετίας του 1580, αλλά για να φτάσει εκεί μεσολάβησαν σφοδρές μάχες, σφαγές μεταξύ Καθολικών και Προτεσταντών (διαφόρων τύπων), και εκτεταμένες πολιορκίες πόλεων. Καλή ώρα, της πόλης του Λέιντεν.

Η πρώτη πολιορκία ξεκίνησε τον Οκτώβρη του 1573. Τα ισπανικά στρατεύματα τα βρήκαν λίγο σκούρα στην αρχή, καθώς οι έγκλειστοι υπερασπιστές διέθεταν πληθώρα τροφίμων, και το υγρό, σαθρό έδαφος δεν προσφερόταν για την κατασκευή πολιορκητικών ορυγμάτων (την εποχή εκείνη τα τείχη έπεφταν με λαγούμια τα οποία έσκαβαν και ανατίναζαν οι πολιορκητές). Ο Γουλιέλμος ξεκίνησε να βοηθήσει τους πολιορκημένους, οι Ισπανοί αποχώρησαν προσωρινά για να τον αντιμετωπίσουν, ωστόσο ο ετερογενής επαναστατικός στρατός ηττήθηκε στη μάχη του Mookerheyde, και η πόλη ξαναβρέθηκε πολιορκημένη στις 26 Μαΐου του 1574. Αυτή τη φορά τα πράγματα ήταν πιο δύσκολα για τους Λεϊντενιώτες, καθώς οι φίλιες δυνάμεις είχαν ηττηθεί και οι προμήθειες ήταν πια περιορισμένες.

Ο Γουλιέλμος έστειλε ένα ταχυδρομικό περιστέρι (!) στην πόλη, ζητώντας από τους κατοίκους να αντισταθούν για τρεις μήνες. Σκόπευε να λύσει την πολιορκία δια της υδάτινης οδού: καθώς η πόλη, και η κοιλάδα στην οποία βρίσκεται, είναι 2-3 μέτρα κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας, η ιδέα ήταν ότι σπάζοντας τα φράγματα θα έθετε εκτός μάχης το ισχυρό ισπανικό ιππικό και μέσω των ελαφρών πλοίων που διέθετε ο στόλος των επαναστατών (οι λεγόμενοι "Επαίτες της θάλασσας") θα έφερνε βοήθεια στους πολιορκημένους. Ωστόσο, η ιδέα δεν άρεσε στους ανθρώπους των οποίων η γη θα πλημμύριζε (και θα καταστρεφόταν) και του πήρε αρκετό χρόνο να τους πείσει (ή να τους "πείσει") - στο μεταξύ η κατάσταση στην πόλη χειροτέρευε.

Γύρω στις 10 Σεπτεμβρίου, κάτι που ο Γουλιέλμος αρρώστησε, κάτι που οι Ισπανοί που υπεράσπιζαν κάποια φράγματα αντιστέκονταν σθεναρά, κάτι που φυσούσε από τα ανατολικά με αποτέλεσμα τα νερά να σπρώχνονται προς τη Βόρεια Θάλασσα, τα πλημμυρισμένα χωράφια είχαν πολύ λίγο νερό και ακόμα και τα ελαφρά σκάφη είχαν προσαράξει. Οι πολιορκημένοι είχαν απελπιστεί - είχαν κρατήσει παραπάνω από τρεις μήνες, τους δύο τρώγοντας και κάτι, τον τελευταίο μήνα και βάλε εντελώς νηστικοί. Ο Δήμαρχος van der Weeff πρόσφερε τα μέλη του ως τροφή σε μια κίνηση απελπισίας - αν και η σκληρότητα του Δούκα της Άλβα που εγγυόταν το θάνατο σε περίπτωση παράδοσης υπήρξε μάλλον ισχυρότερο κίνητρο αντίστασης.

Γύρω στην 1η Οκτωβρίου, κάτι άρχισε να αλλάζει. Ο άνεμος γύρισε δυτικός, και η θάλασσα άρχισε κατά κύματα να εισβάλλει στην κοιλάδα. Ο επαναστατικός στόλος άρχισε πάλι να πλέει. Δύο ισπανικά οχυρά βρίσκονταν ανάμεσα στην πλημμυρισμένη κοιλάδα και την πολιορκημένη πόλη - η φρουρά του ενός εξαφανίστηκε μόλις είδε το στόλο να πλησιάζει. Τη νύχτα της 2 προς 3 Οκτώβρη και η δεύτερη φρουρά αποφάσισε να την κάνει με ελαφρά πηδηματάκια αντί να ρισκάρει ένα πόλεμο χωρίς ιππικό. Κατά ενδιαφέροντα τρόπο, τα νερά υπέσκαψαν το έδαφος κάτω από ένα σημείο των τειχών, τα οποία έπεσαν: η πόλη θα μπορούσε να είναι στο έλεος των πολιορκητών, μόνο που αυτοί είχαν φύγει χωρίς να το πάρουν είδηση.

Η παράδοση λέει ότι οι πολιορκημένοι έστειλαν ένα ορφανό αγόρι με το όνομα Cornelis Joppenszoon να δει αν όντως οι Ισπανοί είχαν φύγει και δεν κρύβονταν εκεί κοντά. Το παιδί γύρισε από το ισπανικό οχυρό κρατώντας ένα καζάνι με "Hutspot", ένα φαγητό που παράτησαν φεύγοντας οι πολιορκητές και που περιείχε καρότα, κρεμμύδια και πατάτες. Λίγο αργότερα κατέφτασαν οι "Επαίτες της θάλασσας" με ρέγγες και άσπρο ψωμί. Η πολιορκία είχε λυθεί, το Λέιντεν είχε σωθεί. Έκτοτε, την 3η Οκτωβρίου γιορτάζουν τη λύση της πολιορκίας, με ένα τελετουργικό που περιλαμβάνει τζάμπα ρέγγες και άσπρο ψωμί, και μαγείρεμα "Hutspot".

Ή τέλος πάντων, αυτά περιλαμβάνει το άρθρο της wikipedia που κανιβαλλίζω ασυστόλως σε σχέση με την πολιορκία. Η πραγματικότητα όμως που βίωσα την περασμένη εβδομάδα, μαζί με μια παρέα συγγενών και φίλων, ήταν λίγο παράξενη, καθώς το Λέιντεν βρισκόταν στ' αλήθεια υπό πολιορκία, όχι από ισπανικά στρατεύματα αλλά από ένα απίστευτης πυκνότητας μεθυσμένο πλήθος. Η πόλη είχε μετατραπεί σε ένα γιγάντιο λούνα-παρκ, καθώς όλοι οι κεντρικοί δρόμοι, τα κανάλια και οι πλατείες είχαν καταληφθεί από πάγκους μικροπωλητών, πίστες για συγκρουόμενα αυτοκινητάκια, καρουζέλ, αγώνες σκοποβολής με τόξο, αεροβόλο ή με τα χέρια, ποπκόρν, βάφλες, μαλλί της γριάς, τραινάκια του τρόμου και γαϊτανάκια, υπαίθριους πωλητές μπύρας, μπύρας και μπύρας, αυτοσχέδιες ή όχι-και-τόσο-αυτοσχέδιες μουσικές σκηνές, συχνά η μία απέναντι από την άλλη ώστε να μη μπορείς να ακούσεις καμμία, αγώνες διάβασης καναλιών επί κοντώ (με θεαματκά πλαφ στις αποτυχημένες προσπάθειες), τσίκνα από κεμπάπ και σουβλάκια (σουβλάκια!), κι άλλη μπύρα, παρατημένα ποδήλατα, χιλιάδες, εκατομμύρια ποδήλατα και αντίστοιχο κόσμο που εισέβαλλε από όλες τις εισόδους της πόλης, από το Λέιντερντροπ και το Κάτγουϊκ και τη Χάγη και το σταθμό των τραίνων και το ποτάμι που κατ' ευφημισμόν ονομάζουν Ρήνο.

Το πανηγύρι ξεκίνησε για τα καλά το βράδι της περασμένης Παρασκευής - το Σάββατο καταφέραμε να δραπετεύσουμε για το Άμστερνταμ και την Κυριακή κρυφτήκαμε στο Ντελφτ. Κάθε φορά που γυρίζαμε πέφταμε στο ίδιο μανιασμένο πλήθος, και φτάναμε εξουθενωμένοι στο σπίτι που τρανταζόταν από τα ντεσιμπέλ της παρακείμενης πλωτής σκηνής. Αυστηρά μέχρι τις 2 το βράδι - ένα λεπτό αργότερα οι έφιπποι αστυνομικοί έπειθαν και τους πιο δύσπιστους ότι το πάρτι είχε τελειώσει για σήμερα και έπρεπε να πάνε σπίτι. Τη Δευτέρα είχα μια ελπίδα ότι τα πράγματα θα ήταν πιο φυσιολογικά, μάταιη όμως. Σε μια επίδειξη μεσογειακής μάλλον μεγαλοψυχίας, η μέρα ήταν αργία, εκ μεταφοράς από την "κανονική" ημερομηνία της Κυριακής (για να μη λέμε ότι αυτά μόνο στην Ελλάδα συμβαίνουν κλπ.). Τρέξαμε πάλι να κρυφτούμε στο Άμστερνταμ - γυρίσαμε σε κακό χάλι κατά τα μεσάνυχτα.

Τα νερά είχαν υπονομεύσει πια τις αντιστάσεις μας, τα τείχη μας είχαν πέσει, και είμασταν έτοιμοι να υποστούμε τη μοίρα των κατακτημένων. Όμως μόλις ξεμυτίσαμε από το σταθμό, είδαμε την πολιορκία να λύνεται: οι πάγκοι ξεμοντάρονταν πια, οι μουσικές είχαν σχεδόν παντού σταματήσει, ο κόσμος είχε αραιώσει τόσο που μπορούσες σχεδόν να περπατήσεις φυσιολογικά, χωρίς ζιγκ-ζαγκ, και μόνο μερικά περαστικά πιτσιρίκια που μύριζαν ακόμα μπύρα , καθώς και το περιφερόμενο ιππικό της αστυνομίας θύμιζαν το πανηγύρι που είχε προηγηθεί. Το πρωί της Τρίτης πήγα την αδελφή μου μέχρι το σταθμό για να πάρει το τραίνο για το αεροδρόμιο - με εξαίρεση μερικά διάχυτα σκουπίδια στους δρόμους και τα φορτηγά που κουβαλούσαν τα ξεμονταρισμένα τραινάκια του τρόμου, η πόλη έμοιαζε φυσιολογική. Το πρωί της Τετάρτης έκανα την ίδια διαδρομή με την Κάντυ και τη Μαρίστρα - τα σκουπίδια είχαν πια μαζευτεί και σκόρπια συνεργεία επιδιόρθωναν το τούβλινο δάπεδο της Haarlemstraat.

Η πολιορκία είχε λυθεί για φέτος.

(Ο πόλεμος όμως δεν ξέρω πόσο θα κρατήσει ακόμα...)


Σ.Σ. Σύμφωνα με την παράδοση, ο Γουλιέλμος θέλησε να ανταμείψει τους Λεϊντενιώτες για την αφοσίωσή τους και τις κακουχίες που υπέστησαν, προτείνοντάς τους φοροαπαλλαγές ή εναλλακτικά την ίδρυση ενός Πανεπιστημίου. Οι ζαλισμένοι από την πείνα κάτοικοι προφανώς υπέθεσαν ότι η ανώτατη εκπαίδευση μπορεί να τους δώσει ψωμί να φάνε ακόμα σε συνθήκες πολέμου ή πολιορκίας και διάλεξαν το Πανεπιστήμιο - η εκτίμησή τους προφανώς έρχεται σε αντίθεση με τις επιλογές της καθ' ημάς ηγεσίας του Υπουργείου Παιδείας (+ μερικών ακόμα πραγμάτων) που προτιμά να κλείσει μερικά Πανεπιστήμια ως περιττά. Αλλά οι Υπουργοί μας δεν είναι τόσον ζαλισμένοι από την πείνα και κάνουν έξυπνες και σύγχρονες επιλογές, ενώ οι Ολλανδοί του 1574 με μια ρέγγα κι ένα καρβέλι ανά χείρας μάλλον χαζοί ήτανε, φαίνεται...

Το ποιον θα κλαίνε οι ρέγγες θα φανεί στο τέλος.