ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

Μια ρεβυθιά στο Ηράκλειο - Λέιντεν - Λισσαβώνα - Αθήνα - πάλι Ηράκλειο


29/12/09

Ο μίτος του μύθου (Χόρχε Λουίς Μπόρχες)

Ο μίτος που το χέρι της Αριάδνης έβαλε στο χέρι του Θησέα (στο άλλο του ήταν το σπαθί) έτσι ώστε αυτός να βυθιστεί στο λαβύρινθο και να βρει το κέντρο του, τον άνθρωπο με την κεφαλή ταύρου ή, όπως το θέλει ο Δάντης, τον ταύρο με την κεφαλή ανθρώπου, και να τον θανατώσει και να μπορέσει επιτέλους, όταν θα ‘χει επιτελέσει τον άθλο του, να λύσει τους πέτρινους κόμπους και να γυρίσει σ’ αυτήν, την αγαπημένη του.

Έτσι έγιναν τα πράγματα. Ο Θησέας δεν μπορούσε να ξέρει πως στην άλλη άκρη του λαβυρίνθου βρισκόταν ο άλλος λαβύρινθος, αυτός του χρόνου, και πως σ’ έναν προκαθορισμένο τόπο βρισκόταν η Μήδεια.

Ο μίτος χάθηκε· το ίδιο κι ο λαβύρινθος. Σήμερα, εξακολουθούμε να μη ξέρουμε αν μας περιβάλλει ένας λαβύρινθος, ένα μυστικό σύμπαν ή ένα επικίνδυνο χάος. Το ευτυχές μας χρέος είναι να φανταζόμαστε ότι υπάρχει ένας λαβύρινθος και ένας μίτος. Αυτόν το μίτο δε θα τον βρούμε ποτέ· ίσως τον συναντάμε και τον χάνουμε σε μια πράξη πίστης, σε μια αρμονία, σ’ ένα όνειρο, στις λέξεις που ονομάζονται φιλοσοφία, ή, πολύ απλά, στην απέριττη ευτυχία.


Κνωσσός, 1984


Χ.Λ. Μπόρχες, Άπαντα Πεζά, εκδ. Ελληνικά Γράμματα
Μετάφραση, Επιμέλεια, Σχόλια: Αχιλλέας Κυριακίδης

22/12/09

Οι περιπέτειες του κάπτεν-Νέτου reloaded

Καλλιτεχνική απεικόνιση με τίτλο "Ο καπτεν-Νέτος συναντά τη Γοργόνα", έργο αγνώστου καλλιτέχνη από τη Γη του Πυρός γύρω στα τέλη του 17ου αιώνα, αν και ορισμένοι υποστηρίζουν ότι το έργο είναι προκολομβιανής περιόδου. Σε κάθε περίπτωση, η φήμη του κάπτεν-Νέτου προηγείται της εποχής του.

Όλη νύχτα φύσαγε στις Τρεις Κλεισιές, αλλά στο βάθος του κόλπου δεν έπιανε καθόλου κύμα. Το σκάφος ήταν δεμένο με δυο κάβους στο ρεμέτζο (που ήταν μια ποντισμένη, σκουριασμένη μηχανή) και κρατιόταν καλά και πάνω στην άγκυρά του. Ο σκίπερ που κοιμόταν έξω ξύπνησε πριν το πρώτο φως, και μαζί του ο Ίμερος που είχε πιάσει τον απέναντι πάγκο. Μπήκαν να φτιάξουν καφέ - ο θόρυβος ξύπνησε τον Keel Bill που ανέβηκε κι αυτός. Η Μαρίστρα και η Βιντσιρέλλα κοιμόντουσαν στην πλωριά καμπίνα, η Κάντυ στη μία από τις πρυμιές. Τα αγόρια είπαν να ξεκινήσουν μόλις θα έβγαινε το φως, και να βγάλουν το σκάφος από τον κόλπο έχοντας κάποια ορατότητα. Μοίρασαν ρόλους - ο σκίπερ στο τιμόνι, ο Keel Bill στο ρεμέτζο, ο Ίμερος στον άλλο κάβο...

- Θέλουμε άλλον έναν, να είναι στον αργάτη της άγκυρας.
- Να ξυπνήσω τα κορίτσια;
- Δε χρειάζεται
, ακούστηκε μια βαθειά φωνή από τα σκοτάδια της πλώρης.

Στο λυκαυγές αχνοφάνηκε μια σιλουέτα να σαλεύει δίπλα στον πρότονο. Στο ένα χέρι κρατούσε τον αργάτη της άγκυρας. Με το άλλο άναψε τσιγάρο: στο αβέβαιο φως του αναπτήρα εμφανίστηκαν τα γνώριμα χαρακτηριστικά του Νέτου. Τράβηξε μια γερή ρουφηξιά. Οι πρωινές ομίχλες άρχιζαν να διαλύονται, η μέρα ερχόταν. Ο βυθός κάτω από το σκάφος άρχιζε να ξεχωρίζει.

- Είμαστε έτοιμοι; ρώτησε ο σκίπερ.
- Είμαστε πάντα έτοιμοι, απάντησε ο Νέτος ανάμεσα σε συννεφάκια γαλάζιου καπνού.



"Είμαστε πάντα έτοιμοι", είπε ο κάπτεν-Νέτος και κοίταξε γύρω του. Δεν ήταν ερώτηση αυτό, ήταν διαταγή. Το πλήρωμα ήταν άντρες άφοβοι, έμπειροι και αποφασιστικοί. Όμως ο κάπτεν-Νέτος ήταν σαν πατέρας για όλους τους, και πρόσεχε να τους έχει απίκο, για το δικό τους το καλό. "Γιατί αν δεν είμαστε έτοιμοι η θάλασσα δεν θα συγχωρήσει τίποτα. Θα κάνει το σκαρί κολυμπηθρόξυλο, όπως έκανε η φάλαινα το Μόμπυ-Ντικ".

- Καπετάνιο... ακούστηκε ο λοστρόμος.
- Τι θες; ρώτησε απότομα ο κάπτεν-Νέτος.
- Νομίζω πως Μόμπυ-Ντικ λεγόταν η ίδια η φάλαινα. Το σκάφος το λέγανε αλλιώς.
- Σκασμός! στο πόστο σου! είπε κοφτά ο κάπτεν-Νέτος, και ο λοστρόμος έντρομος άρχισε να ματίζει κάτι παλαμάρια.

Το σκάφος άρχιζε σιγά σιγά να τραμπαλίζεται από διαδοχικά κύματα. Ο άνεμος δυνάμωνε όσο περνούσε η ώρα. Ο κάπτεν-Νέτος συλλογιζόταν ότι η νύχτα θα ήταν δύσκολη. Είχε εμπιστοσύνη και στο σκαρί του και στο πλήρωμα, και πιο πολύ απ' όλα είχε εμπιστοσύνη στον εαυτό του. Όμως η θάλασσα δεν αστειεύεται ποτέ - τη μια στιγμή μπορεί να σε χαϊδεύει και την επόμενη να σε αφήσει συντρίμμια.



- Συντρίμμια; ρώτησε η Βιντσιρέλλα με απορία κοιτάζοντας το κόκκινο μπλουζάκι του Νέτου.
- Όχι ακριβώς, περίπου. Sea'n'dream. Για τους φίλους Συντρίμ...
- Και έτσι βρήκατε να τη βγάλετε την ομάδα;
- Των αρχαρίων. Στους προχωρημένους είμασταν αλλιώς.
- Πώς αλλιώς;
- Χύμα στο κύμα.

Κούνησε το κεφάλι της. Ήταν το πιο πρόσφατο μέλος της ομάδας, τα πρώτα επεισόδια τα είχε χάσει. Ύστερα κοίταξε προς την πλώρη - το σκάφος ταξίδευε νότια, σημαδεύοντας την είσοδο της καλδέρας, ανάμεσα Σαντορίνη και Θηρασιά. Η Ίος έμενε πίσω σιγά σιγά. Ξημέρωνε καλά πια. Το αεράκι πήρε να δυναμώνει, άνοιξαν και τη τζένοα μετά από τη μαΐστρα. Στο GPS φαινόταν η ένδειξη της ταχύτητας, πάνω από έξι κόμβοι. Ο σκίπερ έσβησε τη μηχανή. Ακουγόταν μόνο ο επαναλαμβανόμενος παφλασμός των κυμάτων.



Ακουγόταν μόνο ο επαναλαμβανόμενος παφλασμός των κυμάτων. Το έμπειρο αυτί του κάπτεν-Νέτου όμως άκουγε πιο βαθιά - άκουγε την ανεπαίσθητη διαφορά από κύμα σε κύμα καθώς ο καιρός δυνάμωνε. Ο ουρανός ήταν ακόμα ασυννέφιαστος, αλλά για πόσο; Αναρωτήθηκε αν έπρεπε να προσεγγίσουν τις ηπειρωτικές ακτές και να αναζητήσουν καταφύγιο σε κανέναν απάνεμο κολπίσκο. Από την άλλη σκεφτόταν ότι αν τους έπιαναν οι ανταληγείς άνεμοι σε τούτη την απόμερη γωνιά του Νoτίου Ημισφαιρίου, καλύτερα να μην ήταν κοντά σε ακτές, γιατί οι καιροί και τα ρεύματα μπορεί να τους τραβούσαν πολύ μακριά και αντί να πέρναγαν τον πορθμό του Μαγγελάνου να εξορίζονταν στην αφιλόξενη Γη του Πυρός, που αντίθετα από ό,τι λέει το όνομά της είναι εντελώς παγωμένη.

- Μα τους χίλιους καρχαρίες! Στις Μαλβίνες! είπε ο κάπτεν-Νέτος και το πρόσωπό του φωτίστηκε.
- Στα νησιά Φώκλαντ δηλαδή; ρώτησε ο λοστρόμος με απορία.

Το πρόσωπο του κάπτεν-Νέτου σκοτείνιασε.

- Σιωπή, πράκτορα των Εγγλέζων! Στις Μαλβίνες, είπα!

Ο λοστρόμος, που ήταν της σχολής του Αγγλικού Ναυαρχείου άρχισε να μουρμουράει "μα εμένα στη σχολή αλλιώς μου τα είπανε" αλλά εν τέλει το βούλωσε κι άρχισε να επιθεωρεί τις καντηλίτσες των μούτσων. Ο κάπτεν-Νέτος μπήκε στη γέφυρα. Κοίταξε προσεκτικά το χάρτη του Νότιου Ατλαντικού. Μέτρησε μια απόσταση με το ασημένιο κουμπάσο του και τη μετέφερε με το διπαράλληλο στο ανεμολόγιο. Ύστερα διέταξε τον τιμονιέρο:

- Πορεία εκατόν ογδονταπέντε.
- Εκατόν ογδονταπέντε, επανέλαβε ο τιμονιέρος.



- Εκατόν ογδονταπέντε, είπε ο Σαρανταεφτά αφήνοντας το τιμόνι στον Ίμερο, και κατέβηκε στο chart-table να δει τους χάρτες. Ο Νέτος ρύθμισε το φορητό GPS στο map και το σκάφος φάνηκε στην οθόνη σαν μια κουκίδα στην έξοδο της καλδέρας. Η Κάντυ ανέβηκε στα σπιράγια για ηλιοθεραπεία. Η Βιντσιρέλλα καθόταν στο στασίδι της πρύμης - τα μαλλιά της ανέμιζαν στον αέρα. Ο Keel Bill προσγειώθηκε με φόρα στον αριστερό πάγκο, πάνω σε ένα μισογεμάτο κουτί με μπισκότα που μετατράπηκε αυθωρεί σε σκόνη.

Ο Σαρανταεφτά τον χτύπησε φιλικά στην πλάτη "Γεια σου ρε βασιλιά της σκόνης" και ξανάπιασε το τιμόνι. Ο Ίμερος άρχισε να τραβάει φωτογραφίες τη θάλασσα και τον ουρανό και το δράκο στην άκρη της Θηρασιάς.

- Θεέ μου, τι μπλε ξοδεύεις για μη σε βλέπουμε, είπε.
- Κοιτάξτε, δελφίνια! είπε η Κάντυ.

Όλοι κοίταξαν δεξιά, στο σημείο που δυο πτερύγια ξεπρόβαλλαν από το μπλε και ταξίδευαν με χάρη προς τα δυτικά. Ο Νέτος έπιασε να τραγουδάει:

Εκεί στης Ύδρας τ' ανοιχτά και των Σπετσών
να σου μπροστά μου ένα δελφινοκόριτσο...

- Με ζήτησε κανείς; ακούστηκε η φωνή της Μαρίστρας από τη φάλκα. Το μελαχροινό κεφάλι της ξεπρόβαλλε με τα άταχτα, κατσαρά μαλλιά της να ανεμίζουν.

Η σκιά της γοργόνας ενώ στέκεται πάνω στην ψαρίσια ουρά της και ατενίζει το πέλαγος. Δεν φαίνεται αυτοπροσώπως διότι όπως όλοι γνωρίζουμε όποιος τη δει μαρμαρώνει. (Η φωτό είναι κλεμμένη από τη Μαρίστρα στο facebook).


Το μελαχροινό κεφάλι της ξεπρόβαλλε με τα άταχτα, κατσαρά μαλλιά της να ανεμίζουν. Το σκάφος έμεινε να αιωρείται ανάμεσα σε δυό κύματα, καθώς η γοργόνα το κρατούσε με το ένα χέρι. Η ψαρίσια ουρά της ταλαντευόταν στον αφρό των κυμάτων. Οι ναύτες είχαν μείνει με κάτασπρα πρόσωπα από τον τρόμο. Άλλος καλούσε τον Άη-Νικόλα σε βοήθεια, κι άλλος τον Ποσειδώνα.

- Είναι η γοργόνα, η αδελφή του Μεγαλέξανδρου! ψέλισσε ο λοστρόμος.
- Η κόρη του Αλέξανδρου, εξυπνάκια, τον διόρθωσε η γοργόνα.
- Και της Ρωξάνης; επέμεινε ο λοστρόμος.
- Και της Πελαγίας, είπε μάλλον εκνευρισμένη η γοργόνα. Πού είναι ο καπετάνιος σου;

Η αρχοντική κορμοστασιά του κάπτεν-Νέτου ξεπρόβαλλε στην κουπαστή της γέφυρας. Ήταν ο μόνος που είχε κρατήσει το φυσικό του χρώμα. Χωρίς να λυγίσει βλέφαρο, χωρίς να χαράξει ρυτίδα, κοίταξε τη γοργόνα ίσα στα μάτια.

- Εδώ είναι ο καπετάνιος. Τι θες;
- Ωραίο το σκαρί σου. Πώς το λένε;
- Γράφει, είπε αδιάφορα ο κάπτεν-Νέτος.

Η γοργόνα έσκυψε προς την αριστερή μάσκα για να διαβάσει το όνομα του σκάφους. Τα μαλλιά της έγειραν αποκαλύπτοντας λίγο από δεξί της στήθος. Οι κατάχλωμοι ναύτες και ο λοστρόμος βρήκαν λίγο από το χρώμα τους και τεντώθηκαν για να το δουν καλύτερα. Ο κάπτεν-Νέτος πάλι δε σάλεψε ρούπι. Η γοργόνα ξαναγύρισε στην όρθια θέση και οι ναύτες στο κλασικό άσπρο χρώμα τους.

- "Μιράμπελλο"; Τι όνομα είναι αυτό;
- Αυτό γουστάρω. Έχεις κανένα καλύτερο;
- Μμμ... "Καμάρι της Γαρίπας" ίσως;
- Γι' αυτό μας σταματησες μεσοπέλαγα, για να μας ξαναβαφτίσεις; ρώτησε αγανακτισμένος ο κάπτεν-Νέτος.
- Καλά, ντε. Μη συγχίζεσαι. Ένα αστείο κάνουμε, να γελάσει λίγο το χειλάκι σου.
- Όταν λευτερωθεί η Κρήτη, τότε θα χαμογελάσω, είπε ο κάπτεν-Νέτος αλύγιστος. Άσε μας κάτω τώρα και άντε καλιά σου.

Στιγμές απόλυτης σιωπής ακολούθησαν, βουτηγμένες στην αγωνία. Οι ανάσες των ναυτών είχαν σταματήσει, κι ακόμα και τα κύματα της θάλασσας λες και είχαν κοπάσει. Τα βλέμματα του κάπτεν-Νέτου και της γοργόνας διασταυρώνονταν γεμάτα ηλεκτρισμό. Ύστερα η γοργόνα ακούμπησε αργά το σκάφος πάνω στην επιφάνεια της θάλασσας λέγοντας:

- Λένε διάφορες ιστορίες για μένα, αλλά κατά βάθος είμαι καλή ψυχή.
- Θα το 'χω υπόψιν μου, είπε ο κάπτεν-Νέτος, κι ύστερα γύρισε στο εμβρόντητο πλήρωμα:

- Τι κάθεστε; Κοιμάστε; Πόντζα α λα μπάντα, τώρα! ΤΩΡΑ!

Ο κάπτεν-Νέτος έπιασε το τιμόνι και το γύρισε απότομα. Το σκάφος έστριψε αντίθετα περνώντας τον άνεμο από την πρύμη. Τα πανιά φούσκωσαν ξαφνικά και τα άλμπουρα έτριξαν, αλλά οι ναύτες κρεμάστηκαν στα σκοινιά και κράτησαν τα πανιά στη θέση τους. Το πολυταξιδεμένο σκαρί του Μιράμπελλου κινήθηκε με φόρα προς τα δυτικά, σημαδεύοντας τώρα το ακρωτήριο Χορν. Λίγες οργιές πιο πέρα, η ουρά της γοργόνας σάλευε παιχνιδιάρικα στα κύματα.

- Γειά σας ναυτάκια, καλό ταξίδι, φώναξε η γοργόνα από τη θάλασσα. Η φωνή της ακούστηκε βραχνή και βαθειά.



Η φωνή της ακούστηκε βραχνή και βαθειά. Μόλις είχε ξυπνήσει - κοίταξε γύρω της να αναγνωρίσει το τοπίο. Βγήκε στο κόκπιτ κι έκατσε δίπλα στον Ίμερο που συνέχιζε να τραβάει φωτογραφίες. Κοίταξε δεξιά-αριστερά σα να έψαχνε κάτι.

- Είχα αφήσει κάτι μπισκότα...

Όλοι κοίταξαν τον Keel Bill που κοιτούσε αιδημόνως τις πατούσες του. Η Κάντυ ξετρύπωσε κάτι άλλα μπισκότα και τα έδωσε στη Μαρίστρα. Ο αέρας ανακάτεψε την πλούσια κόμη του Σαρανταεφτά πριν φτάσει στο στασίδι της Βιντσιρέλλας.

Ο Νέτος έβγαλε από την τσέπη του μια φυσαρμόνικα ματζόρε.

(συνεχίζεται...)


Σ.Σ. Η αφήγηση επεκτείνει (όχι με απόλυτη χρονολογική συνέπεια) τις προγενέστερες "Περιπέτειες του Κάπτεν-Νέτου στη θάλασσα των Σαργασσών". Πιστές στο πνεύμα του κάπτεν-Νέτου, οι αφηγήσεις αυτές είναι περισσότερο θρύλος παρά ιστορία, οπότε ας μου συγχωρεθούν ορισμένες αναληθοφάνειες όπως οι ανταληγείς άνεμοι (του Ισημερινού) που φτάνουν ως το ακρωτήριο Χορν - τον καιρό του κάπτεν Νέτου μπορεί και να έφταναν. Στο ομώνυμο έργο του Μέλβιλ, ο "Μόμπυ-Ντικ" είναι όντως η φάλαινα, το πλοίο του κάπτεν-Έιχαμπ λέγεται Pequod. Μαλβίνες (κατά τους Αργεντινούς) και Φώκλαντ (κατά τους Άγγλους) είναι το ίδιο σύμπλεγμα νησιών ανατολικά της Γης του Πυρός για το οποίο οι δύο χώρες πολέμησαν το 1982. Δεν έχω ιδέα για τις σχολές λοστρόμων του Αγγλικού Ναυαρχείου, άλλα ξέρω κάτι αντίστοιχες κλασικές άγκυρες (τώρα έχουν βγει πιο μοντέρνες, εννοείται). Ο "δράκος" είναι ένα δρακόμορφο ακρωτήριο στη Θηρασιά. Η φράση του Ίμερου "Θεέ μου, τι μπλε ξοδεύεις για να μην σε βλέπουμε" είναι ένα από τα πιο όμορφα πράγματα που έχω ακούσει πάνω σε σκάφος, οπότε είπα να τη μεταφέρω και εδώ.

Για τη θεατρική μεταφορά του έργου του Καζαντζάκη "Ο Καπετάν Μιχάλης" έχει γράψει μερικά πολύ όμορφα τραγούδια ο Μάνος Χατζιδάκις - από εκεί έχω δανειστεί τις φράσεις "Ήταν η γοργόνα η αδελφή του Μεγαλέξανδρου" και "Όταν λευτερωθεί η Κρήτη, τότε θα χαμογελάσω". Στο "Δελφινοκόριτσο" του Λίνου Κόκκοτου οι στίχοι είναι του Οδυσσέα Ελύτη:
Εκεί στης Ύδρας τ' ανοιχτά και των Σπετσών
να σου μπροστά μου ένα δελφινοκόριτσο
Μωρέ τού λέω πούν' το μεσοφόρι σου
έτσι γυμνούλι πας να βρεις τ' αγόρι σου

Αγόρι εγώ δεν έχω, μου αποκρίνεται
Βγήκα μια τσάρκα για να δω τι γίνεται
Δίνει βουτιά στα κύματα και χάνεται
ξανανεβαίνει κι απ' τη βάρκα πιάνεται

Θεέ μου, συγχώρεσέ με, σκύβω για να δω
κι ένα φιλί μου δίνει, το παλιόπαιδο
Σα λεμονιά τα στήθη του μυρίζουνε
κι όλα τα μπλε στα μάτια του γυαλίζουνε

Άιντε μωρό μου, ανέβα και κινήσαμε
πέντε φορές τους ουρανούς γυρίσαμε


Nαυτάκια και δελφινοκόριτσα όλου του κόσμου, καλά ταξίδια και καλές γιορτές.


ΥΓ. Όπως ορθώς επισήμανε ο εκ των σχολιογράφων "αράπης" η φράση "Θεέ μου, πόσο μπλε ξοδεύεις για να μη σε βλέπουμε" είναι από τη Μαρία Νεφέλη του Οδυσσέα Ελύτη - και πάλι...

18/12/09

Ένα ποντίκι στον υπολογιστή μου

Εν προκειμένω, ένα ανθρωπάκι στον υπολογιστή του ποντικιού, δανεικό από το http://www.pages.drexel.edu/~nst22/fun/mouse.jpg

Όπως γνωρίζουν ήδη οι προσεκτικοί αναγνώστες του ιστολογίου (δηλαδή ο Θανάσης πάνω κάτω), εδώ και λίγες μέρες ανήκω ξανά στη συμπαθή τάξη των εργαζομένων. Η νέα μου δουλειά είναι δυο βήματα (ή τέλος πάντων είκοσι μέτρα) από την παλιά, και είναι φυσικά εργαστηριακή, όπως και όλες οι προηγούμενες. Είναι το πέμπτο διαδοχικό εργαστήριο στο οποίο μπαίνω, αλλά ενώ στο πρώτο είχα κάτσει αθροιστικά δέκα χρόνια (με μια διακοπή για στρατό ενδιάμεσα) και στο δεύτερο έξι, στο τρίτο έκατσα δεκαπέντε μήνες, στο τέταρτο επισήμως οκτώ, οπότε με βάση αυτή τη φθίνουσα πρόοδο σε τούτο θα πρέπει να κάτσω κάνα δίμηνο το πολύ. Βέβαια όσο ζει κανείς ελπίζει, οπότε αν δεν υπάρξει κανένα απρόοπτο μέχρι τα Χριστούγεννα, στο τέλος του χρόνου θα έχει ήδη περάσει ο ένας μήνας και θα αρχίσω να την παλεύω για τον επόμενο.

Ως καθώς πρέπει μοριακός βιολόγος (ναι, αυτή είναι η δουλειά μου), αντιμετωπίζω τους ζωντανούς οργανισμούς κυρίως ως πηγές DNA, οπότε θεωρητικά δεν θα έπρεπε να έχω ιδιαίτερες προτιμήσεις. Μέχρι τώρα έχω δουλέψει με σαλιγκάρια, έντομα διάφορα (μεταξοσκώληκες, πεταλούδες, μύγες του κρασιού και αφρικάνικα κουνούπια), αμφίποδα, κωπήποδα, κτενοφόρα και χαιτόγναθους (μη με ρωτήσετε τι σημαίνουν αυτές οι λέξεις, είναι μπλεγμένη ιστορία), αλλά ποτέ δεν έχω δουλέψει με θηλαστικά. Υπό κανονικές συνθήκες και το σημερινό μου εργαστήριο με κουνούπια ασχολείται, αλλά δεδομένου ότι ο κύκλος ζωής του παρασίτου της ελονοσίας που μελετάμε περιλαμβάνει κάποια στάδια σε θηλαστικά, στο εργαστήριο κυκλοφορούν κι από αυτά. Κι όταν λέμε "θηλαστικά" στους επιστημονικούς χώρους, συνήθως εννοούμε ότι το εργαστήριο εκτρέφει ένα και μοναδικό είδος θηλαστικού: την άσπρη, χνουδωτή και χαριτωμένη (;) εργαστηριακή μορφή του Mus musculus, ή αλλιώς το κοινό ποντίκι.

Επειδή με τα ποντίκια δυσκολεύεται κανείς να αναπτύξει το είδος της κοινωνικότητας και εξοικείωσης που αναπτύσσει με γάτες και σκύλους, αναλογικά λίγοι άνθρωποι έχουν ποντίκια ως κατοικίδια. Κατ' επιλογήν εννοώ, διότι ακουσίως έχουν ποντίκια γύρω τους πολύ περισσότεροι, αν και σαφώς λιγότερο άσπρα, χνουδωτά και συμπαθητικά (βλ. τον Ισοβίτη του Αρκά για μια ενδελεχή μελέτη πάνω στο αντικείμενο). Εγώ έχω πετύχει όλα αυτά τα χρόνια ελάχιστους ποντικόφιλους, λιγότερους ακόμα κι από όσους έχουν ωδικά πτηνά, χελώνες, ινδικά χοιρίδια ή κουνέλια, και ελάχιστα περισσότερους από όσους έχουν ιγκουάνες ή σαλαμάνδρες.

Δεδομένης και της γενικής επιφύλαξης που έχω απέναντι στα ζώα (με κάποιες εξαιρέσεις, δείτε εδώ για λεπτομέρειες), όλα αυτά τα χρόνια ελάχιστα νταλαβέρια είχα με ποντίκια και ποντικάδες. Θυμάμαι πάντως χαρακτηριστικά δύο γεγονότα από την πρώιμη ερευνητική μου σταδιοδρομία, όταν ως φοιτητής στα τέλη της δεκαετίας του '80 εκπονούσα τη διπλωματική μου εργασία στο πρώτο κατά σειρά εργαστήριο της ζωής μου. Στο διπλανό εργαστήριο ήταν ένας τύπος που όταν δεν σπούδαζε έκανε καταδύσεις με μπουκάλες, και είχε ένα τεράστιο ψώνιο να συνδυάσει τις σπουδές του με τους βυθούς. Για κάποιο περίεργο λόγο όμως δεν πήγε στο εργαστήριο Υδροβιολογίας να κοιτάει κοράλλια και σπόγγους στο μικροσκόπιο, αλλά βρέθηκε στο διπλανό από το δικό μου εργαστήριο, να μπουκώνει ποντίκια με υψηλές πιέσεις οξυγόνου και να μιμείται συνθήκες κατάδυσης.

Μια Παρασκευή βράδι (Απόκριες ήτανε) ο τύπος έφυγε για καταδυτικό Σαββατοκύριακο, αφήνοντας τα ποντίκια του ήσυχα στο κλουβί τους, το οποίο ήταν ανοιχτό από πάνω. Ήταν ωστόσο πολύ βαθύ και δεν υπήρχε περίπτωση να την κοπανήσουν - έτσι νόμιζε. Αργά τη νύχτα, κατά τη διάρκεια ενός θορυβώδους φοιτητικού αποκριάτικου πάρτυ, χώθηκα στο εργαστήριο (το δικό μας) για να ξετρυπώσω κάτι μπύρες από το εργαστηριακό ψυγείο. Άφησα κάτι πατατάκια πάνω στο γραφείο - όταν έκανα μεταβολή να τα πάρω είδα ένα ποντικάκι (άσπρο και χνουδωτό) να τα μασουλάει μακαρίως.

Το περιμάζεψα μέχρι τη Δευτέρα σε ένα πλαστικό κουτί με νερό, ποπ-κορν και γαριδάκια διάφορα (ατυχώς έγινε μούσκεμα με το νερό, διότι τα βλαμμένα τα εργαστηριακά ποντίκια έχουν μάθει να πίνουν από μπιμπερό μόνο) και το επέστρεψα στο νόμιμο ιδιοκτήτη του. Μου εξήγησε ότι την είχαν κοπανήσει όλα εκτός από δύο (ήταν καμμιά δεκαριά) με ένα πολύ απλό κόλπο: μόλις βεβαιώθηκαν ότι δεν τα βλέπει κανείς, μερικά από αυτά έφτιαξαν ένα είδος "μακριά γαϊδούρα" (τσαταλίνα-μανταλίνα για τους βορειοελλαδίτες) και παίρνοντας φόρα τα υπόλοιπα πηδούσαν πάνω από τα πρώτα και ακολούθως έξω από το κλουβί. Το "δικό μου" πήγε ένα βήμα παραπέρα και από το ανοιχτό παράθυρο πέρασε στο δίπλα εργαστήριο.

Δεν ήταν η μοναδική φορά που χρησιμοποιήθηκε αυτή η διαδρομή. Λίγο καιρό αργότερα κατάφερα με κόπους και βάσανα να ψήσω τους επικεφαλής του εργαστηρίου να βγάλουν από την αποστρατεία έναν παλιό υπολογιστή που είχαν σε ένα ντουλάπι και να τον εγκαταστήσουν στο γραφείο που δούλευα. Μιλάμε για τέλη δεκαετίας '80, αλλά το μηχάνημα ήταν των αρχών της ίδιας δεκαετίας, και είχε κοστίσει ένα μυθικό ποσό στον καιρό του. Δεν είχε σκληρό δίσκο, ήταν προγενέστερο των PC και έπρεπε να βάλεις στο ένα floppy το λειτουργικό του σύστημα (αυτοσχέδιο) και στο άλλο floppy μια δισκέτα με τα data σου. Είχε όμως χρωματάκια στην οθόνη (256 ολότελα) και ένα πληκτρολόγιο που ό,τι πλήκτρο και να πάταγες έκανε "μπιπ". Αυτό ήταν πολύ χρήσιμο διότι έκανε τον ίδιο ήχο είτε έγραφες ένα επιστημονικό κείμενο είτε έπαιζες space invaders (το κλασικό "ούφο" παιχνιδάκι της εποχής), κι έτσι ο επιβλέπων καθηγητής σου που άκουγε τα "μπιπ" δεν αντιλαμβανόταν αυτομάτως ότι λουφάρεις αν δεν ερχόταν πάνω από τον ώμο σου.

Ένα απόγευμα, αρχές καλοκαιριού, με ανοιχτά παράθυρα, καθόμουν και διάβαζα κάτι στον πάγκο του εργαστηρίου. Είχα την πλάτη στραμμένη στο γραφείο, όταν άκουσα το γνώριμο "μπιπ-μπιπ" πίσω μου. Δεδομένου ότι ήμουν ο μόνος χρήστης του εν λόγω υπολογιστή (λόγω space invaders κατά βάση) παραξενεύτηκα και γύρισα αμέσως να κοιτάξω. Είδα έναν άσπρο και χνουδωτό (άρα εργαστηριακό) αρουραίο να κόβει βόλτες στο πληκτρολόγιο. Σκέφτηκα ότι ο διπλανός πάλι κάποια τζιβιτζικουλιά θα είχε κάνει, αλλά μετά θυμήθηκα ότι αυτός είχε ποντίκια (μικρά) κι όχι αρουραίους (αναλογικά μεγάλους). Βγήκα πάντως απορημένος στο διάδρομο - πλήθη πανεπιστημιακών και ερευνητών περιεφέροντο ώστε να ακούσουν ευκρινώς την απορία μου.

- Ρε σεις, είναι ένα ποντίκι στον υπολογιστή μου.

Με κοίταξαν με συγκατάβαση.

- Μα πού ζεις αγόρι μου; Όλοι οι υπολογιστές έχουν ποντίκι πλέον.

Χαμογέλασα με νόημα. Ήξερα κάτι που όλοι αυτοί οι ρεμπεσκέδες δε μπορούσαν ούτε να φανταστούν.

- Ναι, αλλά το δικό μου είναι ζωντανό, ξέρετε...

Πάνω στην ώρα ο αρουραίος ξεπρόβαλλε πίσω μου από την πόρτα του εργαστηρίου, διέσχισε ταχύτατα το διάδρομο περνώντας ανάμεσα σε πόδια πανικόβλητων διδακτόρων και χώθηκε βιαστικά στην αίθουσα φυγοκέντρων όπου και συνελήφθη εν τέλει, αφού έσπειρε πρώτα τη σύγχιση κι έναν εφήμερο (φευ...) πανικό στο αφάν-γκατέ της επιστημονικής κοινότητας της χώρας.

Εναλλακτική χρήση ποντικιού σε μεταμοντέρνο υπολογιστή, από τον Αρκά. Αστεία αστεία, το σκιτσάκι είναι από mouse pad.

8/12/09

Η δάμαλις τον μόσχον

"Ἡ δάμαλις τὸν μόσχον, ἐν Ξύλῳ κρεμασθέντα, ἠλάλαζεν ὁρῶσα." Τοιχογραφία της Σταύρωσης από το Μοναστήρι της Studenica στη Σερβία (υπεξαιρέθηκε από το http://strofi.wordpress.com)

Το μουγκάνισμα ακουγόταν κάθε μέρα, όλο το καλοκαιρί σχεδόν. Αυτός που είχε την αγελάδα προφανώς την έδενε σε διαφορετικά σημεία για να βοσκήσει, αλλά στην αμφιθεατρική πλαγιά ανάμεσα σε Κατσίριφο, Βουνάρα και Ράχη ο ήχος πολλαπλασιαζόταν και έφτανε καθαρά μέχρι τον αμαξωτό δρόμο και χανόταν μόνο μέσα στα σοκκάκια του Ευδήλου για να σβήσει τελείως πια όταν πλησίαζε την πολύβουη πλατεία και το λιμάνι. Σε μια εν πολλοίς αγροτική περιοχή, έστω και σε νησί, το μουγκάνισμα μιας αγελάδας δεν είναι τίποτα ασυνήθιστο, αλλά η συγκεκριμένη δεν φώναζε μια στις τόσες - φώναζε συνέχεια.

- Άρρωστη είναι; αναρωτήθηκα μουρμουρίζοντας.
- Ποια είναι η άρρωστη; φώναξε η μάνα μου από την κουζίνα. Μόλις ακούει για αρρώστιες ευαισθητοποιείται.
- Η αελέ. (Στην ικαριακή ντοπιολαλιά "αελέ" είναι η αγελάδα. Ο ταύρος είναι "βους", όπως στα αρχαία.)
- Ποια; απόρησε η μάνα μου, που δε με ακούει συχνά να εκφράζομαι με ιδιωματισμούς.

Πάνω στην ώρα ξανακούστηκε το μουγκάνισμα. Παρατεταμένο, διαπεραστικό. Ήταν σχετικά κοντά σήμερα.

- Μάλλον θα της πήραν το παιδί της, συμπέρανε η μάνα μου.
- Το μοσχάρι; Γιατί;
- Για να κόψει, να μην πίνει γάλα και να μπορούν να την αρμέγουν. Ή και για σφάξιμο, ποιος τους ξέρει. Αυτή πάντως το ψάχνει.
- Και θα το ψάχνει καιρό;


Η μάνα μου δεν απάντησε και ξαναπήγε στην κουζίνα. Το μουγκάνισμα ακούστηκε ξανά, έναν τόνο πιο ψηλά αυτή τη φορά. Θυμήθηκα ένα περιστατικό με μια αγελάδα από τα παιδικά μου χρόνια. Πρέπει να ήταν το καλοκαίρι του 1978, μέναμε τότε στην Ακαμάτρα. Ο θείος ο Δημήτρης (ο Χειλάς) είχε φέρει ένα δαμάλι στο χωράφι δίπλα στο σπίτι, για σφάξιμο. Εμείς είμασταν παιδιά της πόλης και η όλη διαδικασία είχε για μας κάτι το πρωτόγονο, ωστόσο η περιέργεια υπερίσχυσε της αποστροφής και πήγαμε να δούμε πώς γίνεται.

Θυμάμαι το ζώο κρεμασμένο, με το αίμα να τρέχει στο χώμα. Σήμερα ξέρω ότι η πρακτική αυτή έχει θρησκευτική βάση (περιγράφεται εκτενώς στην Παλαιά Διαθήκη), καθώς η θρησκεία (εβραϊκή και χριστιανική, ενδεχομένως και το ισλάμ) απαγορεύει να τρως το αίμα του ζώου, οπότε η αφαίμαξη προηγείται του γδαρσίματος και του τεμαχισμού του. Θυμάμαι αρκετά καλά την ανατομία του (άλλωστε όπως έμαθα αργότερα, όλα τα σπονδυλόζωα μοιάζουν εσωτερικά) και τη μυρωδιά (η μάλλον την αποφορά) από τα σπλάχνα. Τα αδέλφια μου έφυγαν κάποια στιγμή, αλλά εγώ έμεινα μέχρι το τέλος σχεδόν.

Ρώτησα το Χειλά γιατί έπρεπε να το σφάξει το δαμάλι. Μου απάντησε ότι είχε μείνει πολύ καιρό στο βυζί της μάνας του και δεν είχε μάθει να τρώει μόνο του. Τώρα είχε μεγαλώσει πια και δυσκολευόταν να τραφεί, άρα "δεν έχει ζωή πια". Έμενε μόνο να το σφάξουν, παρότι ήταν αρκετά μεγάλο σε ηλικία για να πουληθεί για μοσχαρίσιο κρέας.

Γύρισα σπίτι με μια παράξενη αίσθηση - κυρίως για το ότι η προσκόλληση στο γάλα της μάνας του ήταν η θανατική καταδίκη του ζώου. Μου φάνηκε αφύσικο, εξωφρενικό. Πάντως απέφευγα να περνάω από το συγκεκριμένο χωράφι για κάμποσο καιρό, μου φαινόταν ότι η μυρωδιά ήταν ακόμα εκεί, κι ότι το αίμα ακόμα στράγγιζε στη γη. Μια μέρα, κάμποσο καιρό αργότερα, ο ξάδελφος ο Μίμης αποπειράθηκε ανυποψίαστος να περάσει μια άλλη αγελάδα από το σημείο εκείνο. Φαίνεται πως η αγελάδα κάτι μυρίστηκε στο χώμα και τσίνησε άσχημα, ο μικρός είδε κι έπαθε να τη μαζέψει. Θυμάμαι το μουγκρητό της όπως το ακούγαμε από το σπίτι, το βλέμμα της αγωνίας της καθώς πάλευε να γυρίσει προς τα πίσω, τον τρομοκρατημένο ξάδελφο που τα 'χε χαμένα μπροστά στην αναπάντεχη αντίδραση του ζώου στα καλά του καθουμένου.

- Θα το ψάχνει καιρό, απάντησε η μάνα μου με καθυστέρηση φάσης. Για πάντα θα το ψάχνει, απλά κάποτε ίσως σταματήσει να φωνάζει.

Έψαξα και βρήκα το τροπάριο από τα εγκώμια του Επιταφίου, από την τρίτη στάση (το "Αι γεναί πάσαι"), που λέει "Ἡ δάμαλις τὸν μόσχον, ἐν Ξύλῳ κρεμασθέντα, ἠλάλαζεν ὁρῶσα." Σκέφτηκα ότι η εικόνα της Παναγίας που κλαίει τον Εσταυρωμένο όπως η αγελάδα το μοσχάρι της υπήρξε ίσως εξαιρετικά οικεία στους παλιούς ανθρώπους, και εξαιρετικά ταιριαστή για το θρήνο τους. Σήμερα οι παραστάσεις μας είναι αναμφίβολα διαφορετικές, χώρια που έχω την αίσθηση ότι οι άνθρωποι θεωρούν ότι το να θρηνεί κανείς δεν είναι και πολύ καθώς πρέπει.

Αλλά η δάμαλις αυτό δεν το ήξερε και συνέχισε να αναζητάει τον μόσχον της μέχρι που βράδιασε. Η ίσως έπρεπε να πω ότι όταν βράδιασε κατέβηκα κι εγώ στη βουή της πλατείας και του λιμανιού και ξενύχτησα μέχρι το πρωί, ως είθισται.

Εκεί δεν την άκουγα πια.

2/12/09

Ατασθαλίες και παρεκτροπές

Το ιστορικό Χερκουλάνουμ στα καλύτερά του: η εν εγκαταλείψει βενετική κρήνη Πριούλι δίπλα σε ετομόρροπο οίκημα μάλλον οθωμανικής περιόδου (με καφασωτό μπαλκόνι) απέναντι από τυπική πολυκατοικία δεκατίας 1970.

Ο τρόπος με το οποίο η ζωή μας κάνει κύκλους είναι καμμιά φορά αστείος. Φεύγεις μια μέρα και λες "πάει, αυτό ήτανε" και μάλιστα χωρίς να στεναχωρηθείς και πολύ, λες και δραπετεύεις από μια σχέση που σε αφήνει ανικανοποίητο, και ξεκινάς μια υποτιθέμενη περιπλάνηση στο άγνωστο (ή τέλος πάντων στο ανοίκειο). Κάμποσο καιρό και πολύ κόπο αργότερα ξαναγυρίζεις εκεί που ξεκίνησες, η λίγα βήματα πιο πέρα. Τα πράγματα μοιάζουν ίδια, ή περίπου. Αλλά ο τρόπος που τα βλέπεις έχει αλλάξει κάπως.

Σε αυτή τη μεριά του κτιρίου, το κινητό δεν έχει σήμα. Το γραφείο είναι όμοιο, όπως όλα, αλλά τα πράγματά σου είναι τοποθετημένα με διαφορετική σειρά. Ακούγεται ένας μάλλον ενοχλητικός θόρυβος ενός ψυγείου - ενοχλητικός μόνο για τα δικά σου αυτιά, καθώς οι αλλοι έχουν συνηθίσει κατά πως φαίνεται. Η θέα από το παράθυρο είναι λίγο διαφορετική, αλλά μόνο λίγο. Στήνω τον υπολογιστή και περιφέρομαι στα ιστολόγια - έχω πολύ καιρό να το κάνω. Η δουλειά θα αρχίσει αύριο στα αλήθεια, η σημερινή μέρα είναι αναγνωριστική μάλλον.

Το πρωί έβρεχε και δεν μπόρεσα να γυρίσω καθόλου στην πόλη. Έμεινα κάμποση ώρα στο δωμάτιο με τους καθρέφτες, τακτοποιώντας πράγματα από και προς βαλίτσες. Σκέφτομαι ότι πρέπει να αρχίσω να ψάχνω για σπίτι, ή ίσως να περιμένω κάνα-δυο βδομάδες να δω πώς είναι. Δε νομίζω να είναι και πολύ διαφορετικά, πάντως. Θα αλλάξω λιγάκι το προφίλ στο ιστολόγιο, θα ξαναγράψω τη λέξη "Ηράκλειο" και θα σβήσω το "άνεργος" από τη λίστα με τις λέξεις από άλφα. Έχει μια διαφορά, όχι ακριβώς "ειδοποιό", αλλά πάντως είναι κάτι.

Πριν λίγες μέρες συνάντησα στο Μετρό (της Αθήνας, εννοείται) μια κοπελίτσα που είχα αφήσει πίσω στην Κρήτη. Μου φάνηκε αφύσικα αδυνατισμένη (όχι πως ήταν καθόλου γεμάτη και πριν). Ρώτησα πώς και ήταν στην Αθήνα - μου είπε ότι παράτησε το επιστημονιλίκι και αποφάσισε να ασχοληθεί στα σοβαρά με το χορό. Προετοιμάζεται για σχολές, γυμνάζεται (εξ' ου και το αδυνάτισμα), δουλεύει για να τα βγάλει πέρα. Είναι νέα (γύρω στα εικοσιτρία), όχι ακριβώς όμορφη αλλά πάντως πολύ πολύ γλυκειά. Τη ρώτησα αν είναι ευτυχισμένη με αυτό που κάνει, μου απάντησε ότι είναι πολύ πιο καλά από όσο ήταν στην Κρήτη. Της ευχήθηκα καλή δύναμη, καλή επιτυχία ή ό,τι εύχονται σε αυτές τις περιπτώσεις. Με ρώτησε αν είμαι εγώ ευτυχισμένος, αλλά φτάναμε στο σταθμό που θα κατέβαινε. Ευτυχώς μάλλον - δεν είμαι και πολύ βέβαιος για την απάντηση.

Σιγοσφυρίζω ένα αστείο τραγουδάκι που έχει γράψει παλιότερα ο Βασίλης Νικολαΐδης (ο λεγόμενος και Σανταρόζας, προ είκοσι-τριάντα ετών). Λέγεται "Ατασθαλίες" (από τον ομώνυμο δίσκο) και περιγράφει τις διακοπές ενός προβληματικού ζεύγους, μεταξύ διαφόρων νήσων του αρχιπελάγους και γενικού φόβου για την εξάπλωση του AIDS. Ο αφηγητής επιχειρεί διάφορες αποδράσεις (ατασθαλίες και παρεκτροπές) αλλά στο τέλος γυρνά πίσω στη ασφαλή, γνωστή αγκάλη της αιώνιας (αν και εξίσου παρεκτρεπόμενης) αγαπημένης του. Μάλιστα, αφού έχει κάνει τη βόλτα του (και υπό το κράτος του φόβου για τον τρομερό ιό) ανακαλύπτει και όψεις της πραγματικότητας που δεν είχε εκτιμήσει νωρίτερα: ...κι έτσι το πήρα απόφαση, θα έμενα μαζί σου / είναι ανεπανάληπτο το φλογερό κορμί σου.

Ανεπανάληπτο Χερκουλάνουμ, I am back...