ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

Μια ρεβυθιά στο Ηράκλειο - Λέιντεν - Λισσαβώνα - Αθήνα - πάλι Ηράκλειο


30/11/09

Ενός λεπτού σιγή (Ντίνος Χριστιανόπουλος)

Εσείς που βρήκατε τον άνθρωπό σας
κι έχετε ένα χέρι να σας σφίγγει τρυφερά
έναν ώμο ν' ακουμπάτε την πίκρα σας
ένα κορμί να υπερασπιστεί την έξαψή σας,

Kοκκινίσατε άραγε για την τόση ευτυχία σας
έστω και μια φορά;
Είπατε να κρατήσετε ενός λεπτού σιγή
για τους απελπισμένους;


Ντίνος Χριστιανόπουλος
"Ποιήματα"

25/11/09

Κλυταιμνήστρα

Η Κλυταιμνήστρα εκφράζει προς την Κασσάνδρα το γήινο και χοϊκό στοιχείο της προσωπικότητάς της.

Είχαμε δέσει ήδη κάνα δίωρο και καθόμασταν αραχτοί στην παραλία, εξουθενωμένοι από το πολύωρο ταξίδι. Η Ξανθίππη εμφανίστηκε με ανοιγμένα πανιά και προσέγγισε το λιμανάκι της Ηρακλειάς αργά, ψάχνοντας για αγκυροβόλιο. Είχαμε συναντηθεί ξανά το πρωί στη Σαντορίνη, αλλά εμείς περάσαμε μέσα από την καλδέρα, δίπλα από τη Θηρασιά, χωρίς στάση, ενώ εκείνοι έστριψαν προς τη Βλυχάδα για να παραλάβουν μερικούς εξτρά επιβάτες που είχαν ταξιδέψει με το ταχύπλοο από Ηράκλειο για να αποφύγουν την ολονύχτια ταλαιπωρία στα κύματα. Ύστερα συνέχισαν πίσω μας, πέρασαν την Ίο και τη Σχοινούσα, και νάτοι τώρα έτοιμοι να πλαγιοδετήσουν στην εξωτερική πλευρά της προβλήτας, καθώς μέσα ο χώρος ήταν ήδη υπερπλήρης.

Με το που πετάχτηκαν τα σκοινιά προς τις δέστρες και το σκάφος ψευτοακούμπησε με τα μπαλόνια του στο μώλο, μια γαλάζια μορφή καβάλησε τα ρέλια και όρμησε στη στεριά. Άκουσα από μακριά το Νώε να της φωνάζει "Στάσου μια στιγμή" αλλά η γαλάζια μορφή με γρήγορα αποφασιστικά βήματα απομακρύνθηκε από το σκάφος, τη θάλασσα, την προκυμαία και όλη την παραθαλάσσια ανθρωπότητα και όρμηξε προς τον οικισμό πιο αποφασιστικά από όσο ο προφήτης Ηλίας με το κουπί στην πλάτη.

"Τι έπαθε αυτή, μύγα την τσίμπησε;" αναρωτήθηκα μεγαλοφώνως κοιτάζοντας προς τη Μαρίστρα η οποία έτρωγε τα νύχια της επιμελώς (λόγω πρόσφατης διακοπής καπνίσματος - αλυσιτελούς ως απεδείχθη). Η Μαρίστρα σήκωσε τους ώμους και έμεινε να κοιτάζει τη γαλάζια μορφή που πλησίαζε. Όσο πιο κοντά έφτανε, τόσο πιο αναγνωρίσιμη γινόταν, μέχρι που έγινε η Σ., γνωστή ως φάτσα (είχαμε συμπέσει σε κάποιες παρέες) αλλά άγνωστη ως ιστιοπλόος και παντελώς αγνώριστη με το συσπασμένο πρόσωπο και το κενό βλέμμα που εμφάνιζε καθώς περνούσε από δίπλα μας. Κούνησα το κεφάλι σε ένδειξη χαιρετισμού και αποπειράθηκα να ψελλίσω κάτι αλλά δεν κατάφερα και πολλά - εκείνη πέρασε σφαίρα χωρίς να κουνήσει βλέφαρο και ανέβηκε τάχιστα προς κάτι καφετέριες - εστιατόρια που δέσποζαν στον κολπίσκο.

Αποφασίσαμε να πάμε κι εμείς για καφέ. Μαζέψαμε με το Νέτο και τη Μαρίστρα αργά αργά μαγιώ και πετσέτες και αρχίσαμε να ανηφορίζουμε νωχελικά (η Μαρίστρα λιγότερο νωχελικά, καθώς μασουλούσε μερικά νύχια καθ' οδόν). Μπήκαμε σε ένα από τα μαγαζιά με θέα στο λιμανάκι. Κάτσαμε σε ένα από τα τραπεζάκια με την καλύτερη θέα. Η Ξανθίππη είχε δέσει για τα καλά πια και ένας ένας οι επιβάτες της κατέβαιναν στη στεριά. Από τους δικούς μας, ο Σαρανταεφτά και ο Ίμερος είχαν πάει κοντά και κουβέντιαζαν με το Νώε και τους άλλους, χαζεύοντας και ένα θηριώδες δικάταρτο κρουαζιέρας με τούρκικη σημαία που είχε δέσει δίπλα - η κατά τα λοιπά χοντρούλα Ξανθίππη έμοιαζε καχεκτική δίπλα στο θηρίο. Η Βιντσιρέλλα λιαζόταν ακόμα στην παραλία όπως και η Κάντυ. Στο διπλανό τραπέζι εντόπισα τη Σ. την ώρα που αποτέλειωνε μια μακαρονάδα.

Ξαναπροσπάθησα το κόλπο με την κίνηση του κεφαλιού και ένα πιο ηχηρό "γεια". Αυτή τη φορά έπεσα μέσα στο οπτικό πεδίο και το πλαίσιο ενδιαφερόντων της και ο χαιρετισμός ανταποδόθηκε, μαζί με κάτι που έμοιαζε με χαμόγελο. Έβγαλε ένα τσιγάρο και κοίταξε γύρω της για φωτιά. Βούτηξα τον αναπτήρα που έκρυβε ο Νέτος στην τσέπη μου για τον φόβο των Ιουδαίων και προσφέρθηκα να της το ανάψω. Τράβηξε μια λαίμαργη ρουφηξιά και με κοίταξε με ένα γεμάτο βλέμμα τώρα. Είχε μεγάλα, όμορφα μάτια, που ήθελες να σε κοιτάζουν. Στα χείλη της σχηματίστηκε ένα πλατύ χαμόγελο (μεγάλα, όμορφα χείλη που ήθελες να σου χαμογελάνε). Είπε "ευχαριστώ" - η φωνή της ήταν βαθειά και καθαρή.

Τη ρώτησα αν την πείραξε η θάλασσα στο σκάφος - και μόνο η αναφορά στη θάλασσα της προκάλεσε μια ανησυχία. Την παρηγόρησα ότι όλοι μας είχαμε ταλαιπωρηθεί να χτυπιόμαστε τη νύχτα στο κύμα και μόνο το πρωί που ησύχασε... Με έκοψε ότι εκείνη το πρωί μπήκε. Από Σαντορίνη. Οι τάχα-μου-δήθεν έμπειροι ιστιοπλόοι κοιταχτήκαμε με νόημα: το πρωί ο καιρός ήταν μια χαρά. Ρωτήσαμε αν είχε ξαναπάει ταξίδι - μας εξήγησε ότι ήταν η πρώτη φορά που έμπαινε σε σκάφος. Και η τελευταία, κατά πάσα πιθανότητα, καθώς είπε ορθά-κοφτά ότι δεν θα ξανάμπαινε μέσα ο κόσμος να χαλάσει. Σιγά μην καθόταν δέκα μέρες σε εκείνο τον εφιάλτη.

Ο εφιάλτης Ξανθίππη λικνιζόταν ήρεμος και από μέσα του ξεπρόβαλλαν η Αμπιγιέζ και η Κατερίνα. Ήρθαν να συμπαρασταθούν στην κακοπαθισμένη φίλη τους και να την ψήσουν να επανακάμψει στο σκάφος - εις μάτην. Κάποια στιγμή παράτησαν την προσπάθεια και πήγαν για μπάνιο. Η Σ. έβγαλε άλλο ένα τσιγάρο κι εγώ σκέφτηκα ότι πρέπει να επανέλθω στο ρόλο μου. Αλλά με τη σκέψη στο ρόλο θυμήθηκα κάτι. "Ηθοποιός δε είσαι;" ρώτησα τη Σ. καθώς πρότεινα τον αναπτήρα. Με ξανακοίταξε με εκείνο το βλέμμα. Ήτανε. Τη ρώτησα πού θα έπαιζε το επερχόμενο καλοκαίρι. Μου είπε ότι θα συνεργαζόταν με ένα θίασο (δε θυμάμαι από πού, αλλά εκτός Κρήτης) και θα ανέβαζαν Αγαμέμνονα από την Ορέστεια του Αισχύλου. Τη σκέφτηκα στη διανομή - ήταν μάλλον πάνω από την ηλικία της Ηλέκτρας ή της Ιφιγένειας ή της Κασσάνδρας. Ρώτησα αν θα ήταν στο χορό. Κούνησε αρνητικά το κεφάλι. "Κλυταιμνήστρα", είπε.

Της είπα ότι ο ρόλος είναι άχαρος - αυτός ο παλιοχαρακτήρας που σκοτώνει τον άντρα της για ανεβάσει στο θρόνο το γκόμενο... Τα μάτια της άστραψαν. Υπερασπίστηκε την Κλυταιμνήστρα με πάθος (που ο γελοίος της θυσίασε την κόρη για να υπηρετήσει τη μωροφιλοδοξία του, της κουβάλησε και τη γκομενίτσα από την Τροία...). Σχολίασα ότι οι χαρακτήρες είναι πολύ πιο ανεπτυγμένοι στον Ευριπίδη από ό,τι στον Αισχύλο, αλλά μου αντέταξε ότι ο Αισχύλος είναι πιο κοντά στην αρχαϊκή εποχή και στο χοϊκό στοιχείο από το οποίο οι μύθοι αυτοί προέρχονται. Ύστερα γυρίσαμε στην Κλυταιμνήστρα - μου είπε ότι η Κλυταιμνήστρα ήταν τίγκα στο γήινο και το χοϊκό που λέγαμε. Μια γυναίκα με πάθη και επιθυμίες, και με μια σκοτεινή πλευρά που πηγάζει ακριβώς από αυτά τα πάθη. Ωστόσο, είναι η πρώτη μονάρχις που βγάζει το λαό (το χορό) επί σκηνής και διαλέγεται μαζί του.

Η Μάρθα Γκράχαμ ως Κλυταιμνήστρα στην ομώνυμη παράσταση μπαλέτου της δεκαετίας του '50 που θεωρήθηκε πρότυπο φεμινιστικής ανάγνωσης του μύθου.

Σχολίασα, ελαφρώς χολερικά, ότι το αποτέλεσμα του διαλόγου ήταν η ανάρρηση στο θρόνο του γκόμενου, που προφανώς κάλυπτε τη γήινη πλευρά της Κλυταιμνήστρας και με το παραπάνω. Αντέκρουσα τη φεμινιστική ανάγνωση της Κλυταιμνήστρας ως αρχετυπικού συμβόλου με την αναφορά στην Ηλέκτρα και την Κασσάνδρα, εξίσου γυναίκες αλλά η καθεμιά σε σύγκρουση με την πρωταγωνίστρια. Συμφωνήσαμε ότι η Κασσάνδρα δεν έφταιγε σε τίποτα (αιχμάλωτη και να μην την πιστεύει άνθρωπος), αλλά μου αντέτεινε ότι η Ηλέκτρα είναι υστερική και ζηλόφθων, καθώς οπλίζει το μικρό αδελφάκι και το στέλνει να εκδικηθεί.

Διαφωνήσαμε λίγο ακόμα, μέχρι που εμφανίστηκε δεύτερο κλιμάκιο από την Ξανθίππη, με γιατρό κιόλας, και μας έκοψε. Η γιατρός εξέτασε την Σ. και τη βρήκε περδίκι (είχε φουντώσει και λίγο από την κουβέντα μας και είχε βρει το χρώμα της σχεδόν τελείως). Μετά η Σ. κατέβηκε στην παραλία για μπάνιο. Μείναμε με το Νέτο και τη Μαρίστρα που τσακωνόντουσαν για το κάπνισμα, μέχρι που κατέβηκαν κι αυτοί προς το σκάφος. Εγώ έμεινα λίγο με τη γιατρό μέχρι να πιει τον καφέ της. Όταν σηκωθήκαμε είδα παρατημένο στο δίπλα τραπέζι ένα τσαντάκι και κάτι τσιγάρα, προφανώς της Κλυταιμνήστρας. Τα μάζεψα και της τα πήγα στην παραλία - τη βρήκα κουλουριασμένη στην άμμο ως γαλάζια ωραία κοιμωμένη, γήινη και χοϊκή. Άφησα αθόρυβα τα πράγματα δίπλα της αλλά μάλλον με κατάλαβε και μουρμούρισε ένα ευχαριστώ χωρίς να ανοίξει τα μάτια.

Την άλλη μέρα ξαναβρεθήκαμε με την Ξανθίππη σε έναν άλλο κόλπο της Ηρακλειάς, λίγο νοτιότερα. Η Κλυταιμνήστρα έκανε βουτιές από το σκάφος και κολυμπούσε σα δελφίνι. Τη ρώτησα αν ειχε συμφιλιωθεί με την ιστιοπλοΐα - μου είπε ότι μάλλον τα πήγαιναν καλά σήμερα. Ύστερα πήρε μια μάσκα και ένα διχτάκι και άρχισε να μαζεύει αχινούς. Δεν την ξαναείδα.

Πρόσφατα είδα τη γιατρό στο Ηράκλειο και ρώτησα πώς πέρασαν τις υπόλοιπες ιστιοπλοϊκές τους μέρες. Μου είπε ότι είχε βρωμόκαιρο και κλείστηκαν για κάμποσες μέρες στα Κουφονήσια. Ρώτησα πώς πέρασε η Κλυταιμνήστρα με τον καιρό - η γιατρός μου έδωσε να καταλάβω ότι η κοπέλα μάλλον θα ανηφόριζε με το ίδιο αποφασιστικό βήμα με ένα κουπί στην πλάτη ψάχνοντας τον τόπο που το εν λόγω αντικείμενο θα είναι άγνωστο. Όπως ο Οδυσσέας, μετά το τέλος της περιπέτειας.

Σ.Σ. Κατεβαίνοντας στον Άδη, ο Οδυσσέας συναντάει τον μάντη Τειρεσία που του προφητεύει τι πρέπει να κάνει στο τέλος της περιπέτειας: να πάρει ένα κουπί και να αρχίσει να ανεβαίνει μέχρι να φτάσει σε έναν τόπο που οι άνθρωποι δεν θα ξέρουν τη χρήση του. Η λαϊκή παράδοση αποδίδει αυτή την ιστορία στον Προφήτη Ηλία (φυσικά δεν υπάρχει κάτι τέτοιο στη Παλαιά Διαθήκη), γι' αυτό τα εκκλησάκια του βρίσκονται στις κορυφές των βουνών.

Για τη βόλτα στις Μικρές Κυκλάδες και τις τότε τσιγαροεμμονές της Μαρίστρας (τώρα το ξανάρχισε και βρήκε την υγειά της) έχω γράψει ήδη μια ανάρτηση με τίτλο Αάπη μου, λατρεία μου. Η τρέχουσα ιστορία διαδραματίζεται εν παραλλήλω, όπως τόσα και τόσα.

15/11/09

Πάλι τα ίδια;

Στρατιώτες χορεύουν κατά Τσαρούχη ζεϊμπέκικο, σε πίνακα αμφίβολης πολιτικής ορθότητας.

Πριν λίγο καιρό έγραψα μια ανάρτηση εντυπώσεων (Όχι, βέβαια...) από την παρουσία μου σε μια σχολική γιορτή για την επέτειο της 28ης Οκτωβρίου, τη λεγόμενη και επέτειο του ΟΧΙ. Σκοπός μου – όπως σε κάθε επετειακό κείμενο που έχω αναρτήσει στη Ροβιθέ – δεν ήταν να σχολιάσω κάτι για την ίδια την επέτειο, όσο με αφορμή την ημερολογιακή σύμπτωση να αναδείξω κάποιες παράλληλες όψεις της σημερινής πραγματικότητας, όπως φιλτράρονται μέσα από την προσωπική μυθολογία που είναι το κύριο αντικείμενο του παρόντος ιστολογίου (δείτε π.χ. τις αναρτήσεις Αιέν αριστεύειν και Παιδιά, της ελλάδος παιδιά).

Όπως κατά τεκμήριο συμβαίνει τώρα τελευταία που τα κείμενά μου έχουν γίνει υπερβολικά εσωστρεφή και αυτοαναφορικά, ελάχιστα σχόλια μάζεψα από το πολυπληθές κοινό που με διαβάζει. Μεταξύ αυτών ήταν πάντως και μια νέα είσοδος στους σχολιαστές του ιστολογίου (όχι και στους αναγνώστες του) που φέρει το κωδικό όνομα voupou (εικάζω ότι παραπέμπει στα Β.Π. ή Βόρεια Προάστεια, κι επειδή βορείως του Ηρακλείου είναι η θάλασσα, μάλλον στην Αθήνα θα κατοικοεδρεύει). Ο σχολιαστής αυτός βάζει (με το στόμα του Μάνου Χατζιδάκι) το ερώτημα «τι θα γινόταν αν λέγαμε ΝΑΙ».

«...πάλι στα ίδια θα ’μασταν», λέει ο Μάνος Χατζιδάκις , στις 28 Οκτωβρίου 1989, σε ένα απόσπασμα από την εκπομπή του στο Ρ/Σ Σκάι (εδώ ο σχετικός σύνδεσμος από το TVXS): «Ένα δυο χρόνια υπό συμμαχικήν επιστασίαν (θα ήμασταν). Mήπως δεν ήμασταν πέντε και δέκα χρόνια κάτω από αυτούς; Κι ύστερα συμμαχίες, συμφέροντα, αφού θα είχαν εγκατασταθεί οι κυβερνήσεις εκείνες του εξωτερικού που θα ’θελαν το ΟΧΙ εξαρχής. Μερικοί συνεργάτες των Γερμανών σε δίκες, κουρέματα γυναικών, όπως βάρβαρα συνέβησαν στην πολιτισμένη Γαλλία, κι ύστερα μες στη συμμαχία και τέλος στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα. Να, λοιπόν, γιατί τις εθνικές επετείους τις αντιμετωπίζω σαν ημέρα νεκρών. Άσε κι εκείνη τη μεταπολεμική ψευδαίσθηση που μας την καλλιεργούσαν και οι πρώτες μεταπολεμικές κυβερνήσεις μας, ότι ήμασταν οι πρωταγωνιστές του πολέμου, οι περιούσιοι των συμμάχων. Πιστεύαμε στο τέλος σαν τον Καραγκιόζη πως εμείς σκοτώσαμε τον κατηραμένον όφιν. Μεθύσαμε από δόξα, που μόνοι μας χαρίσαμε στους εαυτούς μας. Ώσπου ήρθε η πραγματικότητα, η μεγάλη καρπαζιά των μεγάλων φίλων. Μας τοποθέτησαν σ’ ένα τραπέζι που απουσιάζαμε και μας μοιράζανε κατά τα υψηλά συμφέροντά τους [...]».

Ο voupou υπερθεματίζει: «Δεν σας έφτασαν οι υποχρεωτικοί (γιατί άραγε να μπαίνουν απούσιες ημέρες που δεν γίνεται μάθημα;), εθνικιστικού τύπου εορτασμοί στους οποίους παρεβρεθήκατε ως μαθητής και πηγαίνετε οικειοθελώς ακόμα; Ψάλλατε και τον εθνικόν ύμνον; Εγώ πάλι από σπόντα έπεσα πάνω σε μια μαθητική παρέλαση φέτος και μου 'ρθε αναγούλα.[...]» Στη συνέχεια, παρεμβαίνει ο Idom σε αρκετά διαφορετικό μήκος κύματος (δείτε τα σχόλια εδώ), και στην απάντησή του ο voupou το τραβάει λίγο ακόμα, ανακατεύοντας Χριστιανούς και Εθνικούς, σαύρες και πιθήκους, ψηλούς και κοντούς, Αλβανούς και Ελληναράδες. Μέχρι εδώ καλά – δεν αισθάνομαι την υποχρέωση να σχολιάζω ό,τι γράφει ο καθένας ακόμα κι αν το γράφει με διάθεση ακριβώς να προκαλέσει το σχόλιο. Εκεί που με ιντριγκάρει άσχημα η κουβέντα (και γι’ αυτό επανέρχομαι σε αυτήν τώρα που πλησιάζει μια άλλη επέτειος, έστω και με σοβαρή καθυστέρηση φάσης) είναι η μάλλον περιφρονητική αναφορά αμφοτέρων των σχολιαστών στους «ζεϊμπεκόβιους». Παραθέτω λοιπόν μερικές ατάκτως ερριμένες απόψεις επί των προαναφερθέντων, υπό την ιδιότητα του περιστασιακού χορευτή ζεϊμπέκικου κατά κύριο λόγο.

Ο Χατζιδάκις έχει δίκιο στο πώς διαχειρίστηκε η μεταπολεμική τάξη τα μεγάλα ναι και τα μεγάλα όχι των λαών που πολέμησαν. Έχει άδικο στο πώς αυτά τα ναι και όχι διαμορφώνουν συνειδήσεις, και μάλιστα πολλά χρόνια μετά από τη στιγμή που εκφέρονται. Όταν ήμουν πιτσιρικάς, στο δημοτικό (δεύτερο μισό δεκαετίας ’70, μεταπολιτευτικά οπωσδήποτε) υπήρχε μια παρέα αγοριών που ανέβαινε τα σκαλιά με βήμα χήνας και τραγουδώντας «Ντόιτσλαντ, ντόιτσλαντ ούμπερ άλλες». Τα παιδιά μιμούνται και εντυπωσιάζονται – μια μέρα γύρισα στο σπίτι με ζωγραφισμένες δυο σβάστικες σε ένα τετράδιο. Ο πατέρας μου, ένας άνθρωπος με μάλλον έντονες εμπειρίες από την Κατοχή (που δεν είναι απαράιτητο να εξιστορήσουμε) μου έριξε ένα χέσιμο που όμοιό του δεν έχω ξαναφάει ποτέ. Είναι, καλή του ώρα, ένας άνθρωπος εξαιρετικά μειλίχιος – την ώρα εκείνη είχε βουρκώσει, και το ότι δε μου άστραψε κανένα εκπαιδευτικό χαστούκι το αποδίδω εκ των υστέρων μάλλον στην κατάπληξή του παρά σε κάποια νοητικά επεξεργασμένη αυτοσυγκράτηση. Η αντίδρασή του πάντως με βοήθησε να καταλάβω ότι δεν είναι όλα παιχνίδι – και να σκεφτώ καλύτερα τα συμβολάκια που αντέγραφα στα τετράδια.

Λοιπόν, πιθανότατα δεν σκοτώσαμε εμείς τον κατηραμένον όφιν. Σκέφτομαι όμως ότι ακόμα κι έτσι, ο εν λόγω όφις είναι υπαρκτός και εντελώς μα εντελώς επίκαιρος. Και η μάχη εναντίον του δεν παίζεται στο πόσο ξύλο θα φάμε και πόσο θα ρίξουμε στις antifa διαδηλώσεις, αλλά στις συνειδήσεις των ανθρώπων. Και ειδικά των νέων παιδιών. Από αυτή τη σκοπιά, η παρουσία σε μια εκδήλωση που βάζει μπροστά στα μάτια των παιδιών όχι την πολεμική αρετή των Ελλήνων (χα...) αλλά το Άουσβιτς και το Μπέλσεν, την Κατοχή και την Αντίσταση, μπορεί να είναι για μια μέρα έστω, πιο γόνιμη από μια ακόμα βόλτα στις καφετέριες της Κοραή και της Μιλάτου. Η τήρηση «απουσιολογίου» είναι το ελλάσσον – το μείζον είναι η ανάδειξη εκείνου του προσώπου του όφεως που δεν είναι ιδιαίτερα οικείο στα παιδιά. Κάπως πρέπει να μάθουν για το φασισμό – κυρίως επειδή θα τον βρουν μπροστά τους, έστω μεταμορφωμένο και εκσυγχρονισμένο. Και είναι καλό να ξέρουν να λένε όχι, και να ξέρουν ότι δεν οδηγούν όλες οι στάσεις «στα ίδια».

Στις μέρες μας είναι του συρμού, ειδικά σε ορισμένα στρώματα της νεολαίας που έλκονται από μια "ελευθεριακή" ας πούμε κοσμοαντίληψη, ένας - επιτρέψτε μου την κριτική - φτηνιάρικος αντιεθνικισμός, που εξισώνει με ισοπεδωτικό τρόπο την έννοια του έθνους και τον πατριωτισμό με τον εθνικισμό, την πατριδοκαπηλεία και εν τέλει το φασισμό. Έχω παρακολουθήσει έκπληκτος μια αρκετά εμβριθή σχετική αρθρογραφία ακόμα και σε κατά τεκμήριο σοβαρά έντυπα. Από αυτή την άποψη δεν μου κάνει τρομερή εντύπωση που ο voupou ανακατεύει στον ίδιο χυλό πράγματα ολωσδιόλου άσχετα, Ιταλούς και Πέρσες, Χριστιανούς και Εθνικούς, πρεζάκια και αλβανοφάγους – κουτσοί, στραβοί στον Άγιο Παντελεήμονα (Αχαρνών, μάλλον). Θα επιχειρήσω να περιπλέξω λίγο ακόμα τα πράγματα περιστρεφόμενος όπως στο ζεϊμπέκικο:

Δεν είμαι καθόλου βέβαιος ότι η έννοια του έθνους πρέπει να παραδοθεί αμαχητί στην άκρα δεξιά. Ακόμα και συμβολικά, η σημαία που κατεβάζουν ο Γλέζος και ο Σάντας (σε μια άλλη ιστορική συγκυρία ο Σολωμού στην Κύπρο) εκφράζει κάτι ριζικά διαφορετικό στο συγκεκριμένο ιστορικό πλαίσιο από αυτήν που επιχειρούν να ανεβάσουν. Οι άνθρωποι είναι όλοι ίσοι, αλλά δεν είναι αναγκαστικά όλοι ίδιοι – το ανήκειν σε ένα έθνος δεν συνεπάγεται ότι το έθνος τούτο υπερτερεί έναντι των άλλων σε κάτι (ακόμα και ο πολιτισμένοι έναντι των πρωτόγονων όπως διδάσκει ο συχωρεμένος Λεβί-Στρως). Η ιδέα της υπέρτερης φυλής είναι εν πολλοίς ναζιστική, και δεν ξέρω με ποια λογική η εναντίωση στο ναζισμό (το «Όχι») πρέπει να ταυτιστεί με την αποδοχή του (πάλι στα ίδια θα ήμασταν...).

Στα καθ’ ημάς τώρα, η έννοια του «ελληνικού έθνους» είναι μάλλον πρόσφατη ιστορικά. Μου προξενεί ωστόσο μια σχετική έκπληξη η προθυμία κάμποσων (εθνικιστών και μη, από τον Άδωνι (sic) Γεωργιάδη, ως το συγγραφέα Βασίλη Αλεξάκη και λιγάκι τον voupou) να ταυτιστούν με τους αρχαίους παππούδες και να αγνοήσουν παντελώς τους Ρωμιούς πατεράδες (αν και ο νέος ελληνισμός περιλαμβάνει ικανές προσθήκες αρβανίτικου ή βλάχικου ή άλλου DNA, είναι πλέον ή βέβαιον ότι ο πυρήνας του είναι «το ρωμέικο», δηλαδή οι ορθόδοξοι χριστιανικοί πληθυσμοί του μιλλέτ του Ρουμ επί τουρκοκρατίας, οι νυν λεγόμενοι Βυζαντινοί). Το 1940, είκοσι χρόνια μετά τη συντριβή της Μεγάλης Ιδέας, είναι ίσως η πρώτη φορά που εμπλεκόμαστε ως έθνος σε μια ιστορία που υπερβαίνει την ελληνοτουρκική αντιπαράθεση από τον καιρό της μάχης του Ματζικέρτ και στεκόμαστε (Βουλγάροι κι Αρβανίτες, Αρμένοι και Ρωμιοί...) μπροστά σε ένα «ναι» ή «όχι» τελείως άλλης τάξης. Ως εκ τούτου, ακόμα και ως έθνος «ξενόφοβων, αγράμματων, σκυλάδων», έχω την αίσθηση ότι δεν μας περισσεύει μια μέρα επετείου – γιατί δεν είναι απλά η ημέρα που «η "πατρίδα" μας μπήκε σε ένα πόλεμο». Κόντρα στις δοξασίες ενός μέρους της εκ τους ασφαλούς συσκεπτόμενης αλλά όχι και πολύ σκεπτόμενης ελευθεριακής νεολαίας, οι πόλεμοι δεν είναι όλοι ίδιοι. Και συνεχίζονται πολλά χρόνια μετά το τέλος τους, κατά πως λέει ο ποιητής.

Σιγά-σιγά αδειάσανε οι δρόμοι και τα σπίτια, όμως ακόμη κάποιος έμεινε και τρέχει να προφτάσει
Και ρυθμικά χτυπήσανε μια-μια οι ώρες κι ανοίξανε πόρτες και παράθυρα μ’ εξαίσιες αποκεφαλισμένες μορφές
Ύστερα ήρθανε τα λάβαρα, οι σημαίες κι οι φανφάρες κι οι τοίχοι γκρεμιστήκανε απ’ τις άναρθρες κραυγές
Πτώματα ακέφαλα χορεύανε τρελά και τρέχανε σα μεθυσμένα όταν βαρούσανε οι καμπάνες

Τότε, θυμάσαι, που μου λες: Ετέλειωσεν ο πόλεμος!

Όμως ο Πόλεμος δεν τέλειωσεν ακόμα.
Γιατί κανένας πόλεμος δεν τέλειωσε ποτέ!

Μανόλης Αναγνωστάκης – Ο Πόλεμος
Εποχές (1941-1944)



ΥΓ. Μα, ναι, φυσικά και έψαλλα τον εθνικόν ύμνον. Είναι ενδιαφέρον ότι αντί να υμνεί τη δόξα και τη δύναμη της πατρίδας, το ποίημα του Σολωμού που μελοποίησε ο Μάντζαρος είναι Ύμνος στη Ελευθερία. Και ως τέτοιος, μου αρέσει. Άλλωστε τον τραγουδούσαν και στο Πολυτεχνείο (το αυθεντικό, όχι κανένα ιμιτασιόν) και μάλιστα είχαν στολίσει και την πύλη με εκείνη τη σημαία που μάτωσε (και σήμερα φυλάττουν ως τρόπαιο οι ΠΑΣΠίτες). Δεν μου αρέσουν τα δακρύβρεχτα και λατρεύω τις απομυθοποιήσεις, αλλά δεν ντρέπομαι καθόλου για τον Ύμνο, όχι...

Όσο για τις παρελάσεις, την έχω εκφράσει την άποψή μου από παλιά (εδώ).

Για τα μεγάλα ναι και όχι, διαβάστε το “Che fece .... il gran rifiuto” του Καβάφη. Το «Βουλγάροι κι Αρβανίτες...» είναι από το Θούριο του Ρήγα. Στον Άγιο Παντελεήμονα Αχαρνών κατά καιρούς παίζονται διάφορα χαριτωμένα σκηνικά με μετανάστες, χρυσαυγίτες, antifa και άλλα τέτοια. Εγώ πάντως είμαι με τον π. Προκόπιο (διαβάστε εδώ).

5/11/09

Μα πώς μπήκαν οι Σελτζούκοι Τούρκοι στη Μικρά Ασία;

Δεν έχει πλοίο, δεν έχει οδό, οπότε πάμε να φύγουμε με αεροπλάνο (η φωτό είναι copyright της Μανταλένας)

Μεγάλη μπουκιά φάε, μεγάλο λόγο μη λες. Εγώ γενικά τον τηρώ τον κανόνα, πράγμα που με έχει οδηγήσει συν τω χρόνω σε μια υπερβολική μετριοπάθεια αφενός, και σε μια υπερμεγέθη κοιλιά αφετέρου. Οπότε επειδή το πράγμα παραξηλώθηκε εσχάτως ώστε να χρειάζομαι καινούργια γκαρνταρόμπα έξτρα-έξτρα-λαρτζ (ατυχώς μόνο στην περίμετρο της μέσης, τα υπόλοιπα όλα είναι μήντιουμ και βγάλε) προσπάθησα να μαζέψω λίγο τις μπουκιές. Χωρίς ιδιαίτερη επιτυχία, αυτό να λέγεται. Άσε που από την άλλη εμφανίστηκε μια τάση προς μεγαλοστομία που καθόλου σχεδόν δεν είχα πρωτύτερα. Έτσι άρχισα κάτι βαρύγδουπα του τύπου "τώρα που φεύγω οριστικά απ' το Ηράκλειο θα..." ή "τον καιρό που ζούσα στην Κρήτη" και άλλα τέτοια. Άλλαξα και το προφίλ στο ιστολόγιο δηλώνοντας έδρα Αθήνα, κι είπα "τέλος".

Μια μέρα πονηρή όμως, είπα "δεν πάω στο Ηράκλειο να πάρω το επίδομα ανεργίας;", και ετοίμασα βαλίτσα για λίγες μέρες, με καλοκαιρινά μάλλον ρούχα. Καθυστέρησα λίγο την αναχώρησή μου για να συνταξιδέψω με ένα φίλο που κατέβαινε στην Κρήτη για άλλους λόγους. Τον ρώτησα πόσο θα έμενε - "καμμιά βδομάδα", μου είπε, "εσύ;". Του απάντησα πως ίσως μου φτάσουν δυο ή τρεις μέρες - ήθελα απλώς να κάνω κάτι εθιμοτυπικές επισκέψεις σε γνωστούς και φίλους.

Έκτοτε κοντεύει να περάσει μήνας. Είμαι με τα ίδια καλοκαιρινά μπλουζάκια, που ευτυχώς πλένω από καιρού εις καιρόν, και έχω αντισταθεί οριακά με τα πάνινα παπουτσάκια μου και το λεπτό αντιανεμικό σε καταρρακτώδεις βροχές, κάμποσες καταιγίδες, ένα τουλάχιστον χαλάζι και λίγο κρύο (εντάξει, Κρήτη είναι). Στο μεταξύ έχω προλάβει να φιλοξενηθώ σε δύο φιλικά σπίτια, να πάω σε συναυλίες και εκδηλώσεις, σε ρεμπετάδικα και μπαρ, να κάνω μία ιστιοπλοϊκή βόλτα, να συναντήσω ξανά και ξανά διάφορους που αποχαιρέτησα οριστικά υποτίθεται προ καιρού, να περάσω ένα γερό κρύωμα που ελπίζω να μην ήταν η γρίπη των χοίρων και να συμμετάσχω αναπάντεχα σε ένα αυτοσχεδιαστικό θεατρικό δρώμενο που όμοιό του δεν έχω ξανασυναντήσει (αν και στο έργο ήμουνα μάλλον κομπάρσος εν τέλει).

Αν έχει νόημα να κάνει κανείς σχέδια (οποιαδήποτε σχέδια) για το εγγύς ή το απώτερο μέλλον, τα δικά μου περιλαμβάνουν πλέον επιστροφή στο Ηράκλειο για εγκατάσταση κάπου μέχρι το τέλος του μήνα το αργότερο. Δεν είναι ακριβώς το όνειρο της ζωής μου, είναι όμως το τέλος της επίσημης ανεργίας μου και αυτό είναι μια χαρά σημαντικό επίτευγμα στους καιρούς που ζούμε. Οι προσεκτικοί αναγνώστες μάλλον το μυρίστηκαν ήδη από την ανάρτηση του ποιήματος του Καβάφη που προηγήθηκε. Η αλήθεια είναι ότι το ποίημα αφήνει μια αίσθηση παγίδευσης: δεν έχει πλοίο για σε, δεν έχει οδό...

Δεν πειράζει, ας μην έχει. Αύριο φεύγω με αεροπλάνο για Θεσσαλονίκη, για να πάω στο γαμήλιο πάρτυ του Γρηγόρη και της Χρυσούλας (η ώρα η καλή). Μετά θα πάω Αθήνα με τραίνο και στην Κρήτη θα ξανάρθω τέλος του μήνα, αφού προηγηθούν κάποια άλλα ταξίδια ανά την επικράτεια. Με την κρυφή ελπίδα σχετικά σύντομα να έχω καταφέρει πάλι αυτό που μου έλειψε πιο πολύ απ' όλα τον τελευταίο χρόνο: την ύπαρξη ενός σπιτιού που να είναι "δικό μου", όχι με την έννοια της ιδιοκτησίας αλλά της προσωπικής σφραγίδας, του ιδιωτικού χώρου αν θέλετε. Κι εκεί ίσως μπορέσω να ξαναδιαβάσω Καβάφη από τα βιβλία μου που είναι τώρα ακόμα στοιβαγμένα σε κούτες σε ένα υπόγειο. Ύστερα θα έρθουν, ελπίζω, όλα τα υπόλοιπα.

Ποτέ δεν ξέρεις από πριν για ποιο πράγμα θα χρειαστεί να μετανοιώσεις, που έμεινες ή που έφυγες. Σκέφτομαι πως ενώ υπάρχουν πράγματα και επιλογές της ζωής μας που ωριμάζουν μέσα μας αργά για χρόνια, υπάρχουν φάσεις που όλα γίνονται πάρα πολύ γρήγορα και τα πράγματα αλλάζουν μια και καλή για πάντα. Περίπου όπως μπήκαν οι Σελτζούκοι Τούρκοι στη Μικρά Ασία - με την ικαριακή έννοια.

Αλλά για την ώρα καλύτερα να μετράω τα λόγια μου λίγο πιο προσεκτικά από όσο μετράω τις μπουκιές μου.


ΣΣ. Σύμφωνα με μια προφορική διήγηση που αποδίδει το περιστατικό σε ένα συγκεκριμένο - εν ζωή - συμπατριώτη μας, το όλο σκηνικό έλαβε χώρα στο δημοτικό σχολείο της Αρέθουσας ίσως κάπου στην δεκαετία του '50, αλλά έχω ακούσει και εκδοχή σε Γυμνάσιο, πιθανότατα στον Άγιο την ίδια εποχή. Δεν είμαι βέβαιος για την ακρίβεια της περιγραφής, αλλά υποτίθεται ότι ο δάσκαλος ρωτάει την τάξη του "Πώς μπήκαν οι Σελτζούκοι Τούρκοι στη Μικρά Ασία;" για να εισπράξει αιδήμονα σιωπή. Ωστόσο ο δάσκαλος επιμένει και ρωτάει "Μα δεν ξέρει κανείς να μας πει πώς μπήκαν οι Σελτζούκοι Τούρκοι στη Μικρά Ασία;". Τότε ένας μαθητής σηκώνει αποφασιστικά το χέρι. Ανακουφισμένος ο δάσκαλος του δίνει το λόγο.

- Κύριε, οι Σελτζούκοι Τούρκοι στη Μικρά Ασία μπήκανε...

Παύση.

- ...άξαφνα.

3/11/09

Ο Αφρός κι η Κρέμα


Ο Άφρο (με μαύρο γυαλί) και ο Κρέμα (με μεταμφίεση Γκράουτσο Μαρξ και κιθάρα) σε μια διασκευή σε αγγλικό στίχο του "Θα με θυμηθείς" του Πάριου υπό το υψιπετές βλέμμα του Τσε Γκεβάρα.

Στους χώρους που έχω περάσει το μεγαλύτερο μέρος της επαγγελματικής ζωής μου, η καθημερινότητα είναι συνήθως γεμάτη από μικρά γεγονότα και περιστατικά που δεν έχουν το παραμικρό νόημα για τους ανθρώπους έξω από το χώρο. Υπάρχει ένα υψηλός βαθμός εξειδίκευσης και μια αρκετά εξεζητημένη "αργκό", που αρκούν να κάνουν μια συζήτηση μεταξύ συναδέλφων εντελώς ακατάληπτη για τους "απέξω" ακόμα κι αν αυτοί οι τελευταίοι έχουν επαρκή εξειδίκευση σε ένα κοντινό γνωστικό πεδίο και υψηλού επιπέδου ακαδημαϊκή εκπαίδευση. Φαντάζομαι το ίδιο θα ισχύει σε διάφορες άλλες δουλειές που η μέρα τους δεν είναι γεμάτη PCR και assays, ηλεκτροφορήσεις, lab meetings και journal clubs. Ωστόσο, επειδή και οι επιστήμονες άνθρωποι είναι, συχνά μπορεί να πιάσει το αυτί σου συζητήσεις εντελώς εκτός θέματος, όπως για ποδόσφαιρο και για μουσική, για μόδα και πολιτική, για τηλεόραση και facebook. Συχνά μάλιστα η "εξωεπαγγελματική" ενασχόληση μπορεί να κρατήσει αρκετή ώρα.

Αυτό δεν είναι καθόλου κακό, δεδομένου ότι τα πειράματα κατά κανόνα απαιτούν μεγάλους κενούς χρόνους στη διάρκεια των οποίων η μηχανή δουλεύει ενώ εσύ κάθεσαι (φανταστείτε το π.χ. σαν μια τεχνολογικά προηγμένη καφετιέρα). Παράλληλα, οι υπολογιστές ψάχνουν και υπολογίζουν χωρίς να χρειάζεται εσύ να παρέμβεις και πάρα πολύ, ώστε παράλληλα να έχεις το χρόνο (και τη διάθεση) να ασχοληθείς με κάτι ακόμα δημιουργικότερο. Μπορείς π.χ. να πιάσεις την κιθάρα σου και να παίξεις ένα κομμάτι, ή να αποσχολήσεις το μυαλό σου με τη μετάφραση των ελληνικών καλλιτεχνικών προϊόντων στη lingua franca της εποχής μας, ώστε να συμμετάσχει η χώρα από καλύτερη θέση στο μεταπαγκοσμιοποιημένο διαδικτυακό μεγαπεριβάλλον (δεν ξέρω από ουσία, αλλά από φραμπαλάτη λεξιπλασία μια χαρά πάμε).

Πιστοί στον εθνικό στόχο, δύο-τρεις κατά τα άλλα λαμπροί επιστήμονες που έχω την τιμή να γειτνιάζουν τα γραφεία μας, προχώρησαν εδώ και λίγο καιρό στο από μακρού χρόνου αναμενόμενο από το πλανητικό κοινό μεγαλοφυές καλλιτεχνικό project: την απόδοση, σε νέα συμφραζόμενα, ορισμένων αξέχαστων επιτυχιών της ελληνικής δισκογραφίας, και κατά προτίμηση του δημοφιλούς (όταν πήγαινα γυμνάσιο) τραγουδιστή Γιάννη Πάριου. Δυο δείγματα αυτής της δουλειάς παρουσιάζει σήμερα η Ροβιθέ στο πολυπληθές κοινό της (έξι-επτά άτομα τώρα τελευταία που ήρθαν και μερικοί καινούργιοι). Είναι κρίμα βέβαια που η παρουσίαση αυτή δεν είναι η πρώτη, αλλά πρέπει να στηλιτεύσω το γεγονός ότι στην όντως πρώτη διαδικτυακή παρουσιάση του "You'll remember me" βρέθηκε χολερικός άνθρωπος να πει "Κοιτάξτε με τι ασχολείται η αφρόκρεμα του ελληνικού πανεπιστημίου".

Αλλά η αφρόκρεμα δεν πτοείται από κάτι τέτοιες μικρότητες. Αμέσως αντιπαρήλθε την κριτική με τον πιο έξυπνο τρόπο που θα μπορούσε να το κάνει: ενσωματώνοντάς την. Οι καλλιτέχνες μας αυτοονομάστηκαν "Αφρόκρεμα" (για την ακρίβεια, ο ένας Άφρο και ο άλλος Κρέμα), και με την ευγενική φιλική συμμετοχή του Mr M. προχώρησαν στο δεύτερο βήμα τους με μια ατμοσφαιρική (ασπρόμαυρη, όπως ταιριάζει στους στίχους) απόδοση του "I prefer the loneliness". Λόγω της διαδικτυακότητας που προαναφέραμε, στο κομμάτι παρεμβάλλονται μηνυματάκια στο skype και συζητήσεις στο gmail, πράγμα που το καθιστά απείρως πιο επίκαιρο (στους καιρούς που ζούμε) από το συμβατικό πλέον "Πιο καλή η μοναξιά" που πρότεινε το πάλαι ποτέ στο κοινό ο δημοφιλής τραγουδιστής.


Άφρο+Κρέμα σε ασπρόμαυρο, με την ευγενική συμπαράσταση του Mr M. (με το μπλουζάκι των snakes, οργανωμένων οπαδών του ΟΦΗ) ο οποίος κάνει "μμμμμ" στα ρεφραίν (αν και δεν ακούγεται μάλλον). Επίσης ακούσια συμμετοχή είχαν διαδικυακοί φίλοι του Άφρο, καθώς και ο γνωστός και μη εξαιρετέος Τσε Γκεβάρα ως γκεστ σταρ σε δεύτερο πλάνο.

Το παγκόσμιο κοινό αγωνιά πλέον περιμένοντας τη συνέχεια. Αν δεν μας κάνουν μήνυση για το copyright ώστε να πληρώνουμε τα άντερά μας σε κερατιάτικα, η επιστημονική κοινότητα θα παραμείνει στην πρώτη γραμμή. Από τη σκοπιά της η Ροβιθέ, ως χορηγός επικοινωνίας, θα αρκεστεί σε ένα 10% από τις προσφορές και τις χορηγίες που θα συγκεντρώσει το συγκρότημα, γι' αυτό μην είστε τσιγγούνηδες και δώστε κάτι παραπάνω, γιατί αν περιμένει η επιστήμη στην Ελλάδα να δει λεφτά από το κράτος (γέλια...) ή την ιδιωτική πρωτοβουλία (πολλά γέλια...) καλύτερα να τα κόψουμε εντελώς τα πειράματα (είναι κι ακριβά...) και να πιάσουμε τις κιθάρες. Μάθε τέχνη κι άστηνε κι αν πεινάσεις πιάστηνε, λένε, κι εγώ ήδη αναπολώ τα (λίγα) χρόνια που πέρασα στο Ωδείο.