ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

Μια ρεβυθιά στο Ηράκλειο - Λέιντεν - Λισσαβώνα - Αθήνα - πάλι Ηράκλειο


31/7/09

ΑΑΠη μου, λατρεία μου


Η Χριστίνα μας περίμενε λικνιζόμενη ανάλαφρα στα νερά της μαρίνας. Φέραμε μακρόνια και σάλτσες, φέραμε μπύρες και χυμούς, νερά παγωμένα και νερά ξεπάγωτα, φρούτα και λαχανικά, καφέδες και γάλατα, μπισκότα αλμυρά και γλυκά, ποτά, σόδες και ένα ματσάκι δυόσμο για Μοχίτο, μιά κιθάρα και μια φυσαρμόνικα, μπουφάν και νιτσεράδες και μαγιώ και πετσέτες και αντηλιακά. Φέραμε επίσης μια αρκετά μούρτζουφλη διάθεση (ο καθένας τη δικιά του, για τους δικούς του λόγους) που άργησε κάπως να διαλυθεί στα νερά του Αιγαίου καθώς η αναχώρηση αναβαλλόταν για όλο και αργότερα με διάφορα προσχήματα.

Ο σκίπερ μας, γνωστός με τον κωδικό αριθμό 47, ξεφούρνιζε κάτι μπαρόκ επιχειρήματα κωλυσιεργίας, δήθεν για τον καιρό. Οι πελάτες άρχισαν να γκρινιάζουν - αρχικά η Μαρίστρα και ο Νέτος, μετά η Βιντσιρέλλα και η Κάντυ, στο τέλος εγώ, ακόμα κι ο μειλίχιος συνήθως Ίμερος. Είπα εμπιστευτικά στον Σαρανταεφτά ότι ο πατέρας μου που ήταν ναυτικός (αληθές) κι έχει φάει τη θάλασσα με κουτάλι (αληθέστερον) μου είχε πει κάποτε (ψευδές) ότι αν έχεις να διαλέξεις ένα από τα τρία κακά (πυρ, γυνή και θάλασσα) καλύτερα να τα βάλεις με τη θάλασσα παρά με τις γυναίκες. Δεν ξέρω αν τον έπεισα με αυτό το επιχείρημα, πάντως φύγαμε τελικά με τη δύση του ήλιου. Προσπεράσαμε αργά τη Δία πηγαίνοντας κόντρα στο κύμα, κατά βάση με τη μηχανή.

Εκείνη την Παρασκευή η διαύγεια ήταν εκπληκτική, καθώς βλέπαμε την Κρήτη πίσω μας για ώρες, ακόμα και όταν είχε φανεί ο φάρος στα Χριστιανά και κάπου στο βάθος ξεχώριζαν τα φώτα της Σαντορίνης. Μπήκαμε στην Καλδέρα με το ξημέρωμα. Περάσαμε ανάμεσα στη Θηρασιά και την Καμένη, έχοντας πίσω μας την Ξανθίππη που αν και έφυγε δυο-τρεις ώρες μετά από μας πρόλαβε και μας έφτασε. Εκείνοι έστριψαν προς τη Σαντορίνη για να πάρουν κάποιους άλλους, αφήνοντάς μας να προχωρήσουμε προς την Ίο και να την προσπεράσουμε με κατεύθυνση την Ηρακλειά. Δέσαμε περασμένες τρεις, αράξαμε κατάκοποι στην παραλία δίπλα στο λιμάνι. Μερικοί είχαν ταλαιπωρηθεί πολύ στη διάρκεια της νύχτας, αδειάζοντας στη θάλασσα κάμποσα μεταχειρισμένα σάντουιτς McMamas και κολοκυθόπιτα και κέικ σοκολάτα. Κάποιοι άλλοι (εγώ) γκρίνιαζαν διαρκώς μέχρι που μια επίσκεψη στην τουαλέτα της παρακείμενης καφετέριας περιόρισε δραστικά τον εκνευρισμό εξαλείφοντας τις αιτίες του. Ηρεμούσαμε, συνηθίζαμε τη ζωή στο σκάφος. Απλά πράγματα.

Μμμ, όχι εντελώς απλά. Η Μαρίστρα και ο Νέτος είχαν κόψει το κάπνισμα την 1η Ιουλίου. Η Μαρίστρα έτρωγε τα νύχια της, σταύρωνε και ξεσταύρωνε τα πόδια της, μασούλαγε μπισκότα και τσίχλες, αλλά αντιστεκόταν. Ο Νέτος πάλι δεν θυσίασε την ολύμπια ψυχραιμία του και μάλλον το ξανάρχισε στις 2 του μηνός, αλλά προφανώς ξέχασε να ενημερώσει τη φίλη μας, η οποία επί του θέματος τον κηδεμόνευε μέχρις εσχάτων:

- Μην τυχόν και σε δω να καπνίζεις!
- Όχι βέβαια, έλεγε εκείνος, κι έκρυβε τα τσιγάρα σε τσέπες άλλων.
- Ρε άσε ήσυχο τον άνθρωπο, επεμβαίναμε οι πέριξ, αν και άκαπνοι.
- Μα αφού λέει ότι το έχει κόψει. Το έχεις ή δεν το έχεις κόψει;

Ο Νέτος υπό κανονικές συνθήκες θα έλεγε ότι το έχει κόψει, αλλά έχοντας χάσει τη μάχη με τη θάλασσα ολονυχτίως αποφάσισε να παλέψει τελικά με τη γυνή και παραδέχτηκε ότι κάπνιζε πότε πότε. Η Μαρίστρα παρόλα αυτά επέμεινε ότι το έχει κόψει τελεσίδικα, άρα απαγορεύεται η προμήθεια, κατοχή και χρήση τσιγάρων και λοιπών προϊόντων καπνού - τέλος. Της βάλαμε χέρι οι απέξω.

- Αυτό που λες, της κάνω, συνιστά άρνηση αντικειμενικής πραγματικότητας.
- Τι συνιστά, λέει;
- Άρνηση αντικειμενικής πραγματικότητας.


Ο Νέτος το έπιασε στον αέρα και είπε "με αρχικά ΑΑΠ". Και συνέχισε τραγουδιστά:

- ΑΑΠη μου, ΑΑΠη μου, εγώ μοναχά σ' ΑΑΠώ.

Κι έτσι, σε μια αγχολυτική καφετέρια-εστιατόριο της Ηρακλειάς, η ομάδα βρήκε το στίγμα της και - κυρίως - το όνομά της. Όλες οι ομάδες μας είχαν ένα όνομα, και η Συντρίμ Τημ, και οι Χύμα στο Κύμα, ακόμα και η περσινή ομάδα ταξιδιού "Λοστρόμος" (ή καλύτερα "Los Tromos"). Εμείς θα είμασταν οι "ΑΑΠη μου", τίγκα στην άρνηση αντικειμενικής πραγματικότητας και στα τραγούδια με έρωτες και λουλούδια όπως το "ΑΑΠη μου, ΑΑΠη μου, η νύχτα θα μας πάρει", "ΑΑΠη μου, λατρεία μου, κουβέντα κι ιστορία μου", "ΑΑΠημένη μου μην κλαις, πάμε μαζί ψηλά αν θες", χώρια κάτι άλλα όπως το "ΑΑΠίνες λάγνες ερωτιάρες" και εκείνο το θαλασσινό του Καββαδία με τον τύπο που αγοράζει ένα μαχαίρι "όπως αυτά που συνηθούν και παίζουν οι ΑΑΠάδες".

Ξαναβρήκαμε την Ξανθίππη στην Ηρακλειά, αλλά την άλλη μέρα πήγαμε στις Τρεις Κλεισιές στην Ίο και δεν μας ακολούθησαν καθώς τράβηξαν για Κουφονήσια. Είχε σηκώσει κύμα με δυνατό αέρα. Δέσαμε προφυλαγμένοι σε κάτι ρεμέτζα και μαγειρέψαμε μακαρόνια με τόνο και κόκκινη σάλτσα α λα Βιντσιρέλλα και σαλάτα Κάντυς. Ήπιαμε κρασί από τη Γαρίπα, ρακή της Χριστίνας και Σουρωτή του Keel Bill (ό,τι μπορεί φέρνει ο καθένας). Τραγουδήσαμε τραγούδια της ΑΑΠης, αλλά κοιμηθήκαμε νωρίς γιατί θα σαλπάραμε χαράματα - έμεινα λίγο έξω στην αφέγγαρη νύχτα, χαζεύοντας τα χιλιάδες αστέρια που φαινόντουσαν στον έρημο, σκοτεινό κόλπο.

Μας περίμενε ένα μακρύ ταξίδι, που το κάναμε σχεδόν όλο δευτερόπρυμα με πανιά, και το απάλυναν τα τραγούδια του Ίμερου και του Σαρανταεφτά και οι περιπέτειες του κάπτεν-Νέτου στη θάλασσα των Σαργασσών (για τις οποίες θα αναφερθώ εκτενέστερα σε άλλη ανάρτηση). Μετονομάσαμε κάμποσα μέλη του πληρώματος για την περίσταση: η Βιντσιρέλλα που έκανε την πρωινή της γιόγκα μετετράπη σε Μεγάλη Γκουρούνα (και δεν της άρεσε καθόλου), ο Νέτος που φορούσε ένα σκουφοειδές στραβοδεμένο μπαντάνα έγινε Σκάκης (από το Καραϊσκάκης) και ο Keel Bill (δηλαδή εγώ) που συνέθλιψε σε διαφορετικά περιστατικά ένα κουτάκι κράκερ, ένα μπισκότα σοκολάτας και ένα πακέτο δημητριακά μετατρέποντάς τα σε ρινίσματα ονομάστηκε Βασιλιάς της Σκόνης. Όμως όσο πλησιάζαμε στο Ηράκλειο, επανερχόταν σιγά σιγά η μουρτζούφλα (ο καθένας είχε τη δικιά του, είπαμε), και όταν δέσαμε κατά τις εφτά κάποιοι ίσα που κρατιόντουσαν.

Μαζέψαμε και πετάξαμε ένα σωρό σκουπίδια, αμεταχείριστα χτεσινά σάντουιτς, άγευστα μήλα, παρακμιακές πλέον ντομάτες και ατζούρια, ένα-δυο κιλά μελιτζανοσαλάτα και τον αχρείαστο τελικά δυόσμο. Αφήσαμε στη Χριστίνα νερά, χυμούς, μπύρες, ποτά και αναψυκτικά, κλειστά μπισκότα, κονσέρβες τόνου και ζυμαρικά αρκετά για δυο-τρία ταξίδια ακόμα. Μαζέψαμε και τακτοποιήσαμε, τσακωθήκαμε με κάτι Ιταλούς που είχαν πιάσει τη θέση μας στη μαρίνα, πλύναμε τα πιάτα, την τουαλέτα και το σκάφος. Στο τέλος έμεινα μόνο εγώ με το σκίπερ και με τον κύκνο της μαρίνας που ακούσει στο όνομα Παντελής και ήθελε τη δόση του από γλυκό νερό, όπως συνήθως. Την έδωσα, τι να έκανα... Στο μεταξύ σκεφτόμουν ότι το πρώτο μου πολυήμερο ιστιοπλοϊκό ταξίδι (ίσως και το τελευταίο στο Ηράκλειο) είχε τελειώσει, και μαζί του εξέλιπε και ο τελευταίος λόγος παραμονής στην Κρήτη, για την ώρα.


Ο Παντελής ενώ δροσίζεται (η φωτογραφία είναι της Μανταλένας)

Την άλλη μέρα ανταλλάξαμε μηνύματα με τη Μαρίστρα ("ΑΑΠη μου, μην τρως τα νύχια σου" και "Χωρίς την ΑΑΠη σου θα ήμουνα μόνος" και άλλα παρόμοια). Σερνόμουνα μέχρι την πρώην δουλειά μου τακτοποιώντας διάφορες χρονίζουσες εκκρεμότητες μέχρι που μου την έδωσε χτες το πρωί και πήρα εισιτήρια για το πλοίο του Σαββάτου από Ηράκλειο για Πειραιά και της Τρίτης από Πειραιά για Ικαρία. Οι ΑΑΠες μου μαζεύτηκαν χτες βράδι να με αποχαιρετήσουν, ήρθε και η Μανταλένα και ο Λάζαρος που είχα να τους δω καιρό. Τους είπα ότι φεύγω μάλλον οριστικά - δεν με πίστεψε κανείς τους. Φάγαμε σκίπερ με τα κρεμμυδάκια (εγώ περιορίστικα στα κρεμμυδάκια) και διαλυθήκαμε ησύχως περασμένες δύο. Τριγύρισα λίγο στα στενά, χώθηκα σε ένα δυο μπαράκια αλλά δεν βρήκα κανένα γνωστό. Σκέφτηκα ότι οι πιο πολλοί γνωστοί μου ίσως είναι διακοπές, και μάλλον έχει έρθει κι εμένα η ώρα μου πια.

Ε, καιρός της ήτανε.

22/7/09

Νέα κατάσταση, νέα καθήκοντα

Ο πολυταξιδεμένος μύλος βρίσκει παρέα στο μπαλκόνι της Λάιλας

Τα πρώτα τριανταδύο χρόνια της ζωής μου είχα μετακομίσει μία φορά, όταν η οικογένεια εγκατέλειψε τα δυτικά προάστια της Αθήνας με κατεύθυνση τα νότια. Άλλη μια φορά μετακόμισα όταν αισθάνθηκα ότι είμαι μεγάλο παιδί πια και μπορώ να μείνω μόνος πλέον - έμεινα σταθερός περίπου εφτά χρόνια. Μετά ήρθα στην Κρήτη, όπου έκανα συνολικά τρεις μετακινήσεις - τις δύο το τελευταίο δίμηνο. Αυτές οι τελευταίες έχουν μάλλον προσωρινό χαρακτήρα, και μάλλον είναι αμυντικές κινήσεις ενόψει οικονομικής κρίσης και ανεργίας - όταν δεν έχει έσοδα καλό είναι να περικόπτονται τα έξοδα. Είναι φορές που σκέφτομαι ότι τα έχω παραπερικόψει, αλλά κάπου τότε μου σκάει μια κλήση για παρκάρισμα πότε από τη Δημοτική Αστυνομία και πότε από το Λιμενικό (όπως χτες, καλή ώρα) και συνέρχομαι, οπότε αρχίζω να περικόπτω φραγκοδίφραγκα εδώ κι εκεί μπας και μπαλατζάρω το πρόστιμο - εις μάτην.

Μετακόμιση στη μετακόμιση πάντως, αρχίζω και ξανασκέφτομαι το νόημα της ζωής. Δεν πρέπει να είμαστε και πολύ προσκολλημένοι στα υλικά αγαθά, ειδικά αν έχουμε να τα κουβαλάμε από σπίτι σε σπίτι. Μετά από ένα ξεθεωτικό ξεκουβάλημα από το δωμάτιο με τους καθρέφτες που με φιλοξενούσαν, στο καινούριο σπίτι που πάλι με φιλοξενούν, πείστηκα ότι δεν χρειάζομαι όλα αυτά τα πουλόβερ και τα πουκάμισα που δεν μου κάνουν πια (και κουβαλάω με την ελπίδα ότι θα αδυνατίσω και θα μου κάνουν). Μπορώ να διατηρήσω πάντα την ελπίδα, αλλά καλύτερα να δώσω τα ρούχα σε κάποιους που ίσως θα τα φοράνε κιόλας - κι αν ποτέ αδυνατίσω ξαναψωνίζω, δεν τρέχει τίποτα (άλλωστε θα έχει αλλάξει και η μόδα ως τότε).

Νομίζω πάντως ότι με μια-δυο μετακομίσεις ακόμα θα καταλήξω στο τέλος να σέρνω μαζί μου μόνο ό,τι μπορεί να συρθεί σε μια βαλίτσα με ροδάκια, τίποτα παραπάνω. Έτσι λέω σιγά σιγά να ξεφορτώνομαι κι ένα κάρο συμβολικά αντικείμενα άνευ άλλης χρήσης, όπως ο μύλος της φωτογραφίας στην κορυφή της ανάρτησης για τον οποίο σας έχω ξαναμιλήσει εδώ. Από σπίτι σε σπίτι τζάμπα τραβιότανε, μέχρι που βρήκε παρεάκι τον κίτρινο μύλο στο μπαλκόνι και από δω και μπρος θα περιστρέφονται συντονισμένοι, να τα λένε κιόλας. Οπότε θα τον αφήσω εδώ, πού να τον τραβάω τώρα που βρήκε κι αυτός την Ιθάκη του...

Εγώ πάλι, μάλλον αργώ να τη βρω. Χαίρομαι όμως προσώρας τα πλεονεκτήματα του νέου μου σπιτιού (άνετο πάρκιγκ, κέντρο-απόκεντρο, κήπος και σχετική ησυχία) μέχρι να επιστρέψουν οι κανονικοί του κάτοικοι. Για την ακρίβεια, η μία κανονική του κάτοικος, γιατί η άλλη είναι εδώ, στη θέση της και αναμένει τις καθημερινές μου φροντίδες. Όχι φοβερά πράγματα, λίγη σκυλοτροφή και νερό, κανένα κοκκαλάκι περίσσευμα... Είμαστε παλιοί γνώριμοι με τη Λάιλα από τον καιρό που ήταν ένα μικρό και αθώο κουλούκι - έχω γράψει σχετικά εδώ. Τώρα που έχει μπει στην εφηβεία (έκλεισε τον ένα χρόνο, ίσως και τον ενάμιση) δεν έχει μεγαλώσει και πολύ σε μέγεθος (από τα τέσσερα κιλά πήγε στα πεντέμισι), αλλά έχει τρελή όρεξη για παιχνίδια.

Η Λάιλα ενώ επιτίθεται σε ένα (λαστιχένιο) σάντουιτς τυρί-αυγό-κέτσαπ-μαγιονέζα για εκατοστή δέκατη όγδοη φορά (και να τρωγότανε κιόλας...).

Ατυχώς εγώ όπου να 'ναι μπαίνω στην κλιμακτήριο και η όρεξή μου είναι να κάθομαι ανάσκελα και να μην κάνω τίποτα, Ιούλιο μήνα κιόλας. Οι ορέξεις μας βρίσκονται σε έντονη αντίθεση, και η αντίθεση ενίοτε ξεσπάει πάνω στα αντικείμενα που της πετάω να μου φέρει πίσω, σε ένα ταλαίπωρο λούτρινο αρκουδάκι που βιάζει κατά καιρούς ή στο κακόμοιρο (ζωντανό) γατάκι του από κάτω που δεν ενθουσιάζεται καθόλου με τις ορέξεις της Λάιλας και συχνά πυκνά βρίσκεται έντρομο σκαρφαλωμένο πάνω στα δέντρα με το σκυλί να γαβγίζει μανιωδώς από κάτω κι εμένα να προσπαθώ ασθμαίνοντας να παραστήσω το διαιτητή.

Δεν παραπονιέμαι, βέβαια. Είναι ευχάριστο να σε περιμένει κάποιος όταν γυρνάς αργά το βράδι σπίτι, να τρίβεται πάνω σου και να σου γλείφει τα δαχτυλάκια. Ακόμα κι αν είναι τετράποδος και τριχωτός, δεν είναι τόσο χάλια. Έχει και κάποια μικρά κακά η κατάσταση, όπως συνειδητοποίησα τη μέρα που ενώ κοιμόμουν έβγαλε όλα τα σκουπίδια και τα σκόρπισε στο σαλόνι ψάχνοντας ένα καλαμάκι από σουβλάκι (χωρίς το σουβλάκι πλέον) το οποίο μετέτρεψε σε οδοντογλυφίδες. Από την άλλη, το εν λόγω γεγονός με αποενοχοποίησε γρήγορα ως προς την καθαριότητα του σπιτιού - όταν η νοικοκυρά γυρίσει σπίτι εγώ θα ρίξω όλο το φταίξιμο στο σκύλο για την εικόνα ερήμωσης και καταστροφής.

Μέχρι τότε όμως μετράω τις μέρες ανάποδα και παίρνω τακτικά δελτίο καιρού. Λόγω επαπειλούμενων θυελλωδών ανέμων η αναχώρηση του ιστιοπλοϊκού "Χριστίνα" αναβλήθηκε για την Παρασκευή, και τώρα έχω λίγο ακόμα χρόνο να ταΐσω και να ποτίσω όλα τα ζωντανά στα πέριξ, να ψωνίσω τα ιστιοπλοϊκά δέοντα, να πληρώσω την κλήση (ουφ!), να βάλω μπουγάδα, να βρω τη γυναίκα της ζωής μου και τη δουλειά που πάντα ονειρευόμουνα - αν και με το φόρτο εργασίας που έχει πέσει ίσως τα δύο τελευταία πάρουν λίγο χρόνο παραπάνω, τελικά.


ΥΓ. Μετά το τέλος του εμφυλίου πολέμου και τη συντριβή του ΔΣΕ (του στρατού του ΚΚΕ), ετέθη το αιώνιο κομμουνιστικό ζήτημα "Τι να κάνουμε;". Ο Γενικός Γραμματέας του Κόμματος, σύντροφος Ν. Ζαχαριάδης, απάντησε σε άψογο κομμουνιστικό στυλ "Νέα κατάσταση, νέα καθήκοντα" - και τα πράγματα συνεχίστηκαν ακριβώς όπως και πριν. Η ατάκα μου φάνηκε εκπληκτικά χαριτωμένη, ειδικά για επαύριο ολοκληρωτικής ήττας, και είπα να την χρησιμοποιήσω ως τίτλο στην ανάρτηση, έστω κι αν η μόνη καταστροφή είναι τα ευρώ της κλήσης - όλα τα άλλα θα φτιάξουν άμα έρθει η ώρα τους.

15/7/09

Η πύλη της Δύσεως

Φωτιά στον καταυλισμό των Αφγανών στην Πάτρα, Ιανουάριος 2009 (φωτό από το indymedia της Πάτρας)

Μέχρι πριν λίγους μήνες είχα μια τακτική επισκέπτρια-σχολιάστρια στη Ροβιθέ, που έκανε ιδιαιτέρως επαινετικά σχόλια για τα κείμενά μου. Όπως κάθε εν δυνάμει συγγραφέας (μην πω όπως καθένας που έγραφε καλές εκθέσεις στο σχολείο) μου αρέσει να με επαινούν για τα γραπτά μου. Έτσι ομολογώ ότι στεναχωρήθηκα που την έχασα ξαφνικά την επισκέπτρια. Όχι εντελώς ξαφνικά βέβαια - είχε προηγηθεί ένα σχόλιό της (ευχή μάλλον) να καθαρίσει η πόλη της (η Πάτρα) από τους Αφγανούς, και μια δική μου απάντηση σε εντελώς άλλη κατεύθυνση.

Τις προάλλες οι αρχές του τόπου της έκαναν το χατήρι, με μια επειχείρηση σκούπα - φαράσι - σκουπιδοντενεκές που εξαφάνισε από τα μάτια του κόσμου τους 100 εναπομείναντες του καταυλισμού των Αφγανών. Μια άγνωστης προέλευσης πυρκαγιά έκαψε τα παραπήγματα και οι μπουλντόζες σάρωσαν ό,τι απέμεινε. Ο πρωθυπουργός πέρασε το επικοινωνιακό του μήνυμα και πήγε να συναντήσει άλλους πρωθυπουργούς να συζητήσουν το θέμα, η εκ δεξιών συμπολιτευόμενη αντιπολίτευση επιχαίρει που η πολιτική της ατζέντα κυριαρχεί στην κυβερνητική πολιτική, η μείζων αντιπολίτευση σιωπά αιδημόνως επί της ουσίας και ρίχνει καμιά μπαταριά περιδιαγραμμάτου και η αριστερά κάνει ως συνήθως διαδηλώσεις διαμαρτυρίας κατόπιν εορτής - ό,τι έχει συνηθίσει ο καθένας.

Βέβαια τώρα γκρινιάζεις εκ του ασφαλούς, θα μου πείτε με όλα σας τα δίκια. Από τη μια αισθάνεσαι αλληλέγγυος με τους παρίες και τους κατατρεγμένους αυτού του κόσμου, για λόγους πολιτικοϊδεολογικούς ή και θρησκευτικούς. Από την άλλη όταν οι παρίες και οι κατατρεγμένοι έρχονται και σου χτυπάνε το παράθυρο του αμαξιού "δώσε κύριο ένα ευρώ" κάνεις τον αδιάφορο ή τραβάς και μια κατάρα στους εκμεταλλευτές και τον ιμπεριαλισμό. Κι αν κάπως μέσω καμμιάς ΜΚΟ εκφράζεις την όποια συμπαράστασή σου, δίνεις τα παλιά σου ρούχα για τους άστεγους και εξεγείρεσαι με την αδιαφορία της πολιτείας, από την άλλη δεν μπορείς να συγκρατήσεις τη δυσανεξία σου όταν ο μαυριδερός άπλυτος τύπος με την πακιστανική πουκαμίσα απλώνει το χέρι.

Κάποτε οι μετανάστες είμασταν εμείς - τα αδέλφια των παππούδων μου στην Αμερική, θείοι και ξαδέλφια στην Αυστραλία και τη Γερμανία. Μετά κάπως άλλαξαν τα πράγματα κι άρχισαν να έρχονται εδώ. Είμασταν για κάποιους η πόρτα για τη Δύση - έφευγαν με ένα σωρό μυστήριους τρόπους, άγνωστο για που. Θυμάμαι τον πρώτο Αλβανό στην Ικαρία, το 1990 - τα σύνορα είχαν "ανοίξει" δυό μέρες πριν. Δυο μέρες έκανε να φτάσει, όσο πιο μακριά μπορούσε, στην άλλη άκρη. Ο Νώε μας είχε πει μια ιστορία σε έναν ιστιοπλοϊκό αγώνα στο Ιόνιο, που είχαν βρει κάτι μισοπνιγμένους σε μια σχεδία από μπετόνια και σχοινιά, διαλυμένους από τα κύματα. Σώσανε τρεις, δυο αγόρια και μια κοπέλα, τους πήγανε στην Κέρκυρα. Ο ένας ξέμεινε εκεί κι ο Νώε τον ρώτησε κάποτε τι απέγιναν οι άλλοι δύο - του εδειξε κατά τη Δύση. Η κοπέλα είχε γίνει πόρνη στη Νάπολη, ο άλλος μάλλον νταβατζής.

Μετά ήρθαν οι Ασιάτες - Κούρδοι, Ιρακινοί, Πακιστανοί, Αφγανοί. Δεν έχουν πολύ σχέση με τους ασιατικής καταγωγής ευρωπαίους που βλέπω στη δουλειά μου - ινδοάγγλοι, γερμανοκορεάτες, πλήρως "Δυτικοί". Ίσως να μην είναι και πολύ πρόσφατοι πάντως - θυμάμαι έναν δακτυλοδεικτούμενο Πακιστανό στο Δημοτικό, δεκαετία '70, που ο πατέρας του δούλευε στο Σκαραμαγκά για λίγο. Αλλά δεν έμεινε για πολύ στο σχολείο. Σήμερα η γειτονιά είναι γεμάτη ασιάτες - μυρίζει περισσότερο κάρυ και γκαράμ μασάλα παρά οτιδήποτε άλλο. Κι ακόμα έρχονται.

Δεν είμαι βέβαια κανένας ειδήμων στα μεταναστευτικά θέματα, αλλά δεν χρειάζεται να είναι κανείς ειδήμων για να καταλάβει ότι τα πράγματα θα πάνε από το κακό στο χειρότερο. Η όλη επιχείρηση στην Πάτρα ήταν στημένη για να δείξει στους τύπους που μαζεύονται έξω από το λιμάνι και κυνηγάνε τις νταλίκες μπας και χωθούν σε καμμία που θα τους οδηγήσει λαθρεπιβάτες στα πολυπόθητα πλοία που ταξιδεύουν για τη Δύση, ότι δεν έχουν καμμία τύχη. Αλλά η απελπισία είναι ισχυρότερη από όλα τα αποτρεπτικά μέτρα, και ο νεαρός Αφγανός από τον καταυλισμό που μιλούσε πριν λίγες μέρες στο MEGA νομίζω το έλεγε όσο πιο απλά και καθαρά μπορούσε:

- Θέλουμε να είμαστε σαν κι εσάς. Θέλουμε απλά να είμαστε σαν κι εσάς.

Εντάξει, δεν είναι τόσο παράλογο. Αναρωτιέμαι όμως αν όντως αξίζει να γίνει κανείς "σαν κι εμάς". Αλλά ο νεαρός δεν το ξέρει, για την ώρα. Ή μπορεί κάτι να καταλαβαίνει πια μετά τις φλόγες - ποιος ξέρει;

11/7/09

Σύρμα στο θέατρο των αγρών

Χορός στο Θέατρο των Αγρών, από την ιστοσελίδα του

Από όλους αυτούς τους τύπους που χορεύουν στη φωτογραφία, αυτός που είναι κάτω αριστερά, τελευταίος στον κύκλο, είναι ο "οικοδεσπότης" του χώρου. Ο χώρος είναι το Θέατρο των Αγρών στην Κυπάρισσο, στο Δήμο Τεμένους του Ηρακλείου. Διάβασα για πρώτη φορά για τον οικοδεσπότη σε έναν οδηγό διακοπών, υπό την ιδιότητα του ιδιοκτήτη μιας παρακείμενης ταβέρνας που λειτουργεί χωρίς ρεύμα και με ένα μάλλον πρωτότυπο σύστημα πληρωμής (κατά κεφαλήν λογαριασμός 17 ευρώ, είτε πάρεις μια γκαζόζα είτε φας τον άμπακο, πράγμα βέβαια που σε προδιαθέτει να φας τον άμπακο). Στον οδηγό ο άνθρωπος αναφερόταν με το παρατσούκλι "Αγριόγιαννος", κατά κόσμον Γιάννης Σωμαράκης, αλλά σας διαβεβαιώ ότι δεν είναι καθόλου άγριος, τουλάχιστον χτες βράδι που γνωριστήκαμε δεν ήταν καθόλου.

Το "γνωριστήκαμε" βέβαια είναι σχετικό, καθώς ο άνθρωπος μου μίλησε λες και με ήξερε χρόνια. Φαντάζομαι θα του είχε σφυρίξει δυο κουβέντες ο αδερφός του ο Μανόλης, που με ήξερε ως πελάτη του δικού του μαγαζιού στο Ηράκλειο, της μουσικής σκηνής "Θεωρείον" στην οδό Πεδιάδος, όπου ομολογουμένως έχω γράψει "ένδοξες" σελίδες (επί της υποτυπώδους πίστας), συνήθως υπό τη μουσική υπόκρουση του μπουζουκιού του Γιάννη Παξιμαδάκη, της κιθάρας του Γιώργου Σταυράκη και της αισθαντικής φωνής της Μαρίας Φασουλάκη. Αυτά βέβαια τον προηγούμενο χειμώνα που τα ακούσματα του μαγαζιού ήταν πιο λαϊκά, ενώ φέτος που δόθηκε έμφαση στο κρητικό έθνικ, η παρουσία μου αραίωσε μέχρι εξαφανίσεως διότι μια χαρά είναι τα κρητικά άμα είσαι Κρητικός, αλλά άμα δεν είσαι (καλή ώρα) τα κουτσοβολεύεις για κάνα εικοσάλεπτο αλλά μετά αρχίζεις να κοιτάς το ρολόι.

Πάντως αν και είχα ακούσει πολλά για το Θέατρο των Αγρών τόσο καιρό που τριγυρίζω στην Κρήτη, δεν είχε τύχει ποτέ να παρευρεθώ σε συναυλία ή παράσταση στο χώρο, ούτε είχα περάσει καν από την ευρύτερη περιοχή. Όλα αυτά μέχρι χτες, που μια φίλη μου εμφανίστηκε με ένα χαμόγελο μέχρι τα αυτιά για να μου πει ότι θα πήγαινε με μια φίλη της σε μια συναυλία το βράδι όπου θα έπαιζε ένα σχήμα που συμμετείχε και ο Παξιμαδάκης, και αν ήθελα να πάω μαζί. Δεδομένου ότι ο Γιάννης, αξιολογότατος μπουζουκοπαίκτης, είναι από τα πιο ευπρόσδεκτα ακούσματα στα αυτιά μου εδώ στο Ηράκλειο (είτε παίζει στην Πόπη, είτε στο Πάλαι Ποτέ, είτε στο Βρισκούμενο), δέχτηκα ασμένως - χώρια που έχω σε τεράστια εκτίμηση τις φίλες της φίλης μου.

Ξεκινήσαμε φυσικά καθυστερημένοι, αφού ένας από την παρέα είναι από την Ικαρία και αρνείται να πάει σε συναυλία πριν τις έντεκα, και όταν φτάσαμε στο Κυπαρίσσι η μουσική είχε ήδη αρχίσει. Το φεγγάρι ήταν ψηλά κι έδινε ένα όμορφο φως στον τόπο, ένα πετρόχτιστο αμφιθέατρο μέσα στους ελαιώνες. Η πρώτη έκπληξη ήταν ότι δεν είχε και πολύ κόσμο, αν και ερχόντουσαν σιγά σιγά αυτοκίνητα κι έφερναν κι άλλους. Η δεύτερη (για μένα) έκπληξη, ήταν ότι το πρόγραμμα δεν ήταν λαϊκό όπως είχα φανταστεί, αλλά παραδοσιακό - κρητικό, καθώς την ώρα που μπαίναμε τραγουδούσαν ριζίτικα. Εντόπισα τον Παξιμαδάκη στη σκηνή - δεν κρατούσε μπουζούκι αλλά λαγούτο (ή όπως διάβασα αργότερα, ένα όργανο που λέγεται μπουλγαρί). Υπήρχε ακόμα λύρα κρητική (φυσικά...), άλλο ένα λαγούτο, σαντούρι, κρουστά και ένα είδος ασκού που λέγεται στα κρητικά ασκομαντούρα (στα καριώτικα τσαμπουνοφυλάκα).

Χάζεψα στα γρήγορα το κοινό - μου φάνηκε αφύσικα οικείο, σαν σε καριώτικο πανηγύρι. Παρέες - παρέες καθόντουσαν και τρωγοπίνανε σε τραπέζια, άλλοι καθόντουσαν στα αμφιθεατρικά σκαλιά με ένα ποτήρι κρασί στο χέρι. Κλασικές κρητικές φάτσες, με μαλλιά και γένεια, ορισμένοι πάλι με χαρακτηριστική εμφάνιση του είδους που λέμε στην Ικαρία "Γκρούβαλοι". Υπέθεσα ότι όπως συνήθως μου συμβαίνει, σε κάνα εικοσάλεπτο θα έχω πεθάνει από την πλήξη - ασυγκίνητος από τον ήχο της λύρας και τον εν γένει έπαινο της παλληκαροσύνης, ανίκανος να χορέψω σωστά (άρα καλύτερα να μη χορέψω καθόλου) οτιδήποτε πέρα από απλό σιγανό (που όταν γυρίζει σε πεντοζάλι μου γίνεται εφιάλτης) για να μην αναφερθώ βέβαια σε χανιώτη ή (θεός φυλάξοι...) μαλεβυζιώτη.

Έκανα λάθος. Τρεις ώρες αργότερα περιφερόμουν καταχαρούμενος μέσα στο πανηγύρι που είχε στρωθεί, πίνοντας το κρασάκι του Αγριόγιαννου. Ο πατέρας των αδελφών Σωμαράκη χόρεψε και τραγούδησε και είπε μαντινάδες, καθώς καλοντυμένοι και ρακένδυτοι, στυλάτοι και ξυπόλυτοι γινόντουσαν ένα στο χορό, κάτω από τις νότες τους συγκροτήματος "Σύρμα", όπως έμαθα ότι ονομαζόντουσαν οι μουσικοί. Πέτυχα τα αδέλφια σε μια γωνιά, ο Μανόλης με χαιρέτησε πρώτος.

- Χόρεψες σήμερα;
- Δεν ξέρω κρητικά, του είπα.
- Ε, και; Μπες μέσα και θα μάθεις, όλοι έτσι μαθαίνουν εδώ πέρα.

Επαίνεσα το Θέατρο, το μεράκι και τη μαστοριά του. Ρώτησα πώς θα μάθαινα το πρόγραμμα των εκδηλώσεων.

- Σήμερα πώς το 'μαθες; ρώτησε ο Γιάννης.
- Έχω κάτι φίλους, του είπα.

Τότε κι εκείνος μου είπε μια ιστορία: "Στην Ικαρία" λέει, (μιλημένος γαρ), "ήτανε ένας τύπος που πήγαινε ένα απόγευμα στο χωράφι του. Πέφτει σε μπλόκο της αστυνομίας, τον ψάχνουν οι μπάτσοι, του βρίσκουνε τρεις μπάφους. Τον πάνε στη Σάμο, στο δικαστήριο, και τον ρωτάει ο πρόεδρος:

- Πού τα βρήκες τα τσιγάρα;
- Έχω κάτι φίλους, κύριε πρόεδρε, και μου τα δώσανε.
- Κι εγώ έχω φίλους,
του λέει ο πρόεδρος, αλλά δε μου δίνουνε τσιγάρα με χασίσι.
- Ε, μα δεν έχουμε τους ίδιους φίλους, κύριε πρόεδρε...
"

Ακόμα χορεύανε όταν φύγαμε, κατά τις τρεισήμιση. Το φεγγάρι ήταν ψηλά, και δίπλα του ένα αστέρι λαμπρό - κάποιος πλανήτης μάλλον. Κατεβήκαμε τραγουδώντας Μουντάκη, "στης Γραμβούσας τ' ακρωτήρι" και το "Μεσοπέλαγα αρμενίζω". Οι κοπέλες με άφησαν στο σημείο που είχα παρατήσει το αμάξι μου, δίπλα σε ένα μπλόκο της αστυνομίας. Μέχρι να φτάσω σπίτι συνάντησα άλλα δύο μπλόκα, που δεν με σταμάτησαν. Το τελευταίο μπλόκο ήταν σχεδόν έξω από το σπίτι, στην παραλιακή. Σκέφτηκα να μην προκαλώ την τύχη μου δεδομένων των αρκετών ποτηρακίων που είχα κοπανήσει (άλλο θέμα με την αστυνομία δεν έχω, γιατί με τον Καριώτη της ιστορίας μάλλον δεν έχουμε τους ίδιους φίλους) και πάρκαρα στο άλλο ρεύμα δίπλα σε μια καντίνα - βρωμικατζίδικο για ξενύχτες. Πήρα ένα σουβλάκι και βάλθηκα να το μασουλάω καθώς περνούσα αδιάφορα δίπλα από τα περιπολικά, τραγουδώντας ένα δίστιχο που μου έμεινε από τη συναυλία:

Όποιος δεν είναι μερακλής, πρέπει του να πεθάνει
γιατί στον κόσμο ετούτονε μόνο τον τόπο πιάνει.
Σε λίγο θα ξημέρωνε το Σάββατο.

7/7/09

Φθορά

(c) Λευτέρης Ζωπίδης: Forgoten (vignet effect) - Βάρκα σε Αποσύνθεση / Καλοχώρι Θεσσαλονίκης

Το θέμα ήταν να μη γίνει η αρχή. Άπαξ και αρχίσει η παρακμή, μετά άστα να πάνε. Τα πρώτα σημάδια βέβαια είχαν φανεί από καιρό, με διάφορες εκφάνσεις, πότε στο κομπιούτερ που δεν άνοιγε, πότε στη φωτογραφική μηχανή που δε φωτογράφιζε. Αλλά τις τελευταίες μέρες τα πράγματα έπαιρναν μια όλο και πιο ανησυχητική τροπή.

Πρώτα ο υπολογιστής έκανε ένα μεγαλειώδες μπραφ και έπεσε λιπόθυμος - οι τεχνητές αναπνοές μου μετά βίας κατάφεραν να διασώσουν τα πιο πρόσφατα δεδομένα σε δυο-τρία DVD.

Μετά η φωτογραφική μηχανή έχασε το φως της σχεδόν ολοσχερώς - ναι μεν τραβάς φωτογραφίες, αλλά δεν έχεις ιδέα τι τραβάς, όπως την παλιά καλή αναλογική εποχή, μέχρι να το "εμφανίσεις" σε κάποια οθόνη υπολογιστή. Ούτε να ζουμάρεις, ούτε να ξέρεις τι κουμπάκια έχουν πατηθεί. Όνειρο.

Μετά άρχισαν τα χειρότερα. Πρωινό ξύπνημα, άπλωμα χεριού να πιάσω γιαλιά (7,5 βαθμοί μυωπία γαρ), κρίση ψαλιδοχερισμού, πτώση γιαλιών στο πάτωμα, θραύση. Ψύχραιμος, θυμήθηκα ότι πάνω στη μετακόμιση είχα εντοπίσει έναν ελαττωματικό (με χαρακιά) φακό που είχε φτιάξει αρχικά ο οπτικός και αφού τον άλλαξε μου τον έδωσε "just in case" διότι τι να τον έκανε αυτός; Τον βρήκα σε μια σακούλα με πιαστράκια για κουρτίνες και παλιά χαρτονομίσματα δραχμών - ήταν ο αριστερός που είχε σπάσει. Τον άλλαξα και όλα καλά, η χαρακιά είναι στο πλάι και δε βγάζει μάτι.

Μετά επιταχύνθηκε η καταστροφή, μέσα σε ένα μόλις Σαββατοκύριακο. Μια ζώνη αποφάσισε να αυτοκτονήσει την ώρα που προσπαθούσα να τη δέσω (ΔΕΝ φταίει η κοιλιά, η ζώνη φταίει). Την ακολούθησαν στην ολέθρια απόφασή της ένα λουράκι ωρολογίου χειρός (ευτυχώς το ρολόι παίζει ακόμα) και μια βερμούδα που μετετράπη σε φούστα με μία μόνο κίνηση. Και, last but not least, δύο σόλες από πεδιλάκι παραλίας με διαφορά πέντε λεπτών στο μονοπάτι Πρέβελη-Αμμούδι, που με έκαναν να φτάσω μονοσάνδαλος στο αμάξι και ασάνδαλος στις Λίγκρες όπου γλύτωσα στο παρά τσακ τα εγκαύματα στις πατούσες (οχτακόσιους βαθμούς είχε στο Λιβυκό την Κυριακή) καθώς χωνόμουν στη σκηνή για να φορέσω τα hiking αθλητικά μου - το ότι μου έμεινε το κορδόνι στο χέρι όταν τα έδενα ήταν σχεδόν αμελητέο.

Ξαφνικά συνειδητοποίησα ότι τίποτα δεν είναι τυχαίο - όλα κάτι ήθελαν να μου πουν. Νομίζω πως το κάτι αυτό ήταν ότι μπήκε πια ο Ιούλιος, κι όπως μου συμβαίνει κάθε Ιούλιο, τα πάντα αποσυντονίζονται. Πήρα λοιπόν γρήγορα τις αποφάσεις μου για να οργανώσω την άμυνά μου απέναντι στην προϊούσα φθορά. Μετέφερα τα δεδομένα στο παλιό λάπτοπ της Έλενας που συμφώνησε να μου το αφήσει (τι καλή κοπέλα...) μέχρι να μου φτιάξουν το δικό μου (η εγγύηση εκπνέει σε 139 μέρες, οπότε έχω λίγο χρόνο). Εντόπισα καινούργια μηχανή ανάλογων προδιαγραφών σε ανταγωνιστική τιμή σε βιτρίνα, κιάλαρα πεδιλάκι σπορτίφ και ασορτί βερμουδίτσα σε κατάστημα ειδών extreme sports (όχι παίζουμε...) και - πάνω από όλα - κανόνισα ιστιοπλοϊκό τριημεράκι για να σπάσει το αρνητικό σερί πριν εκπνεύσει ο μήνας και βρεθώ στις αγκάλες της μητρικής νήσου, μακριά από τη βάσκανο μοίρα του εβδόμου μηνός. Άμα περάσεις θάλασσα, λύνονται τα μάγια, λένε.

Σήμερα τσίμπησα και το παχυλό (λέμε τώρα...) επίδομα ανεργίας μου και τώρα κάνω υπομονή. Σε μια βδομάδα αρχίζουν οι εκπτώσεις - το θέμα είναι να μπορέσω να κρατηθώ σε ενιαία κατάσταση ως τότε.


ΥΓ: Α, ναι, και να θυμηθώ να πάω το αμάξι για σέρβις και ΚΤΕΟ πριν αρχίσουν να φεύγουν κι από κει κομμάτια δεξιά-αριστερά. Χώρια που εκπνέει και η ασφάλεια. Βάλε και λουράκια, κορδόνια (εύκολο), γιαλιά (χμμ...). Κι επειδή δεν βλέπω να φτάνει το επίδομα για όλα αυτά (ούτε για ζήτω...), λέω να πουλήσω το πλυντήριο για αρχή και από Σεπτέμβρη έχει ο Θεός...