ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

Μια ρεβυθιά στο Ηράκλειο - Λέιντεν - Λισσαβώνα - Αθήνα - πάλι Ηράκλειο


29/5/09

Γεροντικόν

Οι κυρίες της φωτογραφίας μάλλον δυσπιστούν για τα χαρίσματα των Καριωτών λεβεντόγερων και ψάχνουν την τύχη τους στο facebook - την εικόνα αντέγραψα από το μπλογκ "Στέντορας" του Νίκου Καρύδη αλλά είμαι σίγουρος ότι προέρχεται από έντυπη διαφήμιση, ενδεχομένως για λάπτοπ.

Μετά από μια ηλικία τα ενδιαφέροντα των ανθρώπων αλλάζουν - ξέρω μερικούς πιτσιρικάδες που ξοδεύουν λίγο χρόνο από το διάβασμα της εφημερίδας για να εμβαθύνουν στη στήλη με τα ζώδια. Μετά από λίγα χρόνια, ρίχνουν καμμιά ματιά και στα κοινωνικά δίπλα, στις αγγελίες γάμων, μήπως αναφερθεί κανένας γνωστός, κανένας πρώην... Μετά από κάμποσα χρόνια από τους γάμους πάνε στις κηδείες και τα μνημόσυνα. Όταν οι γνωστοί σου αρχίσουν να πολυσυχνάζουν σε αυτή τη στήλη, ίσως είναι καιρός να το ξαναρίξεις στα ζώδια. Πάντως στην τοπική εφημερίδα της Ικαρίας που διαβάζω πότε πότε, οι αναγγελίες γάμων είναι λιγοστές - όντας σε κρίσιμη ηλικία πια, το μάτι μου πέφτει ενίοτε και στις κηδείες που γεμίζουν πολύ περισσότερο χώρο, ούτως ή άλλως. Μου έκανε λοιπόν εντύπωση ότι ένα σωρό κόσμος "φεύγει" σε ηλικίες ενενηντακάμποσα προς εκατόν λίγα. Σκεφτόμουν ότι οι Καριώτες είναι γενικά ανθεκτικοί, λαμβάνοντας και μερικά παραδείγματα από την ιστορία της οικογένειάς μου. Αλλά αυτή η εμπειρική παρατήρηση πήρε μια αναπάντεχη "επιστημονική" διάσταση τελευταία, μαζί με μια λίαν ανησυχητική δημοσιότητα.

Τα πρώτα δείγματα έφτασαν στα αυτιά μου πέρσι το καλοκαίρι, όταν είδα σε μια εφημερίδα μια "υποσημείωση" σε ένα άρθρο που ανέφερε ότι οι κάτοικοι της Ικαρίας που βρίσκονται σε ηλικία άνω των ενενήντα είναι δυσανάλογα μεγάλο μέρος του πληθυσμού. Αυτό δεν με εντυπωσίασε και πολύ, δεδομένου ότι τα χωριά γεροντοκρατούνται, αφού ελλείψει άλλων πηγών εισοδήματος οι νέοι φεύγουν για άλλες πολιτείες και στο νησί μένουν οι συνταξιούχοι και κάτι λίγοι άλλοι. Ως εκ τούτου, οι υπερήλικες φυσικά υπεραντιπροσωπεύονται σε έναν πληθυσμό που η ηλικιακή "πυραμίδα" του έχει στενή βάση και αναλογικά ευρεία κορυφή. Ωστόσο, ένα δεύτερο καμπανάκι χτύπησε πριν λίγους μήνες όταν ο κουμπάρος μου ο Νίκος μου έστειλε ένα βιντεάκι από μια εκπομπή στην Αμερική, όπου ο καταχαρούμενος συγγραφέας που παρουσίαζε το βιβλίο του για τις "Μπλε ζώνες" (δηλαδή για περιοχές του πλανήτη με αναλογικά πολλούς υπερήλικες) ανακοίνωνε την ανακάλυψη μιας νέας τέτοιας ζώνης (πού αλλού;) στην Ικαρία.

Πέρα από τη σχετική πλάκα (π.χ. στην ερώτηση της παρουσιάστριας "πού βρίσκεται η Ικαρία" η απάντηση ήταν "στα ανοιχτά της Τουρκίας"), το βιντεάκι έθετε ορισμένα θέματα προς προβληματισμό, καθώς αναζητούσε τα αίτια της μακροζωίας των Καριωτών στη διατροφή (εξαιρώντας παραδόξως το κρασί...) αλλά και στο περιβάλλον (μέχρι και τη ραδιενέργεια) και στον τρόπο ζωής - ανέφερε χαρακτηριστικά ως αξιοπερίεργο το γεγονός ότι οι Καριώτες έχουν ιδιαίτερες ώρες ύπνου και ξύπνιου και μια γενικώς προβληματική σχέση με το ρολόι ("a peculiar lifestyle" ήταν η έκφραση). Βεβαίως η ερμηνεία αυτή είναι κάπως επιδερμική: οι παππούδες μου που είχαν ζώα κοιμόντουσαν και ξυπνούσαν "με τις κότες" ή καλύτερα με τις κατσίκες που ήθελαν άρμεγμα και τάισμα πρωί πρωί, κι όλα αυτά τα ξενύχτικα συνήθεια των τελευταίων ετών με τον ύπνο μέχρι το μεσημέρι μάλλον τους ήταν άγνωστα. Από την άλλη, ότι ώρα και να ήταν ο ύπνος τους, δεν ταραζόταν από ιδιαίτερα άγχη, μάλλον.

Το πράγμα χόντρυνε τις επόμενες μέρες δια της συνήθους ειδησεογραφικής αδηφαγίας, και όλος ο κόσμος έμαθε διάφορες τερατολογίας περί Ικαρίας, ότι δήθεν ζουν όλοι εκατόν πενήντα χρόνια, ότι η δίαιτά τους βασίζεται στα φρούτα, τα λαχανικά και το ψάρι (αμ δε... εκτός αν το κατσικάκι το ρασκό ανήκει στους οστεϊχθύες...), ότι κάνουν ραδιενεργά μπάνια (!), γυμνάζονται πολύ (!!!), ότι τρώνε ένα μέλι που δεν το φτιάχνουν μέλισσες (;;;) και άλλα ηχηρά παρόμοια. Η σύγχιση επιτάθηκε όταν ομάδα ερευνητών του National Geographic κατέφθασε επιτόπου τις μέρες του Πάσχα (μαζί με κλιμάκιο του CNN) και άρχισε τις συνεντεύξεις στους διαθεσιμους γέροντες. Είναι γνωστό ότι οι Καριώτες είναι λίαν πλακατζήδες, αλλιώς δεν εξηγείται η φοβερή είδηση του διεθνούς φήμης ενημερωτικού δικτύου ότι τάχα οι Καριώτες έχουν ενεργό σεξουαλική ζωή (τουλάχιστον 2-3 φορές την εβδομάδα) στην ηλικία των ενενήντα και βάλε.

Κουβέντα στην κουβέντα και ΜΜΕ το ΜΜΕ η είδηση έφτασε στο κεντρικό δελτίο της ΝΕΤ τη Δευτέρα του Πάσχα. Η μαμά μου σιδέρωνε την ώρα του επίμαχου ρεπορτάζ. Στο άκουσμα των σεξουαλικών επιδόσεων των συμπατριωτών το πρόσωπό της πήρε μια γκριμάτσα ελαφράς αποδοκιμασίας, χωρίς όμως να διακόψει το σιδέρωμα ούτε δευτερόλεπτο. Σκέφτηκα να ρωτήσω διακριτικά την άποψή της, χωρίς να προσβληθεί ο μπαμπάς που διάβαζε αμέριμνος της εφημερίδα του παραδίπλα. Δεν πρόλαβα - την είπε μόνη της μεγαλοφώνως:

- Τς τς τς... ξεικάδες... κάθουνται κι ακούνε είντα τους λένε οι γέροι...
- Τι λένε μαμά οι γέροι;
- Ότι θέλουνε λένε - αλλά μόνο λένε, εν κάνουνε τίποτα.


Θυμήθηκα μετά μια κουβέντα δύο ογδοντακάμποσων γέρων που είχα ακούσει προ καιρού στο καφενείο του Αυγά στον Εύδηλο:

- Οργώνει βρε τ' αλετράκι σου;
- Αμέ οργώνει, μαθέ.
- Μα 'α αρωτήσω τη γυναίκα σου άμα οργώνει.
- Και πού να ξέρει αυτή; Αλλού ρώτα.


Όσο καιρό ήμουν στο νησί τις μέρες του Πάσχα, άκουγα διάφορες ειδήσεις και "ειδήσεις" από το κλιμάκιο των αμερικανών ειδημόνων. Πότε ότι τους πήγαν για "υγειινή διατροφή" (μαγειρίτσα και αρνάκι σουβλιστό), πότε ότι κάποιος έπεσε κι έσπασε το πόδι του, πότε ότι πήγαν να βρουν μια γρια 102 ετών αλλά δεν τη βρήκαν διότι όπως τους είπε η γειτόνισα (95+) είχε πάει εκδρομή στην Κωσταντινούπολη (ε, τώρα ημπόρεσε η γυναίκα...). Πάνω στη σύγχιση είδα και μερικούς συναδέλφους μου βιολόγους στα κανάλια και τις εφημερίδες να κάνουν δηλώσεις ότι τάχα μου "μελετούν το φαινόμενο" σε μοριακή και κυτταρική βάση, και μου ήρθε να βάλω πολλά γέλια. Προς στιγμήν σκέφτηκα να πάω να τους πουλήσω τα γονίδιά μου σε τιμή ευκαιρίας (10 ευρώ το ένα, με 30.000 γονίδια στο DNA μου καλά δεν είναι;), αλλά επειδή οι επιστήμονες δεν φημίζονται για το χιούμορ τους σαν τους Καριώτες είπα να την αναβάλλω για αργότερα την πλάκα.

Με τούτα και μ' εκείνα πάντως, για κάμποσο καιρό είμασταν πρώτη μούρη στις ειδήσεις και ευτυχώς που σκάσανε κάτι σκάνδαλα μετά και ξεκολλήσαμε κάπως. Για την ώρα πάντως αναμένεται πλήθος τουριστών από τα ΚΑΠΗ για θερμά λουτρά (ραδιενεργά ίσως) κι αν κάποιο τζιμάνι σκεφτεί εγκαίρως να πατεντάρει ικαριακό spa με μέλι και φασκόμηλο θα βαρεθεί να μετράει δολλάρια από τους υπερατλαντικούς υποψήφιους αιωνόβιους. Βέβαια τώρα με την κρίση είναι λίγο στην ξεφτίλα το δολλάριο (αλλάζουν οι καιροί...) αλλά μάζευε κι ας ειν' και ρώγες, λένε. Απορώ αν όντως θα σκάσουν καραβιές από ηλικιωμένες Αμερικάνες εις αναζήτησην των ντούρων Καριωτών λεβεντόγερων - αλλά όπως λέει και μια φίλη μου, με το κατάλληλο αντίτιμο μπορούν να εξασφαλίσουν ακόμα πιο ντούρους Τζαμαϊκανούς λεβεντονιούς χωρίς να τρέχουν στην άλλη άκρη του κόσμου.

Κι από μια άποψη, καλύτερα να μην έρθουν - ένας καθώς πρέπει Καριώτης στη θέση τους δε θα θυσίαζε το (peculiar, οπωσδήποτε) lifestyle του κυνηγώντας χίμαιρες, απλά θα καθόταν με τους φίλους του να πιούνε κάνα κρασί και να διηγηθούν ιστορίες. Κι άμα δε βιάζεσαι πολύ, ενδέχεται να μη βιαστεί κι ο θάνατος, και ίσως σε αφήσει ήσυχο για λίγο ακόμα, ποτέ δεν ξέρεις.


ΥΓ. Την ανάρτηση την είχα υποσχεθεί στον Idom και στο Νάσο Μπράτσο που είχε νωρίτερα καταγράψει την ιστορία ενός υπερσεξουαλικού καριώτη γέροντα (που εμένα μου είχε διαφύγει). Καθώς την έγραφα όμως θυμήθηκα διάφορες περιπτώσεις ικαριακής μακροζωίας, με πιο χαρακτηριστική αυτή της προγιαγιάς μια φίλης μου που πεθανε στην Ακαμάτρα το 1978 σε μια ηλικία μεταξύ 114 και 118 ετών. Θυμάμαι την κηδεία της και τις διαφωνίες για την ακριβή ηλικία της, καθως ορισμένοι έλεγαν ότι είχε κρύψει χρόνια για να παντρευτεί τον (αρκετά νεώτερο) σύζυγό της κάπου στα τέλη του 19ου αιώνα. Έμεινε χήρα αρκετά νωρίς, και όταν έφτασε σε μια ηλικία λίγο πριν τα εβδομήντα θεώρησε ότι ήταν πολύ γριά και πολύ άρρωστη και ότι θα πέθαινε σύντομα. Τότε άρχισε να κυκλοφορεί με ένα κομμάτι μάρμαρο στο στήθος, πάνω σπό την καρδιά της. Μερικοί έλεγαν ότι το έκανε για να συνηθίζει "το βάρος της ταφόπλακας", άλλοι ότι απλώς ήταν ένα ιδιωτικό placebo, που νόμιζε πως την ανακούφιζε από πραγματικές ή φανταστικές ενοχλήσεις. Κυκλοφορούσε με το μάρμαρο πάνω στο στήθος για καμμιά πενηνταριά χρόνια ακόμα - αναρωτιέμαι αν την έθαψαν μ' αυτό εν τέλει.

Έχω λίγες και αποσπασματικές πληροφορίες για τη ζωή της γυναίκας αυτής, όπως το ότι ήταν στην Αθήνα το 1905 στην επίσκεψη του Τσάρου πασών των Ρωσιών (η τότε βασίλισσα Όλγα ήταν αδελφή του) και στεκόταν στην Πανεπιστημίου, μπροστά στο Οφθαλμιατρείο περιμένοντας να δει την τσαρική άμαξα. Θα ήταν τότε καμμιά σαρανταριά χρονών ήδη - σκέφτομαι πόσο μακρινή θα της έμοιαζε εκείνη η εποχή τα χρόνια μετά τον πόλεμο ή τα χρόνια της χούντας και της μεταπολίτευσης μετά από όλα όσα είχαν μεσολαβήσει. Σκέφτομαι πάλι ότι μπορεί και να μην ήταν μακρινή καθόλου - ο προσωπικός κόσμος μας δεν έχει την υποχρέωση να ακολουθεί κατά πόδας την αφήγηση των βιβλίων της ιστορίας. Ο προσωπικός κόσμος μας μπορεί και να ορίζεται σ' ένα κομμάτι μάρμαρο - ή κάπου εκεί κοντά.

26/5/09

Ο χρόνος και τα δώδεκα παιδιά του

Το πόστερ των τεσσάρων εποχών από το καφενείο "Ο Πόντιος" στην Πλατεία Ιστορικού Μουσείου, στο Ηράκλειο. Το άλλο (το καλό...) το κρατάω σπίτι για την ώρα.

Μέσα στο πολυφυλετικό ανθρωπομάνι που κατοικοεδρεύει στον εργασιακό μου χώρο είναι και μια κοπελίτσα (ας την ονομάσουμε κατά συνθήκη "Μαρία") που συμπαθώ ιδιαίτερα. Η συμπάθειά μου δεν έχει να κάνει τόσο με τα φυσικά χαρίσματα της κοπέλας (που δεν είναι και λίγα, πάντως) όσο με ένα είδος ελαφράς μελαγχολίας που μου φαίνεται πως αποπνέει. Η "Μαρία" είναι ξένη, όπως πολλοί σε αυτό το χώρο, με μικτή καταγωγή από διαφορετικές χώρες και πολιτισμούς. Έχει ζήσει σε τέσσερις διαφορετικές χώρες ως τώρα - έχω μια αίσθηση πως σε καμμιά από αυτές δεν αισθάνεται ακριβώς ότι είναι "στην πατρίδα". Στην Κρήτη ζει σε ένα μάλλον απομονωμένο μέρος εκτός πόλεως Ηρακλείου, παρέα με το σύντροφό της που εργάζεται επίσης στον ευρύτερο εργασιακό χώρο και είναι επίσης αλλοεθνής (ως προς τους Έλληνες και ως προς την ίδια).

Μας χωρίζουν αρκετές, όχι αμελητέες, διαφορές: στην ηλικία, τη γλώσσα, το πολιτισμικό υπόβαθρο, τις πεποιθήσεις. Δεν κάνουμε παρέα, καθώς η δική μου ζωή είναι υπερβολικά απασχολημένη με διάφορα πράγματα όλωσδιόλου "ελληνικά" που της είναι φυσικά αδιάφορα. Όμως μας συνδέει ένα νήμα αμοιβαίας συμπάθειας, σε βαθμό που αν καμμιά φορά κάτι την προβληματίζει ή της φαίνεται ακατανόητο (κυρίως στη συμπεριφορά των Ελλήνων τριγύρω) έρχεται να το συζητήσει μαζί μου ή να της λύσω κάποιες απορίες. Το σύστημα δεν δουλεύει πάντα (ειδικά αν έχεις να ερμηνεύσεις ένα πρόβλημα του οποίου είσαι μέρος), αλλά ενίοτε η Μαρία βγαίνει από την κουβέντα σοφότερη ή πιο ήρεμη (κι εγώ φουσκωμένος μέχρι τα μπούνια από το γεγονός ότι κάποιος με ακούει με προσοχή ως επιστημονικό ή άλλο "γκουρού").

Κάποια στιγμή πριν λίγο καιρό ο σύντροφός της χρειάστηκε να λείψει κάμποσες μέρες. Η Μαρία βαρέθηκε γρήγορα να κάνει μόνη τη διαδρομή δουλειά-σπίτι-δουλειά, και πρότεινε στα άλλα παιδιά του χώρου εργασίας να κάνουν κάτι μαζί το Σάββατο - να φάνε πρωινό ή να πιούνε καφέ στο κέντρο. Οι περισσότεροι είχαν κάτι άλλο να κάνουν ή δεν τους βόλευε η ώρα, ή το άφησαν λίγο φλου στο "να δούμε". Η Μαρία απευθύνθηκε και σε εμένα - χωρίς πολλές ελπίδες. Ωστόσο δεν είχα κανονίσει ιστιοπλοΐα και μου είχε τελειώσει ο καφές, άρα οι συνθήκες ήταν ιδανικές.

Εμφανίστηκα στο ραντεβού με καθυστέρηση μισής ώρας - η Μαρία εμφανίστηκε στο τριακοστό δεύτερο λεπτό ζητώντας συγγνώμη για την αργοπορία. Της την πρόσφερα απλόχερα - γιατί όχι; Κάτσαμε στο Παγοποιείο, μπροστά στον Άγιο Τίτο. Της έδειξα τη Σαββατιάτικη εφημερίδα που κρατούσα (αλλά δεν ξέρει ελληνικά). Χάζεψε τις φωτογραφίες στο Γεωτρόπιο, και βάλθηκε να διαβάζει ένα γαλλικό έντυπο που είχε αγοράσει από τα Λιοντάρια. Μετά φύσηξε αέρας - κάτσαμε μέσα τελικά. Πήραμε κάτι εξεζητημένα πιάτα και καφέδες. Είπαμε για το Ηράκλειο και την πρωινή του κίνηση, τους θαμώνες (μερικούς τους ήξερα από την ιστιοπλοΐα), τη δουλειά και τη θέα από το σπίτι της. Βαρεθήκαμε γρήγορα - ο χώρος είχε πολύ φασαρία και υπερβολικά πολύ στυλ για το είδος της κουβέντας μας. Πρότεινα να πάμε καμιά βόλτα και συμφώνησε με ανακούφιση.

Περπατήσαμε προς τα Λιοντάρια και μετά στη Χάνδακος, περιπλανηθήκαμε στα στενά κοντά στην παραλιακή. Της είπα για τους Βενετούς που έχτισαν τα τείχη, τους Τούρκους που τα πολιορκούσαν για εικοσιένα χρόνια (και εν τέλει τα εξαγόρασαν), τα καφασωτά μπαλκόνια που έφτιαχναν οι Τουρκοκρητικοί στα σπίτια για να μη φαίνονται οι χανούμισσες, τις επαναστάσεις των Κρητικών, την ανταλλαγή πληθυσμών, τους πρόσφυγες που εγκαταστάθηκαν εδώ μετά το 1924, τη μεταπολεμική ανάπτυξη (ή καταστροφή) της πόλης. Μου είπε να κάτσουμε σε ένα παραδοσιακό καφενείο - το πιο πρόχειρο που μου ήρθε στο μυαλό ήταν το καφενείο "Ο Πόντιος" στην Πλατεία Ιστορικού Μουσείου που δεν είναι ακριβώς κρητικό αλλά είναι σίγουρα καφενείο. Είμασταν οι μόνοι πελάτες εκείνη την ώρα. Ο Δημήτρης (ο ιδιοκτήτης) έλειπε και μια νεαρή υπάλληλος κάπνιζε στην κουζίνα.

Ήπιαμε ρακή και καφέ (εγώ ρακή κι εκείνη καφέ, ελληνικό). Η Μαρία μάλλον δεν είχε ξαναμπεί σε πραγματικό "καφενείο" και κοιτούσε γύρω όλο απορίες. Της εξήγησα δυο τρία πράγματα για τους Πόντιους και ερμήνευσα το διάκοσμο από χάρτες του Ευξείνου, ποντιακά χορευτικά και κεμεντζέδες. Επίσης, τις παλιές διαφημίσεις, τις ταμπέλες "Μην πυροβολείτε ασκόπως" και "Μην πτύετε καταγής", τη διαφορά ανάμεσα στον (καλοζωισμένο) πωλώντα τοις μετρητοίς και τον (ισχνό και ρακένδυτο) πωλώντα επί πιστώσει που απεικονιζόταν σε καδράκι δεκαετίας του '30 μάλλον, και τη μυστική σημασία της λέξης "Απόπατος" σε μια πόρτα απέναντι.

- Και αυτό τι είναι; με ρώτησε δείχνοντας ένα μεγάλο πόστερ στον τοίχο.
- Αυτό είναι οι τέσσερις εποχές. Οι μήνες.
- Δηλαδή;
- Δηλαδή ο κύκλος (ο χρόνος) χωρίζεται σε τέσσερα μέρη που είναι οι εποχές. Καθένα από αυτά χωρίζεται σε τρία μέρη, που αντιστοιχούν σε μήνες. Για κάθε μήνα η ζωγραφιά απεικονίζει κάποια πράγματα χαρακτηριστικά για τον αντίστοιχο μήνα. Τα Χριστούγεννα, ας πούμε. Το όργωμα και τη σπορά. Τις Απόκριες. Την 25η Μαρτίου.
- Τι είναι την 25η Μαρτίου;
- Εδώ, εθνική γιορτή. Η επέτειος της επανάστασης.


Της είπα ότι αυτού του τύπου τα πόστερ υπήρχαν στις σχολικές τάξεις όταν πήγαινα εγώ στο δημοτικό, στη δεκαετία του '70. Η ημερομηνία της φάνηκε εξωπραγματικά παλιά (γεννήθηκε μετά το '80), αν και της διευκρίνισα ότι τότε αυτές οι εικόνες (και τα πράγματα που αντιπροσώπευαν) ήταν ήδη παρωχημένες, ένας ξεχασμένος διάκοσμος παλιότερων δεκαετιών. Με ρώτησε αν τις νοσταλγούσα ως σύμβολα της παιδικής μου ηλικίας, και απάντησα ειλικρινά όχι. Παραδέχτηκα όμως ότι έχω αναφερθεί σε αυτές τις εικόνες σε μια ανάρτηση στο ιστολόγιό μου που επιγράφεται "Φθινοπωρινή ισημερία", και ότι έχω υποσχεθεί στους πολυπληθείς αναγνώστες μου να τους αναρτήσω και μια φωτογραφία τέτοιων πόστερ εν καιρώ.

Καιρός γαρ εγγύς. Λίγο μετά το Πάσχα, η Μαρία ήρθε και με βρήκε στη δουλειά λέγοντάς μου "έχω ένα δώρο για σένα". Το βρήκα την άλλη μέρα πάνω στο γραφείο μου - ήταν ένα παμπάλαιο, φθαρμένο πόστερ των τεσσάρων εποχών. Τη ρώτησα πού το βρήκε - δεν μου αποκάλυψε. Καλού κακού είπα να ρίξω μια ματιά στα γνωστά μαγαζιά του Ηρακλείου με τέτοιο διάκοσμο. Πήγα στο "Σιγά σιγά" - το πόστερ ήταν αναρτημένο κανονικά, και διαφορετικό από το δικό μου. Προχτές βρέθηκα ξανά στον Πόντιο με τη φίλη μου τη Β. που ήρθε από την Αθήνα να με δει. Της εξήγησα εν τάχει την ιστορία, και πάνω στη σύγχιση αποπειράθηκα να τραβήξω το πόστερ φωτογραφία. Ήταν ακόμα εκεί βέβαια, κι αυτό διαφορετικό από το δικό μου, αλλά με πιο πιασάρικο τίτλο: Ο χρόνος και τα δώδεκα παιδιά του.

Η μηχανή κόλλησε την κρίσιμη ώρα. Ζήτησα τη βοήθεια του μαγαζάτορα που απόρησε με το αίτημα "μήπως έχεις καμμιά μπαταρία;". Ψαχούλεψε ένα τηλεκοντρόλ, έβγαλε τις μπαταρίες και δοκίμασα ξανά - τζίφος. Καταράστηκα την ψηφιακή εποχή και την υψηλή τεχνολογία, κι έκανα το μαγικό που πιάνει ενίοτε στα πιο προχωρημένα ψηφιακά κόλπα: έβαλα τις μπαταρίες ανάποδα (δεν δούλεψε) και μετά πάλι κανονικά. Η μηχανή έκανε ένα μυστηριώδες γρουτς-γρουτς, ο φακός ξεμύτισε, και ο Δημήτρης (που είναι σαφώς ψηλότερος από μένα...) τράβηξε τη φωτογραφία που βλέπετε στην κορυφή. Ύστερα πήγα στη σκασμένη στα γέλια Β. για να τσουγκρίσω το ποτήρι μου στην υγειά της και στην υγεία του πολύτεκνου χρόνου.

Και στην υγεία της Μαρίας βέβαια, με την ευχή όλα να της πάνε καλά στην ταξιδεμένη ζωή της. Αλλά λέω να της πω, την άλλη φορά που θα μου πάρει δώρο, αντί για παλιακές εικόνες σχολικών αιθουσών να δοκιμάσει με καμμιά καινούργια φωτογραφική μηχανή, μήπως γλυτώσω την καζούρα Ποντίων και Κρητικών αντάμα...

15/5/09

Τους νιους τρελαίνει η άνοιξη...


Για κάποιο περίεργο λόγο, όλοι λατρεύουν την άνοιξη, και ειδικά το Μάη. Πολλοί βγαίνουν την Πρωτομαγιά και μαζεύουν αγριολούλουδα, πλέκουν στεφάνια και τα κρεμάνε στις πόρτες - άλλοτε θα τα κρατούσαν μέχρι να τα κάψουν στις φωτιές του Αη-Γιάννη του Φανιστή (ή Θεριστή ή Κλήδονα). Άλλοι πλαντάζουν μέσα στα κτίρια και κοιτάζουν αναστενάζοντας τα ανθισμένα χωράφια γύρω γύρω (εδώ που βρίσκομαι έχει πολλά ανθισμένα χωράφια). Κι άλλοι λένε ότι αυτή η εποχή είναι για κάποιο λόγο πιο "ερωτική" από τις υπόλοιπες. Σε αυτή τη γραμμή κινούνται και οι πρωταγωνιστές του "Όπως σας αρέσει" του Σαίξπηρ όταν κάπου στο τέλος του έργου (πέμπτη πράξη, τρίτη σκηνή) τραγουδούν όλο χαρά:

It was a lover and his lass,
With a hey, and a ho, and a hey nonino,
That o'er the green corn-field did pass
In the spring time, the only pretty ring time,
When birds do sing, hey ding a ding, ding:
Sweet lovers love the spring.

Between the acres of the rye,
With a hey, and a ho, and a hey nonino
These pretty country folks would lie,
In spring time, the only pretty ring time,
When birds do sing, hey ding a ding, ding:
Sweet lovers love the spring.

This carol they began that hour,
With a hey, and a ho, and a hey nonino,
How that a life was but a flower
In spring time, the only pretty ring time,
When birds do sing, hey ding a ding, ding:
Sweet lovers love the spring.

And therefore take the present time,
With a hey, and a ho, and a hey nonino;
For love is crowned with the prime
In spring time, the only pretty ring time,
When birds do sing, hey ding a ding, ding:
Sweet lovers love the spring.
Το άσμα κυκλοφορεί και στα ελληνικά ως τραγούδι με τίτλο "Βγήκε ο καλός με την καλή" σε μετάφραση Βασίλη Ρώτα (Ξένα Λυρικά, εκδ. Ίκαρος, Αθήνα 1955, σελ. 25) και μουσική Αργύρη Μπακιρτζή και έχει γίνει κάπως γνωστό από το συγκρότημα Χειμερινοί Κολυμβητές, που το τραγούδησε στο σάουντρακ της ταινίας "Μ' αγαπάς" του Γιώργου Πανουσόπουλου και πιο πρόσφατα στο δίσκο "Το πέρασμά σου". Η γνώμη μου για τις μεταφράσεις του Ρώτα είναι γενικώς η χείριστη, αλλά μια και οι στίχοι (Σαίξπηρ-Ξεσαίξπηρ) δεν διεκδικούν και φοβερές δάφνες ποιότητας (hey ding a ding a ding...), η κάπως "τραλαλά" μετάφραση μάλλον αποδίδει το γενικό κλίμα κι έτσι δράττομαι της ευκαιρίας να τους παραθέσω με χάι και χο και και χάι και τριαλαλό:
Βγήκε ο καλός με την καλή,
με χάι και χο και χάι και τριαλαρό,
στην καταπράσινη εξοχή,
τον Μάη τον πιο όμορφο καιρό για δυό,
που όλο το λέν', μάνα μ', το λέν', το λένε τα πουλιά,
τους νιους τρελαίνει η Άνοιξη η γλυκειά.

Μες στα γρασίδια τα πυκνά,
με χάι και χο και χάι και τριαλαρό,
ξάπλωσε ο νιος κι η κοπελιά,
τον Μάη τον πιο όμορφο καιρό για δυό,
που όλο το λέν', μάνα μ', το λέν', το λένε τα πουλιά,
τους νιους τρελαίνει η Άνοιξη η γλυκειά.

Πιάσαν ευθύς σκοπό γλυκύ,
με χάι και χο και χάι και τριαλαρό,
πως ειν' εν' άνθος η ζωή,
τον Μάη τον πιο όμορφο καιρό για δυό,
που όλο το λέν', μάνα μ', το λέν', το λένε τα πουλιά,
τους νιους τρελαίνει η Άνοιξη η γλυκειά.

Γι' αυτὸ μη χάνετε καιρό,
με χάι και χο και χάι και τριαλαρό,
η αγάπη αξίζει στον ανθό,
τον Μάη τον πιο όμορφο καιρό για δυό,
που όλο το λέν', το λεν', το λέν', το λένε τα πουλιά,
τους νιους τρελαίνει η Άνοιξη η γλυκειά.
Ωστόσο, μέσα σε όλη αυτή τη χαρά και την παραζάλη του Μαΐου, οφείλω να δηλώσω για πολλοστή φορά παράφωνος. Δεν λατρεύω την άνοιξη, και ειδικά το Μάιο σχεδόν δεν τον αντέχω. Δεν φταίει μόνο ότι μου είναι αρκούντως ξένη η λατρεία του κάθε στίχου του Σαίξπηρ. Δεν είναι καν η αίσθηση ότι η ερωτική επιθυμία μπορεί να υφίσταται εκτός Μαΐου και μάλιστα σε δωδεκάμηνη βάση, όπως επισημαίνουν και οι στίχοι μιας ρίβας (μαντινάδας, στα κρητικά) που έλεγε παιχνιδιάρικα ο παππούς μου, όταν τον είχαν πάρει κάμποσο πια τα χρόνια:

Να ΄μουν το Μάη γάδαρος, τον Αύγουστο κριάρι
όλο το χρόνο κόκκορας και γάτης το Γενάρη


Πάνω απ' όλα, είναι αυτή η ανυπόφορη αίσθηση ότι μια μικρή βόλτα στα ανθισμένα χωράφια, ένα κοίταγμα από το ανοιχτό παράθυρο, μια βαθιά εισπνοή καθαρού, φρέσκου, ανοιξιάτικου αέρα, είναι ικανή να σε φέρει σε επαφή (και πώς να μη σε φέρει;) όχι μόνο με το πνεύμα της άνοιξης αλλά και με την υλική, απτή μορφή της: αυτή την αναθεματισμένη γύρη που εισβάλλει στο ανοσοποιητικό σου σύστημα, επάγει μια απείρως δυσανάλογη απόκριση, και σε στέλνει με μάτια δακρυσμένα, ρουθούνια βουλωμένα, διαρκές φτάρνισμα και ασθματικό βρογχόσπασμο στο πλησιέστερο φαρμακείο για αντιισταμινικά και αντιασθματικά. Έτσι, μακριά κι αλάργα και η καταπράσινη εξοχή και τα γρασίδια τα πυκνά (θου Κύριε...). Όσο για την ερωτική επιθυμία, άλλοι κλαίνε και ξαγρυπνούν για την αγαπημένη τους κι άλλοι για τους κόκκους της γύρης - ξάγρυπνος και νυσταλέος και με τις μύξες να τρέχουν, δεν είσαι και ό,τι πιο ερωτικό κυκλοφορεί στο σύμπαν, ε;

Χρόνια και χρόνια τέτοιας "συμπεριφοριστικής" εκπαίδευσης με έχουν πείσει ότι όταν μπαίνει ο Μάης, η καλύτερη τοποθεσία να ζει κανείς είναι στα πέριξ της Ομόνοιας ή στην Κυψέλη (με κομμένα τα δέντρα στα παρκάκια, δήμαρχε). Ατυχώς στην Κρήτη είναι δύσκολα τα πράγματα, ειδικά άμα είσαι αλλεργικός στη γύρη της ελιάς (καλή ώρα) οπότε δεν υπάρχει σε ολόκληρο το νησί ένα μέρος να κρυφτείς. Κάνεις ό,τι μπορείς όμως, κρατάς κλειστά παράθυρα, αποφεύγεις την έκθεση, μουσκεύεις τα μαλλιά και αλλάζεις μαξιλαροθήκες συνεχώς, αδειάζεις κολλύρια και σπρέι και εισπνεόμενα, και πάνω απ' όλα, περιμένεις. Γιατί κάθε μέρα που περνάει, ο Μάης οδεύει προς το τέλος του - ήδη έφτασε στη μέση. Και μόλις μπει ο Ιούνης θα έχει φτάσει προς το τέλος του ο κύκλος της ανθοφορίας και μια μέρα θα κοιμηθείς σαν άνθρωπος και θα ξυπνήσεις σαν άνθρωπος και θα δεις τον κόσμο με άλλο μάτι (χωρίς τσίμπλες), και μια και δε θα χρειάζεται να κάνεις άλλο το γάιδαρο, θα περάσεις στο στάδιο του κόκκορα μέχρι τον Αύγουστο που θα κάνεις το κριάρι (λέμε τώρα...) και θα σκέφτεσαι με ηδονή τα μαγιάτικα στεφάνια που θα καίγονται λυτρωτικά στις φωτιές με το θερινό ηλιοστάσιο, άνοιξη τέλος, μπορείς να πάρεις ανάσα.

Αλλά μέχρι τότε, καλύτερα να πηγαίνεις στη θάλασσα - με σκάφος, χωρίς σκάφος, όπως να 'ναι. Εκεί δεν φυτρώνουν λουλούδια και γυρεόκοκκοι, κι όσο για το χάι και χο και χάι και τριαλαλό όλο και κάτι μπορεί να παίζει.


ΣΣ. Τη φωτογραφία καννιβάλισα από το ιστολόγιο του Seagull (http://seagullstefanos.blogspot.com/2008/05/blog-post.html) και τη φράση περί της λατρείας κάθε στίχου του Σαίξπηρ από το "Αυτοβιογραφικό δοκίμιο" του Μπόρχες. Η ρίβα/μαντινάδα κυκλοφορεί πανελληνίως με μικροπαραλλαγές, στην Ικαρία πάντως ο γάιδαρος είναι γάδαρος και ο γάτος είναι γάτης (ή και κάτης). Για τους Χειμερινούς Κολυμβητές μπορείτε να διαβάσετε πολλά και ωραία εδώ, προσωπικώς τους συστήνω ανεπιφύλακτα (είναι και της εποχής μου, καταλαβαίνετε...).

12/5/09

"... περίσσια μου το Μάη"


Όπως καθόμασταν στο καφενείο, μπροστά στο τζάκι, θυμήθηκε η Μαρίστρα μια ιστορία που της έλεγε η συχωρεμένη η γιαγιά της στη Γαρίπα και μας τη διηγήθηκε. Ήτανε, λέει, μια φορά, Μάη μήνα, κάμποσοι άντρες και κουβεντιάζανε στο καφενείο και έλεγε ο καθένας τα παράπονα που είχε από τη γυναίκα του. Άλλη θύμωνε κι έβαζε τις φωνές, άλλη μουρμούραγε όλη την ώρα, άλλη εκείνο, άλλη το άλλο... Μόνο ένας καθόταν παράμερα και δε μιλούσε. "Εσένα τι σου κάνει;" τον ρώτησαν κάποια στιγμή. "Τίποτα", απάντησε αυτός, "κανένα παράπονο δεν έχω". Οι άλλοι όμως δεν τον πίστευαν, και του λένε "Για πήγαινε στο σπίτι κι άναψε φωτιά στο τζάκι τώρα που κάνει ζέστη, να δεις τι θα σου πει".

Πάει αυτός σπίτι του, κόβει ξύλα, τα βάζει στο τζάκι, ανάβει φωτιά, γίνεται ο κόσμος άνω κάτω από την κάπνα και την πυρά, και περιμένει τη γυναίκα του να δει τι θα κάνει. Έρχεται κι εκείνη στο σπίτι, κάθεται δίπλα του μπροστά στο τζάκι, και του λέει ήσυχα ήσυχα:

- Καλή είναι άντρα μου η φωτιά, χειμώνα καλοκαίρι, περίσσια μου το Μάη.

Δεν άντεξα στον πειρασμό να ρωτήσω τη Μαρίστρα ποιο μέρος βγάζει τέτοιες υπομονετικές γυναίκες (γιατί δεν έχω συναντήσει και πολλές) και μου είπε όλο χαρά:

- Η Γαρίπα!

Αλλά μετά το ξανασκέφτηκε και το διόρθωσε λίγο:

- Δηλαδή, έβγαζε παλιά...

Και γέλασε με ένα γελάκι πονηρό.


Σ.Σ. "περίσσια μου το Μάη" φαντάζομαι θα σημαίνει "μα πιο πολύ το Μάη" ή κάτι τέτοιο, και μια και είναι της εποχής είπα να το αναρτήσω... Η αφήγηση λαμβάνει χώρα στο καφενείο όπου τελειώνει η προηγούμενη ανάρτηση. Η Γαρίπα βρίσκεται στην περιοχή Μονοφατσίου, προς τα νοτιοανατολικά της πεδιάδας της Μεσαράς στο Ηράκλειο - από εκεί κατάγεται υπερηφάνως η Μαρίστρα μας. Δεν ξέρω για τις γυναίκες, αλλά το τυρί και το κρασί που βγάζει είναι εξαιρετικά, ειδικά για ιστιοπλοϊκές εξορμήσεις.

Η φωτογραφία της φωτιάς είναι από την πρώτη χρήση ενός τζακιού στον Εύδηλο της Ικαρίας, το Πάσχα του 2008. Δεν έχει σχέση με τα παραπάνω, αλλά αν δεν παινέψεις το σπίτι σου... (κυριολεκτικά, ενίοτε).

4/5/09

Τραχουλίτες


Άμα το πράγμα κυλάει στο αίμα σου, που λένε, δεν τη γλυτώνεις με τίποτα. Πέμπτη βράδυ έφτασα στην Κρήτη, Παρασκευή πρωί άρχισα τις επαφές για να δω αν υπήρχε προγραμματισμένο ιστιοπλοϊκό γεγονός για το Σαββατοκύριακο. Υπήρχε - ο σκληρός πυρήνας των παλιών μου συμμαθητών της Συντρίμ Τημ και της ομάδας Χύμα στο Κύμα συμμετείχε εκ νέου στη σχολή προχωρημένων του Ι.Ο.Η., και φυσικά δεν αντιστάθηκα στον πειρασμό να εμφανιστώ ως λαθρεπιβάτης το πρωί του Σαββάτου στη Μαρίνα. Η Ξανθίππη, το άρτι αποκτηθέν δικάταρτο του Νώε, λικνιζόταν αμέριμνη στα νερά. Πάνω της λικνίζονταν εξίσου αμέριμνοι η Μανταλένα, η Μαρίστρα, ο Νέτος, ο Ίμερος και μερικοί άλλοι ψιλογνωστοί ή ψιλοάγνωστοι. Φιληθήκαμε και ανταλλάξαμε νέα και αστεία. Κάποια στιγμή σαλπάραμε - τότε σκέφτηκα ότι κάποιος έλειπε.

- Πού είναι ο Λάζαρος;
- Έχει πάει στον Τράχουλα για αναρρίχηση. Θα πάμε κι εμείς αύριο, θες να 'ρθεις;

Το να κάνω αναρρίχηση είναι στις προτεραιότητές μου πιο κάτω ακόμα και από το να κάνω δίαιτα - πάααρα πολύ χαμηλά. Θεώρησα σκόπιμο να ζητήσω μερικές επιπλέον πληροφορίες.

- Where is Trafoulas? ρώτησα με φωνή Αμερικάνου τουρίστα που κακόπεσε άσχημα.
- Εκεί που είμασταν πέρσι όταν εσένα σε στείλαμε στο Αγιοφάραγγο.

Άουτς. Αυτό πόνεσε. Είχα περιγράψει την αντίστοιχη εμπειρία τότε σε μια ανάρτηση για προφανείς ψυχοθεραπευτικούς λόγους, αλλά βαθιά μέσα μου η φωτιά σιγόκαιγε ακόμα. Η αναρρίχηση ανέβηκε δυο-τρεις θέσεις και σχεδόν έφτασε τη δίαιτα. Το πράγμα ήταν σοβαρό.

- Φυσικά και θα έρθω, είπα. Θα το πω και σε φίλους.

Ειδοποίησα τη φίλη μου την Ε., που ψοφάει για εξοχές και σκαρφαλώματα (εγώ πάλι καθόλου...) με ένα μεσοπέλαγο SMS ότι θα πάμε στον Τράφουλα την Κυριακή. Μου απάντησε κάπου μέσα στην παράταση του τελικού του Κυπέλλου, αργά το βράδι, ότι το μέρος λέγεται Τράχουλας και ήδη είχε κανονίσει να πάει εκεί με κάτι ορειβάτες φίλους, μερικοί εκ των οποίων είχαν κατασκηνώσει από την Παρασκευή και την περίμεναν. Συμπεριλαμβανομένου και του Λαζάρου. Δώσαμε ραντεβού επιτόπου και έκλεισα βιαστικά πριν αρχίσουν να εκτελούνται τα πέναλτι.

Οι ιστιοπλόοι φτάσαμε νωρίτερα από τους ορειβάτες - ο Νέτος είναι ειδήμων στα γεωγραφικά συστήματα πληροφοριών και είχε εφοδιάσει το GPS του με χάρτες αρκετά λεπτομερείς που να περιέχεται και ο τελευταίος χωματόδρομος της Κρήτης. Οι άλλοι που πήγαιναν με το συμβατικό χάρτη έκαναν πολύ μεγαλύτερη διαδρομή όσο εμείς ακούγαμε το μηχανηματάκι να λέει "σε τριακόσια μέτρα στρίψτε αριστερά και οδηγήστε έξι χιλιόμετρα". Κάποια στιγμή ο δρόμος τελείωσε. Βρήκαμε μερικά αυτοκίνητα παρκαρισμένα δίπλα σε μια ταμπέλα που έγραφε "Μην παρκάρετε εδώ, είναι parking". Κοίταξα γύρω γύρω - δεν υπήρχε κανένα οίκημα. Προφανώς κάποιος έκανε πλάκα, οπότε παρκάραμε μαζί με τους άλλους και αρχίσαμε να κατηφορίζουμε το Στενό Φαράγγι. Για την ακρίβεια, κατηφορίσαμε το μονοπατάκι που βγάζει κοντά στην έξοδο του φαραγγιού, κουβαλώντας τα νερά και τους φραπέδες, τα υπόλοιπα ντολμαδάκια και κοτόπουλο και κρασί και τυρί (ευχαριστούμε, Μαρίστρα μας) που είχαμε αφήσει από την προηγούμενη ιστιοπλοϊκή μέρα, τις φωτογραφικές μηχανές και τις τσάντες με τα μαγιώ και τις πετσέτες. Περπατήσαμε λιγάκι ανάμεσα στις πικροδάφνες και βγήκαμε στην παραλία που ξεφύτρωνε δίπλα στα κάθετα βράχια.

Είχε κάμποσο κόσμο. Βρήκα διάφορους γνωστούς σπό το Ηράκλειο, καθώς και μερικές παρέες ξένων. Κάποιοι είχαν κρεμάσει αναρριχητικά σχοινιά στους βράχους και δοκίμαζαν τις δυνάμεις τους. Το σημείο έχει κάμποσες κλασικές αναρριχητικές διαδρομές, που οι παλιότεροι επισκέπτες είχαν βαφτίσει με ευφάνταστες ονομασίες όπως "Η κόψη των αγνώστων" που φαίνεται στην κορυφή της ανάρτησης, το "Αλήθεια για πραγματικότητα" και μερικά άλλα. Κάναμε μπάνιο, οι πιο τολμηροί και αναρρίχηση. Όχι εγώ, βέβαια. Ήρθαν οι υπόλοιποι αναμενόμενοι, και η Ε. με τους φίλους και το σκύλο της - την αγαπημένη μου Λάιλα. Μάτια που δε βλέπονται γρήγορα λησμονιούνται και η σκυλίτσα με αγνόησε γρήγορα αυτή τη φορά. Άλλωστε είχε άλλα σκυλάκια να παίξει, σαν εκείνα τα δύο που κρατούσε το ζευγάρι των ξένων που λιαζόταν παραδίπλα. Κάμποσες ώρες αργότερα, αφού είχαμε γίνει μια μεγάλη παρέα και τα ντολμαδάκια μια γλυκειά ανάμνηση, όσοι δεν ήταν κρεμασμένοι σε σχοινιά αποφάσισαν να εξερευνήσουν το Στενό Φαράγγι. Πλην Λακεδαιμονίων βέβαια, όπως το παλληκάρι που ανέλαβε φιλότιμα να κρατήσει τη Λάιλα (που είχε χτυπήσει το πόδι της στους βράχους) για να μην ακολουθήσει την κυρία της στο φαράγγι και χειροτερέψει, και το άλλο παλληκάρι (γεροντοπαλλήκαρο...) που παριστάνει το blogger και προφασίστηκε αφιλότιμα ότι έχει αλλεργία για να μην τρέχει εκατό κιλά άνθρωπος στα βουναλάκια με τα τζόβενα.

Σοφή επιλογή. Ξάπλωσα αμέριμνος στα βοτσαλάκια κοιτάζοντας τα σύννεφα που πύκνωναν σιγά σιγά στον ουρανό και σκεπτόμενος τους αναρριχητές που ξέρω και μερικούς άλλους για τους οποίους είχα ακούσει ιστορίες παλιά αλλά δεν έτυχε να γνωριστούμε. Πάντα είχα ένα είδος δέους γι' αυτή την περίεργη φυλή που δοκιμάζει τις αντοχές της απέναντι στη βαρύτητα. Το άλλο παλληκάρι (το νέο) ήρθε και άραξε δίπλα, είπαμε δυο τρεις χαλαρές κουβέντες. Κάποια στιγμή εμφανίστηκε η γυναίκα του ζευγαριού με τα σκυλιά, κρατώντας τον ένα σκύλο, τον πιο μικρό. Πρόσεξα ότι φορούσε άλλα ρούχα, θυμήθηκα όμως ότι τους είχα δει να φεύγουν νωρίτερα, μαζεύοντας τα πράγματά τους από την παραλία. Σκέφτηκα ότι θα είχαν κατασκηνώσει σε κάποιο κρυμμένο σημείο. Πιάσανε κουβέντα με το άλλο παλληκάρι, μιλούσε λίγο στραμπουληγμένα ελληνικά με γερμανική προφορά. Κάποια στιγμή τον ρώτησε πότε είχαμε έρθει και αν θα μέναμε. Της είπε ότι οι πιο πολλοί ήρθαμε σήμερα, αλλά μερικοί από την Παρασκευή και ότι θα φεύγαμε όλοι σε λίγο. Ύστερα τη ρώτησε αν εκείνοι ήταν εκεί πολλές μέρες.

- Είκοσι χρόνια, απάντησε η γυναίκα.

Φαντάστηκα ότι ως ξένη δεν θα κατάλαβε καλά την ερώτηση και έσπευσα να διευκρινίσω:

- Όχι στην Κρήτη, εδώ στην παραλία πόσο καιρό είστε.
- Είκοσι χρόνια
, επανέλαβε. Να, αυτό είναι το σπίτι μου, κι έδειξε προς τις σπηλιές που σχηματίζονταν ανάμεσα στα κάθετα βράχια.

Κάτι σαν έκλαμψη μνήμης μου ήρθε, από κάποιο άρθρο που είχα διαβάσει παλιά στο Γεωτρόπιο ή σε κάποιο άλλο περιοδικό. Τη ρώτησα με τι ασχολείται, μου είπε ότι ζωγράφιζε. Το "ατελιέ" της ήταν μια άλλη σπηλιά, κοντά στο "σπίτι". Της είπα ότι είχα διαβάσει για εκείνην κάπου - δεν της έκανε εντύπωση. Μιλήσαμε κάμποση ώρα, βρεθήκαμε να έχουμε κοινούς γνωστούς, και στις πεινασμένες ερωτήσεις μας για την καθημερινότητά της απάντησε με λεπτομέρειες, αν και στις ερωτήσεις για το πώς και το γιατί βρέθηκε εκεί δεν απάντησε καθόλου. Είπε μόνο ότι όταν ήρθαν εκεί, ήταν εικοσιδύο χρονών. Όχι μόνη, με τον άντρα της. Είχαν δύο σκυλιά και πότε πότε ερχόταν και μία γάτα. Σκέφτηκα ότι είμαστε περίπου συνομίληκοι, ότι στο σχολείο μπορεί να είμασταν συμμαθητές. Είκοσι χρόνια.

Είναι Γερμανίδα, τη λένε Στέφανι, ζωγραφίζει και φτιάχνει μικροαντικείμενα, τα οποία διαθέτει μέσω internet πλέον. Κάθε δυο μέρες ανεβαίνουν το φαράγγι, πηγαίνουν στον Κρότο ή και πιο πέρα, ακόμα και στο Ηράκλειο, παίρνουν νερό και διάφορες προμήθειες, γυρίζουν. Το χειμώνα τα κύματα σκάνε με δύναμη και τα βότσαλα που χτυπάνε κάνουν ένα θόρυβο που δεν αντέχεται, είπε. Όλη μέρα κι όλη νύχτα. Πότε πότε έρχεται κόσμος, αναρριχητές, τουρίστες, περαστικοί. Τα πρώτα χρόνια έβλεπες δυο-τρεις ανθρώπους όλο το καλοκαίρι. Τώρα έρχονται κάμποσοι, αν και οι αναρριχητές προτιμούν πια το Αγιοφάραγγο. Τι άλλο έχει αλλάξει; Ο καιρός. Είναι κάπως παράξενος τα τελευταία τρία-τέσσερα χρόνια, άστατος. Επηρεάζει και τη βλάστηση, κάποτε χάνεται το θρούμπι και το φασκόμηλο, άλλοτε οι ασπάλαθοι. Μετά ξαναγυρίζουν, ίσως. Έχει πιο πολλές ζεστές μέρες τώρα, όχι όμως πιο ζεστές από άλλοτε.

Οι εξερευνητές του φαραγγιού γύρισαν, η Ε. ήρθε τρέχοντας να μας πει πόσο καταπληκτικά ήταν και η Λάιλα έτρεξε να την προϋπαντήσει. Η Στέφανι μας αποχαιρέτησε μαζί με το σκύλο της, ύστερα κάναμε ένα πηγαδάκι και τους είπαμε τη δική μας ανακάλυψη. Οι αναρριχητές, τακτικοί επισκέπτες του τόπου, ήξεραν την ιστορία και επιβεβαίωσαν όλα τα απίστευτα στοιχεία της. Ερημίτες. Ή μάλλον, Τραχουλίτες. Κάποιος μουρμούρισε για την ταμπέλα "πάρκιγκ" που είχαν κρεμάσει στην είσοδο του φαραγγιού. Δεν ήταν πλάκα, τελικά.

Φύγαμε υπό απειλητική νέφωση λίγο πριν πέσει η νύχτα. Το γεροντοπαλλήκαρο ανέβηκε ασθμαίνοντας την ανηφόρα, μετανιώνοντας για την αμέλειά του να κουβαλήσει μαζί το σπρέι για το άσθμα και για τα τελευταία σαράντα από τα εκατό κιλά του. Έφτασα κάθιδρος στο "πάρκιγκ" υπό τις απειλητικές σταγόνες της λασποβροχής και τις ενθαρρυντικές κραυγές της Ε. που με περίμενε στην κορυφή και χώθηκα στο αμάξι της Μαρίστρας μουρμουρίζοντας συγγνώμη για την καθυστέρηση. Οι άλλοι σήκωσαν τους ώμους - σιγά τα λάχανα. Ξεκινήσαμε ως κονβόι, αλλά το GPS είχε μείνει από μπαταρία και περιπλανηθήκαμε κάμποσο στα Αστερούσια μέχρι να βρούμε μια ταμπέλα που έλεγε "προς Ηράκλειο". Είπαμε να κάτσουμε κάπου για κάναν καφέ - οι άλλοι προτίμησαν να συνεχίσουν και το κονβόι έσπασε.

Λίγο πριν τις δέκα, μέσα σε πυκνή ομίχλη και με χοντρές σταγόνες βροχής να πέφτουν, η πόρτα ενός καφενείου στον Άγιο Θωμά άνοιξε και μπήκε μια όμορφη μελαχροινή κοπέλα με μπαντάνα παραλίας και κοντομάνικο, συνοδευόμενη από τρεις τύπους επίσης με κοντομάνικα (ο ένας με μαγιώ), εμφανώς πρόσφατα ηλιοκαμένους. Οι πελάτες και οι πελάτισσες έπαιζαν χαρτιά, η τηλεόραση έπαιζε τον τελικό του φάιναλ-φορ στο μπάσκετ. Το τζάκι έκαιγε στο βάθος, ο Νέτος (με το μαγιώ) προτεινε να κάτσουμε κοντά. Παραγγείλαμε ρακή - ο καφετζής διευκρίνισε "τσικουδιά" και έφερε το καραφάκι μαζί με παξιμάδι, ελιές, τυρί, κουκιά φρέσκα ωμά και αυγό απ' το Πάσχα.

Τσουγκρίσαμε τα ποτηράκια μας και ευχηθήκαμε ο ένας στον άλλο καλά ταξίδια.


Stephanie Strassner "Voyage", 50x70 cm, Acryl/Paper
© Copyright - Stephanie Strassner

Σ.Σ. Ελπίζω πως δεν παραβιάζω την ιδιωτικότητα της Στέφανι και του συντρόφου της δημοσιοποιώντας την ύπαρξή τους στο μπλογκ, καθώς είδα σε διάφορα σημεία στο Διαδίκτυο να δημοσιεύονται πράγματα για αυτούς, συμπεριλαμβανομένης της ιστοσελίδας της ίδιας της Στέφανι (http://www.strassner-art.com/) από την οποία αλίευσα το παραπάνω έργο με τίτλο "Ταξίδι" που στολίζει την ανάρτηση. Τους χαιρετισμούς που μου είπε να δώσω τους έδωσα στους ανθρώπους που έπρεπε - έχω την αίσθηση πάντως ότι κάποια στιγμή κάπου θα ξαναϊδωθούμε.

Άμα ξεκινήσεις να ταξιδεύεις, μετά δεν τελειώνεις ποτέ, μου φαίνεται.