ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

Μια ρεβυθιά στο Ηράκλειο - Λέιντεν - Λισσαβώνα - Αθήνα - πάλι Ηράκλειο


30/4/09

Προσφυγόπουλα

(συνέχεια από το προηγούμενο)


Η ενεργός κατολίσθηση στα Σπάσματα στην οποία περιέργως καταλήγει ο ανισόπεδος δρόμος πρόσβασης στον υπήνεμο μώλο. Κατά παράδοξο τρόπο τα έργα φαίνεται πως επιδείνωσαν μάλλον παρά βελτίωσαν τη σταθερότητα του εδάφους στο σημείο. Το φαινόμενο είναι εν εξελίξει, για την ώρα απλώς εκφράζω την απορία μου.

(...) Οι συναντήσεις έλαβαν χώρα κάπου έξω από τον Εύδηλο, μακριά από τα αδιάκριτα βλέμματα. Αν και δεν ρώτησα γιατί και πώς, υπέθεσα ότι η επίκαιρη (λόγω Πάσχα) έκφραση «δια τον φόβον των Ιουδαίων» ταίριαζε γάντι. Φαίνεται πως το πράγμα είχε χοντρύνει αρκετά, και με δεδομένο το χαμηλό φωτισμό και την κυκλική τοποθέτηση των καθισμάτων γύρω από το τραπέζι η πρώτη μου εικόνα ήταν ενός συνωμοτικού «Μυστικού Δείπνου». Όμως οι ομοιότητες τελείωναν εκεί - οι συνδαιτημόνες ήταν αρκετά περισσότεροι από δώδεκα-δεκατρείς και το κλίμα δεν είχε τίποτα από κατάνυξη Μεγάλης Εβδομάδας. Θύμιζε περισσότερο φοιτητική συνέλευση αυτόνομων σχημάτων παλαιότερων δεκαετιών, κι αν οι περισσότεροι δεν είχαμε πατημένα τα 40 ή και παραπάνω μπορεί και να μπερδευόσουνα μέσα στην κάπνα των τσιγάρων.

Δεδομένης της εν εξελίξει δικαστικής (και πολιτικής...) μάχης σχετικά με το θέμα του μπαζώματος (ή ευρύτερα, σχετικά με το είδος της ανάπτυξης που θέλουμε για την Ικαρία και την ποιότητα ζωής των ανθρώπων που την κατοικούν), μάλλον δεν είναι κατάλληλη η ώρα να αναφερθώ καταλεπτώς στις εσωτερικές διαφωνίες και διαμάχες της Κίνησης Πολιτών. Πολλώ δε μάλλον τη στιγμή που κάμποσοι από τους ανθρώπους με τους οποίους διαφωνώ για το δέον γενέσθαι είναι αγαπημένοι φίλοι. Μπορώ ωστόσο να πω ότι όπως συμβαίνει σε ένα σωρό άλλες εκφάνσεις του «κινηματικού» χώρου, από τοπικές συλλογικότητες μέχρι διευρωπαϊκές πολιτικές ομάδες, στους κόλπους του «κινήματος» υπάρχουν τάσεις λιγότερο ή περισσότερο «ριζοσπαστικές», λιγότερο ή περισσότερο «ρεαλιστικές». Οι λέξεις δεν είναι τυχαία εντός εισαγωγικών, δεδομένου ότι οι έννοιες που περιγράφουν είναι εντελώς σχετικές (π.χ. στα πόσα μέτρα μπάζωμα είμαστε ηθικοί νικητές, στα πόσα έχουμε συμβιβαστεί εντίμως και στα πόσα έχουμε ξεπουληθεί ολοσχερώς;). Επιπλέον, καλό είναι να έχουμε και μια συναίσθηση των μεγεθών: όσο και περισσότερα από τους Αποστόλους να είναι τα ενεργά μέλη της Κίνησης, δεν παύουν να είναι σχετικά λίγοι. Και από ένα μεγάλο μέρος της τοπικής κοινωνίας, αντιμετωπίζονται ως περίεργοι, ενοχλητικοί ή και γραφικοί.

Κι εδώ ακριβώς είναι το πρόβλημα. Η μάχη του μπαζώματος ενδέχεται να χαθεί ολοσχερώς ή (όπως είναι πιθανό εν τέλει) να περισωθεί εν μέρει ό,τι μπορεί να περισωθεί. Σίγουρα δεν μπορούν να γίνουν τα πράγματα όπως ήταν πριν, καθώς τα (μετριασμένα, για την ώρα) έργα εξελίσσονται και ίσως έχουν σχεδόν περατωθεί μέχρι να βγει η απόφαση του ΣτΕ. Σκέφτομαι ότι αυτή η ιστορία που λέγεται Κίνηση Πολιτών, που συγκροτήθηκε την τελευταία στιγμή εκ των ενόντων, αν και δεν μπόρεσε να ανατρέψει τα πράγματα, τουλάχιστον πέτυχε να μετριάσει τις συνέπειες των αρχικών καταστροφικών σχεδίων. Αλλά αν αυτή η μάχη τελειώσει (με ήττα ή έστω στρατηγική υποχώρηση ή ακόμα και με μια μικρή νίκη – ανάλογα με την οπτική γωνία από την οποία βλέπει κανείς τα πράγματα), ο αληθινός πόλεμος μόλις τώρα ξεκίνησε. Και ο πόλεμος αυτός δεν αφορά τόσο τα μπάζα – αφορά κυρίως τις συνειδήσεις των ανθρώπων.

Ακόμα κι αν προσπεράσει το λιμάνι και προχωρήσει στα ενδότερα, βλέπει κανείς σημάδια των επικείμενων δεινών: ανοιχτές χωματερές, εκατοντάδες πια παρατημένα αυτοκίνητα σε αποσύνθεση, χιλιάδες αδέσποτα κατσίκια που κατατρώγουν τη φυσική αναγέννηση της βλάστησης, άθλια κτίσματα που είναι κράματα αρχιτεκτονικού κιτς και νεοπλουτίστικης φτήνιας. Σκεφτόμουν πάντα ότι η Κίνηση θα μπορούσε να εξελιχθεί σε μια εστία αντίστασης σε αυτή τη φρίκη, κι όχι μόνο «ακτιβιστικά», αλλά πολύ πιο ουσιαστικά: συζητώντας με τους ανθρωπους που ζουν στην Ικαρία – και κυρίως ακούγοντάς τους. Ευαισθητοποιώντας τους απέναντι στις αφανείς για την ώρα συνέπειες των επιλογών που παρουσιάζονται ως «ανάπτυξη», αλλά και λαμβάνοντας υπόψιν τις ανάγκες τους ώστε να συνεχίσουν να ζουν στον τόπο και να συνεχίσει ο τόπος να ζει. Δεν ξέρω αν και πόσο είναι εφικτό αυτό, είμαι όμως σίγουρος ότι Νομάρχες, Δήμαρχοι, μελετητές και εργολάβοι θα ήταν πολύ πιο προσεκτικοί με τις επιπτώσεις των έργων τους αν ήξεραν ότι ένα μέρος του κόσμου είναι άγρυπνο και υποψιασμένο.

Όμως τώρα δεν είμαι και πολύ αισιόδοξος. Οι λίγοι άνθρωποι που με συνέπεια και επιμονή και προσωπικές θυσίες (συχνά δυσανάλογα βαριές) τράβηξαν την ιστορία της Κίνησης όλο το χειμώνα στον Εύδηλο είχαν με μια φωνή σχεδόν την άποψη «να βρούμε μια άκρη, ώστε να μας μιλάει ο κόσμος, να μην είμαστε γραφικοί». Αντίθετα αρκετοί από τους «Αθηναίους» πλειοδοτούσαν σε ριζοσπαστισμό μέχρι τέλους. Ανέξοδα, φοβούμαι.

- Γιατί ανέξοδα; αντιλέγει η αγαπημένη φίλη Μ. από δίπλα. Εμείς δεν έχουμε κόστος από την προσφυγή;

Της λέω ότι οι άλλοι χάνουν φίλους, πελάτες, κοινωνική αποδοχή σε έναν τόπο που δεν περισσεύουν οι άνθρωποι, ενώ οι «Αθηναίοι» (κι ένας κατά συνθήκη Ηρακλειώτης μαζί τους) δεν χάνουμε τίποτα.

- Κάνεις λάθος. Δεν άκουσες αυτόν που είπε ότι αν επιμείνουμε στις προσφυγή θα πρέπει να φύγουμε από το νησί;

Και συμπληρώνει με πικρία.

- Η προσφυγή θα μας κάνει, λέει, πρόσφυγες. Θα πηγαίνουμε στους Φούρνους, ή στη Χίο.

Και υψώνει το ποτήρι της στην υγεία των προσφυγόπουλων. Τσουγκρίζω και πίνω μαζί της, αλλά μέσα μου το ξέρω καλά. Όχι, καλή μου, δεν έχουμε να πάμε πουθενά. Πρέπει να μείνουμε εδώ, Καριώτες ανάμεσα στους Καριώτες, και να έχουμε μάτια κι αυτιά και στόματα ανοιχτά. Και σήμερα, και αύριο, και πάντα.

Γιατί, όπως λέει κι ο ποιητής, κανένας πόλεμος δεν τέλειωσε ποτέ.

26/4/09

Κάθε λιμάνι και καημός

Άποψη του Ευδήλου από τα ανατολικά (Απρίλιος 2009). Δεξιά ο προσήνεμος μώλος, αριστερά τα έργα κατασκευής του υπήνεμου μώλου και του ανισόπεδου δρόμου πρόσβασης. Το μπάζωμα είναι στο εσωτερικό του όρμου, δεν φαίνεται από αυτή τη γωνία.

Καλή θέληση να υπάρχει και κακές λύσεις πάντα θα βρίσκονται. Η πατρότητα της φράσης είναι του Idom, σχολιάζοντας την ανάρτηση με τίτλο "Του λιμανιού και του σαλονιού" όπου έγραφα (το Σεπτέμβριο του 2008) για τα έργα στο λιμάνι του Ευδήλου Ικαρίας. Από τότε πέρασε κάμποσος χρόνος, αλλά καθώς δεν είναι και πολύ δύσκολο να μαντέψει κανείς τις εξελίξεις στα ικαριακά πράγματα, στις περισσότερες από τις προφητείες που είχα κάνει τότε έπεσα μέσα. Θυμίζω για τυχόν μη ενήμερους αναγνώστες ότι το περασμένο καλοκαίρι στον Εύδηλο προέκυψε αρκετά ταραχώδες όταν κατέστη σαφές στο ευρύ κοινό (κάποιοι μυημένοι μάλλον το ήξεραν αλλά φαίνεται πως δεν το είχαν κάνει και βούκινο...) ότι η κατασκευή "αλιευτικού καταφυγίου" στο λιμάνι (έργο της νομαρχίας Σάμου ενταγμένο στο πρόγραμμα "Αλιεία" του 3ου Κ.Π.Σ.) θα είχε ως παράπλευρη συνέπεια το μπάζωμα του μεγαλύτερου μέρους της παραλιακής ζώνης και την επέκταση της πλατείας κατά 7-10 μέτρα (κάπου ίσως και 25) προς τη θάλασσα, δημιουργώντας διόμισι στρέμματα "νέας" γης με απροσδιόριστη χρήση.

Ένας ικανός αριθμός κατοίκων οσμίστηκε πάρκιγκ ή έναν αχρείαστο δρόμο διπλής κατεύθυνσης (προς το πουθενά) και αντέδρασε με συλλογή υπογραφών ενάντια στο μπάζωμα, λαϊκές συνελεύσεις και κινήσεις δημοσιοποίησης, συμμετέχοντας σε ένα σχήμα που ονομάστηκε εν τέλει "Κίνηση Πολιτών Ευδήλου". Στην ανάρτηση που είχα κάνει τότε για το θέμα παρουσίασα κάποιες όψεις της αντιπαράθεσης, όπως τουλάχιστον τις αντιλαμβάνομαι εγώ. Έκτοτε το παρακουλούθησα κάπως ευκαιριακά (αναγκαστικά, λόγω απόστασης) και τώρα προσπαθώ να μαζέψω εδώ κι εκεί πληροφορίες για το πώς εξελίχθηκαν τα πράγματα. Δεν ισχυρίζομαι ότι αυτά που σας μεταφέρω εδώ είναι η αντικειμενική αλήθεια (αν υπάρχει κάτι τέτοιο), πάντως προσπαθώ να χρησιμοποιήσω όλες τις διαθέσιμες πηγές και να μην αναπαράγω επιλεκτικά μόνο τις απόψεις που με βρίσκουν πιο σύμφωνο.

Το καλοκαίρι πέρασε με αναγνωριστικές μάλλον αψιμαχίες. Από τη μια η πλειοψηφούσα στο Δήμο Ευδήλου παράταξη, προσκείμενη στο Κόμμα (μιλώντας για Ικαρία, ένα είναι το Κόμμα...), ομού μετά της Νομαρχίας (ΠΑΣΟΚ με υποστήριξη και ΣΥΝ) που δημοπράτησε το έργο, κι από την άλλοι οι της Κίνησης Πολιτών, ένα κάπως ετερόκλητο μίγμα ανθρώπων με μια ad hoc οικολογική ευαισθησία που τους συσπειρώνει γύρω από το θέμα του μπαζώματος και δεν προτάσσει κάποια σαφή ένταξη (αν και κάποια μέλη της που γνωρίζω σίγουρα έχουν τις προτιμήσεις τους στον ευρύτερο αριστερό χώρο). Το πράγμα περιπλέχθηκε λιγάκι πολιτικά όταν ο καλοκαιρινός επισκέπτης κ. Τσίπρας τάχθηκε εμμέσως πλην σαφώς εναντίον του μπαζώματος. Περίπου την ίδια εποχή δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα ΑΥΓΗ ένα άρθρο του Νίκου Μπελαβίλα, αρχιτέκτονα-πολεοδόμου στο ΕΜΠ, που τασσόταν επίσης εναντίον. Αμφότεροι κατέστησαν άμεσα στόχος της κριτικής του Δημάρχου Ευδήλου, Στέλιου Σταμούλου, που καταφέρθηκε εναντίον τους σε δηλώσεις του στο Ριζοσπάστη. Δε μπορώ να μην επισημάνω το γεγονός ότι σύμφωνα με την υφέρπουσα λογική ορισμένων, ο Μπελαβίλας εκτός από υποψήφιος βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ στο νομό το 2006 (ένα το κρατούμενο) είναι και εξ' αγχιστείας Σαμιώτης (δηλαδή διπλά ύποπτος...). Η μπάλα φυσικά πήρε και τον Τσίπρα και την Κίνηση Πολιτών που τα μέλη της θεωρήθηκαν συλλήβδην "συνασπιστές", ιδιότητα που στο στόμα του Δημάρχου μας αποτελεί τη χειρότερη δυνατή βρισιά, μάλλον. Με δεδομένη τη νοοτροπία του συγκεκριμένου ανθρώπου, το πράγμα ήταν αρκούντως διασκεδαστικό για τους μη εμπλεκόμενους, ειδικά μάλιστα καθώς κάμποσα από τα μέλη της Κίνησης τρέφουν για τον ΣΥΡΙΖΑ παρόμοια αισθήματα με αυτά που τρέφει και ο Δήμαρχος και κοιτάζονταν μεταξύ τους με απορία.

Μια λίγο πιο σοβαρή κουβέντα έγινε για το πόσοι υπέγραψαν τελικά τη διαμαρτυρία και τι ακριβώς υπέγραψαν και υπό ποια ιδιότητα (μόνιμοι κάτοικοι; καλοκαιρινοί κάτοικοι; τουρίστες;). Φαίνεται πάντως ότι αριθμός τους (καμιά 800αριά περίπου) δεν επηρέασε καθόλου το Δήμαρχο (άλλωστε τους δικούς του τους έχει τσιμεντωμένους, λένε), αλλά ίσως έκανε κλικ στο αυτί του Νομάρχη, που ξέρει πως για να ξαναβγεί έναντι του υποψηφίου της ΝΔ που μάλλον υπερτερεί στη Σάμο, καλόν είναι να εισπράττει μερικές παραπάνω Ικαριακές ψήφους, άρα καλύτερα να τα έχει καλά με όλους. Κάπου εκεί φαίνεται πως άρχισε μια άτυπη κουβεντούλα για τυχόν τροποποιήσεις στο αρχικό σχέδιο, ώστε η προς μπάζωμα έκταση να μειωθεί κάπως χωρίς ωστόσο να πειραχτεί η χρηματοδότηση του έργου από το (εκπνέον στο τέλος του 2008) 3ο Κ.Π.Σ. Φεύγοντας για την Κρήτη αρχές Σεπτεμβρίου, δεν είχα ιδιαίτερη εικόνα του τι ακολούθησε, εκτός από ένα σχετικό άρθρο του Μάκη Καβουριάρη και της Βάσως Κιζήλου στο τεύχος Οκτωβρίου του περιοδικού Γαλέρα (που παρά το ενδιαφέρον του δεν προσέθετε καμμιά καινούργια πληροφορία), και μια αρκούντως νηφάλια (αλλά με σαφή αντίθεση στο έργο) αποτίμηση των γεγονότων από τον Ηλία Γιαννίρη, στελέχος των Οικολόγων-Πράσινων στην ιστοσελίδα του. Ο χειμώνας πέρασε με κάπως καταλαγιασμένα τα πνεύματα, αν και σε κάποιες δημόσιες συζητήσεις στον Εύδηλο φαίνεται πως υπήρξαν αρκετές αντιπαραθέσεις (αλίευσα μια σχετική αναφορά στην τοπική εφημερίδα "Χαραυγή" της Σάμου, που πρόσκειται όπως και ο Δήμαρχος στο ΚΚΕ). Εικάζω ότι η χρονική επέκταση του προγράμματος "Αλιεία" μέχρι τον Ιούνιο του 2009 που αποφασίστηκε στα πλαίσια των μέτρων ενίσχυσης που πάρθηκαν ως απότοκο της οικονομικής κρίσης, ίσως να επέτρεψε μια πιο άνετη χρονικά διαχείριση του προβλήματος.

Το εν εξελίξει μπάζωμα (διαπλάτυνση κατ' άλλους) στην ανατολική πλευρά της πλατείας μπροστά στην Άλφα μπανκ. Τα μπλόκια έχουν τοποθετηθεί σε λάθος (;) θέση ως προς το αναθεωρημένο σχέδιο, όλως τυχαίως (;) σε βάρος της θάλασσας, κάνοντας τη διαπλάτυνση ακόμα πλατύτερη. Ορισμένοι θεωρούν ότι αυτό έγινε για τεχνικούς λόγους (για να "πατάει" καλύτερα η μπουλντόζα), άλλα οι πιο καχύποπτοι υποψιάζονται ότι τα αναθεωρημένα σχέδια είναι για τα μάτια του κόσμου και η κατασκευή προχωράει βάσει του σχεδίου "άρτζι-μπούρτζι-και-λουλάς".

Όλη αυτή την περίοδο, στην εξωτερική πλευρά του λιμανιού συνεχίζονταν τα έργα κατασκευής του υπήνεμου μώλου και του ανισόπεδου δρόμου πρόσβασης, έργων για τα οποία δεν έχει ακουστεί κιχ από κανέναν σχεδόν (εκτός ίσως από τον ταλαίπωρο μουσικοσυνθέτη Γιάννη Εμμανουηλίδη που το σπίτι του από παραθαλάσσιο βρέθηκε ξαφνικά μεσογειακό και με έναν ανισόπεδο κόμβο στο μπαλκόνι του, αλλά αυτό είναι θέμα για τραγούδι, όχι για ιστολόγιο). Μια μέρα πονηρή όμως, οι μπουλντόζες έκαναν μεταβολή και άρχισαν να ρίχνουν μπάζα στη μέσα μεριά, στα πλαίσια του διαφιλονικούμενου "αλιευτικού καταφυγίου". Από τη στιγμή εκείνη οι εξελίξεις διαδέχονταν η μία την άλλη με ραγδαίο ρυθμό. Αρχικά, σε μια "ακτιβιστικού τύπου" ενέργεια κάποιοι πήγαν και στάθηκαν μπροστά στις μπουλντόζες, προκαλώντας ένα προσωρινό σταμάτημα του μπαζώματος. Για λίγο τα έργα μεταφέρθηκαν σε κάποιο άλλο σημείο, ύστερα επανήλθαν. Τα μέλη της Κίνησης Πολιτών συνειδητοποίησαν γρήγορα ότι πρόκειται να βρεθούν προ τετελεσμένου (μπαζώματος), και μεθόδευσαν μια διαδικασία προσφυγής στη Δικαιοσύνη. Δεν είμαι σίγουρος πόσο επιτυχημένη ήταν η εν λόγω μεθόδευση, καθώς φημολογείται ότι μια προσφυγή εναντίον των περιβαλλοντικών όρων του αλιευτικού καταφυγίου και μόνον θα ήταν μάλλον εκπρόθεσμη ή απορριπτέα για τυπικούς λόγους. Αντ' αυτού προσέφυγαν (εμπροθέσμως) ενάντια σε μια Κοινή Υπουργική Απόφαση (και ακόλουθη απόφαση της Περιφέρειας Βορείου Αιγαίου) που αφορούσε όχι μόνο αυτό το έργο αλλά και μερικά ακόμα - και κυρίως τον πολυσυζητημένο ανισόπεδο δρόμο πρόσβασης. Μπίνγκο!

Ο υπό κατασκευήν ανισόπεδος εξωτερικός δρόμος πρόσβασης στον καινούργιο υπήνεμο μώλο. Αν και δυσανάλογα μεγάλος σε σχέση με το μέγεθος του οικισμού (και κακάσχημος...), θα απομακρύνει την κίνηση των αυτοκινήτων που τώρα στοιβάζονται στην πλατεία καθώς τα πλοία δένουν (κακώς) στον προσήνεμο μώλο απέναντι. Στο διαθέσιμο χώρο θα υπάρχει πάρκιγκ και υπηρεσίες του λιμανιού (αποθήκες κλπ.). Πλεονέκτημα: δεν φαίνεται σχεδόν από πουθενά στον οικισμό.

Η προσφυγή φαίνεται πως ταρακούνησε τα πράγματα πολύ περισσότερο από πενήντα ακτιβιστικές ενέργειες μαζεμένες (δείτε και σχετικό ρεπορτάζ του Σκάι με δηλώσεις του Νομάρχη και εκπροσώπου της Κίνησης). Όπως διδάσκει η προγενέστερη εμπειρία (από το λιμάνι της Νάξου μέχρι το γήπεδο του Παναθηναϊκού), το μεν Συμβούλιο της Επικρατείας έχει μια αξιοσημείωτη προϊστορία στην υπεράσπιση της συνταγματικής νομιμότητας, η δε Δημόσια Διοίκηση έχει μια επίσης αξιοσημείωτη ικανότητα να εμφανίζει προς έγκριση μελέτες και νομοθετήματα που πάσχουν πολλαπλώς. Η διάχυτη υπόνοια ότι στο συγκεκριμένο έργο οι μελέτες έγιναν στο πόδι με σκοπό να μη χαθούν τα λεφτά και να υπάρξουν απορροφήσεις κοινοτικών κονδυλίων (κάτι που μάλλον είναι κοινή πρακτική στα δημόσια έργα τουλάχιστον της επαρχίας), δημιουργεί την αίσθηση ότι δεν είναι εντελώς απίθανο το ΣτΕ να διατάξει την προσωρινή αναστολή των εργασιών μέχρι την οριστική εκδίκαση της υπόθεσης επί της ουσίας (κάπου το 2010). Ναι, αλλά ποιών εργασιών; Για το αλιευτικό καταφύγιο, για το δρόμο, ή για όλα; Επειδή κανείς δε μπορεί να προδικάσει την απόφαση (αν και η πρώτη αίτηση για άμεση διακοπή των εργασιών δεν βρήκε ανταπόκριση στο ΣτΕ), ο καθένας φρόντισε να πάρει τα μέτρα του.

Η Νομαρχία κατέστησε σαφές (προφορικά, για την ώρα...) ότι τα εν εξελίξει έργα δεν γίνονται με βάση το αρχικό σχέδιο που προέβλεπε διόμισι στρέμματα μπάζωμα, αλλά ένα αναθωρημένο σχέδιο (αμφίβολης ωστόσο, νομικής ισχύος) που προβλέπει πολύ λιγότερα και υιοθετώντας (προφορικά πάντα) ορισμένες από τις προτάσεις της Κίνησης για την ήπια χρήση του χώρου. Παράλληλα όμως, οι εργασίες συνεχίστηκαν με μεγαλύτερη ένταση, με προφανή στόχευση την ολοκλήρωση του μεγαλύτερου μέρους του έργου πριν την κρίσιμη συζήτηση στην επιτροπή αναστολών του ΣτΕ (καλού-κακού...). Από την άλλη, ο Δήμος (που μάλλον βλέπει με πολύ κακό μάτι τις επαμφοτερίζουσες κινήσεις της Νομαρχίας προς κατευνασμό της Κίνησης Πολιτών) πήρε κι αυτός τα μέτρα του: κατηγόρησε (ονομαστικά) τους 26 προσφεύγοντες στο ΣτΕ ότι επιχειρούν να μπλοκάρουν την ανάπτυξη του τόπου και μάλιστα τα έργα της προβλήτας και του δρόμου πρόσβασης (όχι ειδικά το μπάζωμα στο αλιευτικό καταφύγιο), και συγκάλεσε λαϊκή συνέλευση που έλαβε χώρα στα τέλη Μαρτίου στην πλατεία του Ευδήλου. Η λαϊκή συνέλευση εξελίχθηκε σε λαϊκό δικαστήριο, καθώς ο περισσότερος κόσμος εμφανώς φοβάται ότι αν σκαλώσει ο δρόμος θα γίνει πολύ μεγάλη ζημιά στον τόπο, και με δεδομένη την παραδοσιακή κουλτούρα ανοχής και διαλόγου που μας χαρακτηρίζει ως Καριώτες και ως Αριστερούς (χμ...), οι ατυχείς εκπρόσωποι τις Κίνησης στη λαϊκή συνέλευση προπηλακίστηκαν, και ένας απ' αυτούς (ο πρόεδρος της τοπικής ΕΛΜΕ Χρήστος Δάμαλος, καθηγητής στο Λύκειο Ευδήλου) αφενός λοιδορήθηκε από το Δήμαρχο που τον χαρακτήρισε "ανάξιο να διδάσκει τα παιδιά μας" και του πήρε το μικρόφωνο από τα χέρια, και αφετέρου γρονθοκοπήθηκε από έναν θερμόαιμο (αν και κάπως μειωμένου καταλογισμού...) υποστηρικτή των δημαρχιακών θέσεων.

Τα γεγονότα πήραν διαστάσεις τις επόμενες μέρες στα τοπικά και τα εθνικά ΜΜΕ (δείτε σχετικά άρθρα στη δικτυακή εφημερίδα του συλλόγου Κάβο Πάπας της Ικαρίας, στο δικτυακό περιοδικό Monumenta, στις εφημερίδες της Σάμου Χαραυγή και Σαμιακός Τύπος, στην Ελευθεροτυπία και το Έθνος, και προσέξτε τις αποκλίσεις στις περιγραφές και την ερμηνεία των γεγονότων ανάλογα με τις πηγές πληροφόρησης του κάθε εντύπου). Οι θέσεις της Κίνησης αναφέρονται σε ένα κείμενο που μπορείτε να διαβάσετε στο σχετικό άρθρο της Τηλεόρασης χωρίς Σύνορα. Για τη συμπεριφορά της δημοτικής πλειοψηφίας και προσωπικά του Δημάρχου, υπήρξαν αντιδράσεις και καταγγελίες από πολίτες του Ευδήλου (διαβάστε σχετική επιστολή στην Ελευθεροτυπία) και από τη διοίκηση της ΟΛΜΕ (έγγραφη καταγγελία εδώ), καθώς και σχετική κουβέντα σε ιστολόγια ικαριακής θεματολογίας, ειδησεογραφικά ή πολιτικά (δεν δίνω links διότι γράφονται και άπειρες ανακρίβειες ή βλακείες, άμα θέλετε ψάξτε τα μόνοι σας).

Από την άλλη πλευρά όμως, είναι σαφές ότι η επιχειρηματολογία της πλευράς των υποστηρικτών του έργου έχει επιφέρει καρπούς: τουλάχιστον τέσσερις από τους αρχικούς εικοσιέξι υπογράφοντες την προσφυγή δήλωσαν ότι αποσύρουν την υπογραφή τους. Μεταξύ των ανθρώπων που ζουν μόνιμα στον Εύδηλο, οι απόψεις της Κίνησης ήταν πάντα σχετικά μειοψηφικές - σήμερα είναι ακόμα χειρότερα τα πράγματα. Η δημοτική πλειοψηφία συλλέγει υπογραφές "υποστήριξης" του έργου ενόψει της διαδικασίας του ΣτΕ - ο αριθμός τους πιθανότατα υπερβαίνει τις αντίστοιχες καλοκαιρινές υπογραφές της Κίνησης, και πολλοί που είχαν τότε υπογράψει εναντίον του μπαζώματος, τώρα το προσυπογράφουν φοβούμενοι τις συνέπειες της απόφασης του ΣτΕ στο δρόμο πρόσβασης και τα λιμενικά έργα, που άπαντες θεωρούν πολύ σημαντικά.

Μέσα σε αυτό το κάπως ζοφερό κλίμα, κατέβηκα στην Ικαρία το Πάσχα και πέρασα τις μέρες μου κουβεντιάζοντας με ανθρώπους ένθεν-κακείθεν. Δεν έχω κρύψει από την αρχή ότι είμαι ενάντια στο μπάζωμα (όπως και ενάντια στην αρχή "δώστε μπετά στο λαό να φάμε όλοι από κατιτίς" που διέπει εν πολλοίς τα δημόσια έργα). Αν και έχω κάποιες παραξενιές στο θέμα του πού βάζω την υπογραφή μου (αρκετές ώστε να μην είμαι ούτε στους 800 ούτε βέβαια στους 26-4=22), έβλεπα από την αρχή θετικά την προσπάθεια της Κίνησης, καθώς είναι η πρώτη φορά που βλέπω τους συμπατριώτες μου να ξεσηκώνονται για κάτι που δεν αφορά στενά την υλική ευημερία τους (ή έστω τις θαλάσσιες συγκοινωνίες και τα κέντρα υγείας), αλλά την ποιότητα ζωής. Με αυτή την αισιόδοξη σκέψη πήρα μέρος σε δύο συνελεύσεις της Κίνησης που έγιναν στην Ικαρία αυτές τις μέρες. Αλλά έφυγα με σκέψεις πολύ πιο σκοτεινές.

(Η συνέχεια στο επόμενο)

ΣΣ. Αν θέλει κάποιος να χρησιμοποιήσει τις φωτογραφίες ας τις πάρει, αλλά με αναφορά στο παρόν ιστολόγιο παρακαλώ. Αρκτικόλεξα: ΚΠΣ = Κοινοτικό Πλαίσιο Στήριξης (παλαιότερα γνωστό ως "πακέτο Ντελόρ" και τώρα ως ΕΣΠΑ από φέτος μέχρι το 2014). ΕΜΠ = Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο. ΣτΕ = Συμβούλιο της Επικρατείας, το ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο της χώρας, ελέγχει τη νομιμότητα των πράξεων της Διοίκησης και συχνά πυκνά τις βρίσκει παράνομες... ΟΛΜΕ = Ομοσπονδία Λειτουργών Μεσης Εκπαίδευσης, το δευτεροβάθμιο συνδικαλιστικό όργανο των καθηγητών. Οι κατά τόπους ενώσεις λέγονται ΕΛΜΕ. Για τις λέξεις ΝΔ, ΠΑΣΟΚ, ΚΚΕ, ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ μάλλον δεν χρειάζεται ερμηνεία.

Και μια ιστορία από πιο παλιά, καθώς αν δε στοιχειώσει άνθρωπος λιμάνι δε στεριώνει: το ρεπορτάζ του Ριζοσπάστη για ένα θανατηφόρο ατύχημα στο λιμάνι, αρχές του 2006.

22/4/09

Η ζυγαριά (Γ. Θ. Βαφόπουλος)

Στη μια πλάστιγγα βάλε τον ήλιο,
βάλε τη θάλασσα, βάλε το τραγούδι.
Στοίβαξε όλα τα νησιά του Αιγαίου,
με τα κοχύλια των ευτυχισμένων ποιητών.
Τι άλλο μένει; Ο έρωτας. Βάλε, λοιπόν,
στην κορφή, πάνω απ’ όλα, και τον έρωτα.

Όμως η πυραμίδα τούτη της χαράς
κατακόρυφα θα μπορούσε να υψωθεί,
αν στην άλλη πλάστιγγα ακουμπούσαν
ένα μικρό αντικείμενο νοσοκομείου.


Γ. Θ. ΒΑΦΟΠΟΥΛΟΣ
«Η Μεγάλη Νύκτα και το Παράθυρο»



(Σ.Σ. Για τους φίλους που οι οικείοι τους μπαινοβγαίνουν στα νοσοκομεία τώρα τελευταία - και δεν είναι και λίγοι.)

17/4/09

Των κεκοιμημένων

Το εκκλησάκι της Υπαπαντής στο νεκροταφείο της Ακαμάτρας (17/4/2009)

Στην Ικαρία έφτασα Μεγάλη Πέμπτη πρωί. Οι γονείς μου είχαν εμφανιστεί καμμιά βδομάδα νωρίτερα, όπως πάντα. Δεν πολυβγαίνουν από το σπίτι πια και η παρουσία τους είναι μάλλον διακριτική. Πάντως ο ξάδελφός μου ο Σταμάτης που ήρθε να μας επισκεφτεί το απόγευμα της Μεγάλης Πέμπτης κουβαλώντας ένα καλαθάκι αυγά, είπε στη μάνα μου μόλις την είδε:

- Το ‘ξερα ότι ήρτες. Μου το ‘πε ο πατέρας μου.

Η φράση δεν θα είχε τίποτα το ιδιαίτερο, αν ο πατέρας του δεν είχε πεθάνει εδώ και λίγους μήνες. Ο Σταμάτης έδωσε την απαραίτητη διευκρίνιση:

- Είδα τα λουλούδια που ήφηκες στον τάφο.

Οι γονείς μου είναι σε εκείνη την ηλικία που έχουν περισσότερους συγγενείς και φίλους στον άλλο κόσμο παρά σε τούτον. Έτσι μόλις βρεθούν στην Ικαρία, πρώτα επισκέπτονται τους τεθνεώτες και μετά τους ζώντες. Η μάνα μου καταφτάνει στο νεκροταφείο της Υπαπαντής στην Ακαμάτρα φορτωμένη λουλούδια. Αφήνει τα περισσότερα στον αδελφό της, κάποια στους γονείς, εδώ κι εκεί σε άλλους συγγενείς και φίλους. Ο Γιώργος, ο πατέρας του Σταμάτη, πρώτος ξάδελφος της μητέρας μου, έφυγε όπως λένε «πλήρης ημερών», αρκετά πάνω από τα ενενήντα. Η μάνα μου άφησε σε εκείνον τα ίδια λουλούδια που άφησε και στον αδελφό της – η υπογραφή της ήταν λοιπόν αρκετά ευανάγνωστη ώστε ο Σταμάτης να καταφτάσει με τα δώρα του χωρίς να χρειαστεί να τηλεφωνήσει προηγουμένως.

Κάθε Μεγάλη Παρασκευή, οι γονείς μου μαγειρεύουν από νωρίς φακές (χωρίς λάδι) και ύστερα αρχίζουν να ετοιμάζουν τα συμπράγκαλα για την επίσκεψη στους κεκοιμημένους. Λάδι για τα καντήλια και φυτιλάκια, καρβουνάκια και λιβάνι, κάτι βούρτσες που τρίβουν τα μάρμαρα να ασπρίσουν δήθεν, κεριά για την εκκλησία. Μετά ετοιμάζουν και διάφορα σακουλάκια με αυτά που έχουν κουβαλήσει από την Αθήνα για τους ζώντες: καφέ φρεσκοκομμένο από το Λουμίδη, καραμελίτσες χωρίς ζάχαρη για τους διαβητικούς συγγενείς, σοκολατάκια για τους μη διαβητικούς. Στο τέλος ξυπνάνε με φωνές και φοβέρες τα ξενυχτισμένα παιδιά τους για να τους ανεβάσουν στην Ακαμάτρα μην τυχόν και φύγει ο παπάς και δεν προλάβουν να κάνουν τρισάγιο.

Μάταιος φόβος. Ο παπάς είναι τυπικός Καριώτης, δηλαδή Εγγλέζος στα ραντεβού του, άρα άμα σου δίνει ραντεβού στις έντεκα είναι προφανές ότι εννοεί έντεκα ώρα Γκρίνουιτς. Περιμένοντας να φτάσει έντεκα στην Αγγλία (δηλαδή μία στα καθ’ ημάς) έχουμε όλο το χρόνο να πλύνουμε τους τάφους των παππούδων, των θείων, των εξαδέλφων, των ανηψιών και μερικών ακόμα, να ανάψουμε τα καντήλια και τα θυμιατά, να μιλήσουμε με άλλους χωριανούς που κάνουν την αντίστοιχη επίσκεψη και να ανταλλάξουμε διάφορες κουβέντες, από τα χαρίσματα του συχωρεμένου μέχρι τα τελευταία νέα του χωριού.

Ο παπάς δεν είναι ακριβώς τυπικό δείγμα ιερωμένου, καθώς ξέρει ελάχιστα γράμματα και κάνει τα τρισάγια (και τις ακολουθίες) στο περίπου. Τυχόν ευλαβείς εκκλησιαζόμενοι μπορεί να έφριτταν, αλλά στο πλαίσιο της Ακαμάτρας μου μοιάζει αρκετά ταιριαστός, με το σχισμένο ράσο του και το πετραχήλι που αν το έβλεπες κάπου αλλού και όχι περασμένο στο λαιμό του μπορεί και να το πέρναγες για ξεσκονόπανο. Περνάει ανάμεσα στους τάφους ακολουθούμενος από μια γάτα που τρίβεται στα πόδια του. Ανάμεσα στα «Άγιος ο Θεός» και στα «Αιωνία ή μνήμη» σκύβει που και που και τη χαϊδεύει λέγοντας «ψι ψι ψι» και η γάτα γουργουρίζει από ευχαρίστηση. Άλλοτε πιάνει κουβέντα με τον κόσμο στη μέση μιας ψαλμωδίας.

- Εν σκηναίς δικαίων τάξαι, Σταματούλα, είντα κάμει η κόρη σου;
- Καλά είναι παπά μου.
- Ήρτε για το Πάσχα;
- Απόψε την περιμένουμε, με το βαπόρι.
- Μπράβο, καλώς να τα δεχτείτε, εν σκήταις Αβραάμ αναπαύσαι, Κύριε ελέησον.


Η μάνα μου αποσπά τον παπά από τη Σταματούλα και τον φέρνει σε εμάς. Αρχίζει ένα τρισάγιο που διακόπτεται κατά καιρούς από κουβέντες και νιαουρίσματα, η μάνα μου προσπαθεί να θυμηθεί κι άλλα ονόματα κεκοιμημένων προς μνημόνευση ξετρυπώνοντας άγνωστα ξαδέλφια που πέθαναν προπολεμικά ως βρέφη, κολλώντας ένα «και των τέκνων» στη μνημόνευση του θείου της του Κωσταντή που έφυγε κάποτε για κάρβουνα και δε μάθαμε τι απέγινε (ούτε αν απέκτησε παιδιά, αλλά αν απέκτησε και έχουν πεθάνει, να μην τα μνημονεύσουμε κι αυτά τα άγνωστα ξαδέλφια;), και ανασκαλίζοντας γενεές γενεών παππούδων και προπαππούδων επί Τουρκοκρατίας. Κάποια στιγμή ξεμένει από ιδέες και στρέφεται στον πατέρα μου λέγοντάς του «σου 'χα πει να τα γράψουμε, να μην τους ξεχάσουμε τους ανθρώπους μας» αν και μάλλον έχει θυμηθεί μεγαλύτερο αριθμό ανθρώπων από όσους τάφους πιάνει το μάτι μου γύρω γύρω. Ο πατέρας μου κουνάει το κεφάλι του με κατανόηση, πράγμα που μπορεί και να σημαίνει ότι δεν έχει ακούσει λέξη αλλά δεν θέλει να προδοθεί ότι βαριακούει, ο παπάς χαϊδεύει τη γάτα και λέει «αιωνία η μνήμη» και πάει παραδίπλα σε άλλους που περιμένουν τη σειρά τους.

Περιπλανιέμαι ανάμεσα στους τάφους για λίγη ώρα. Διαβάζω ονόματα και ημερομηνίες - ανακαλύπτω συγγένειες και αγχιστείες που δεν ήξερα. Θυμάμαι μερικούς από τα παιδικά μου καλοκαίρια εδώ, άλλοι είναι εντελώς άγνωστοι. Μερικών οι τάφοι είναι περιποιημένοι, άλλοι είναι ξεχασμένοι πια καθώς οι δικοί τους δεν ζουν πια εδώ ή ίσως δεν ζουν καθόλου. Τα γράμματα μισοσβησμένα και δυσανάγνωστα, σταυροί τραυματισμένοι από το χρόνο ή θαμμένοι ανάμεσα στα αγριόχορτα.

Αυτή την εποχή έχει ακόμα βροχές και τα χόρτα είναι πανύψηλα πιο έξω, ωστόσο μέσα στο νεκροταφείο κάποιος έχει κόψει και μαζέψει τα περισσότερα. Αυτό περιορίζει τον κίνδυνο για κανένα κακό συναπάντημα με τίποτα φίδια. Μόνο κάτι σαύρες είναι παραταγμένες στη μάντρα και κάθονται στον ήλιο για θερμορρύθμιση. Η μία έχει χάσει την ουρά της, που προφανώς έπεσε θύμα κάποιου θηρευτή. Ξαναφυτρώνει πάντως, αν και λίγο κοντόχοντρη και παράταιρη. Αναγνωρίζω το είδος – είναι αυτές με την πράσινη ουρά που ενδημούν στη Μικρά Ασία. Κοιτάζω προς τη θάλασσα στο βάθος, αλλά έχει υγρασία και δεν ξεχωρίζει από δω ούτε η μικρασιατική ακτή ούτε η Χίος.

Καταφτάνουν καινούργιοι επισκέπτες των κεκοιμημένων, γιαγιάδες, μανάδες και κάμποσα εγγόνια. Τα παιδιά παίζουν φωνάζοντας ανάμεσα στους τάφους, κάποια στιγμή μαζεύονται για το τρισάγιο και μετά σκορπίζουν πάλι. Οι γονείς μου σηκώνουν τις άδειες πια τσαντες τους και πάνε προς το αυτοκίνητο - με συμπληρωμένα τα εκατόν εξήντα τέσσερα (αθροιστικά), δεν είναι για πολλά περπατήματα πια. Αφού τελειώσαμε με τους νεκρούς, πάμε τώρα να επισκεφτούμε τους ζωντανούς, μοιράζοντάς τους φρέσκο καφέ και καραμέλες.

Η μάνα μου κοντοστέκεται και κόβει ένα ανθισμένο κλωνάρι σπάρτη – το κίτρινο λουλούδι που σε αυτά τα μέρη σημαίνει την άνοιξη. Ύστερα την προσπερνάνε τρέχοντας τα παιδάκια – πάνε να μαζέψουν λουλούδια για να στολίσουν τον Επιτάφιο.

8/4/09

Η Ίρμα η γλυκειά


Πηγαίνοντας προς τις Βούτες, έξω από το Ηράκλειο, συναντάει κανείς στη διαδρομή του το Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο στα δεξιά. Πίσω από αυτό βρίσκεται η Ιατρική Σχολή και απέναντι κάποια κτίρια της Φυσικομαθηματικής και άλλων υπηρεσιών του Πανεπιστημίου Κρήτης. Λίγο πιο πέρα βρίσκεται το Τεχνολογικό Πάρκο, μια έκταση που φιλοξενεί ένα Ερευνητικό Κέντρο (το ΙΤΕ) και κάποιες υπηρεσίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Οι εκτάσεις εκεί γύρω είναι γεμάτες ελιές (στην Κρήτη είμαστε άλλωστε...), αλλά αραιά και που εκεί δίπλα βλέπει κανείς κάτι σαν οικισμούς με απομονωμένα σπίτια εδώ κι εκεί. Οι ταξιτζήδες του Ηρακλείου ονομάζουν την περιοχή "Τα Καθηγητικά", καθώς τα περισσότερα, αν όχι όλα, από αυτά τα σπίτια ανήκουν σε ανθρώπους που είναι είτε καθηγητές του Πανεπιστημίου είτε γιατροί του Νοσοκομείου είτε ερευνητές του ΙΤΕ είτε έχουν δυο-τρεις από αυτές τις ιδιότητες μαζεμένες.

Σε ένα από αυτά τα σπίτια που έτυχε να βρεθώ κάποτε, ο ιδιοκτήτης και μόνιμος κάτοικος ήταν ένας Καθηγητής-Ερευνητής, αλλά την εποχή εκείνη βρισκόταν στο εξωτερικό οικογενειακώς για κάμποσους μήνες και στο σπίτι εφιλοξενείτο ένας μεταπτυχιακός φοιτητής του. Ο φοιτητής συντηρούσε το σπίτι (διώχνωντας και πιθανά ποντίκια-εισβολείς) και σε αντάλλαγμα ζούσε εκεί δωρεάν, πράγμα λίαν σημαντικό δεδομένου ότι ο Καθηγητής εν γένει δεν τον πλήρωνε. Για άπορος πάντως, δεν πέρναγε και χάλια, καθώς είχε συνδρομητική τηλεόραση και ευρυζωνικό internet, χώρια η προνομιακή πρόσβαση στην ομολογουμένως φροντισμένη κάβα του Καθηγητή. Κι όλα αυτά δυο βήματα από το χώρο εργασίας.

Βέβαια όλα αυτά τα προσόντα του σπιτιού δεν άφηναν ασυγκίνητους και τους συναδέλφους του μεταπτυχιακού φοιτητή, δηλαδή με την ευρεία έννοια όλους εμάς που χωνόμασταν (αντί για ποντίκια) εκεί μέσα με κάθε δυνατή ευκαιρία (κρίσιμοι αγώνες πρωταθλήματος ή champions league στη συνδρομητική τηλεόραση, αυτοσχέδια μπάρμπεκιου, διαγωνισμοί playstation). Εγώ ως ντεμέκ κουλτουριάρης υποτίθεται ότι δε βλέπω μπάλα και πήγαινα για την παρέα και στην ουσία για την κάβα. Ο καθηγητής είχε δώσει το ελεύθερο, με εξαίρεση κάποια ειδικά μπουκάλια, αλλά πρέπει να παραδεχτώ ότι συνέχισα τις παρουσίες μου ακόμα κι όταν στραγγίξαμε και το τελευταίο μπουκάλι που η μεγαλοψυχία του Καθηγητή είχε αφήσει διαθέσιμο για την πλέμπα. Σε αυτές τις αθλητικές τηλεοπτικές βραδιές ήταν που γνωρίστηκα με την άνωθεν εικονιζόμενη σκυλίτσα, που ήταν μόνιμη ένοικος του χώρου.

- Γιώργο, δικιά σου είναι; ρώτησα το μεταπτυχιακό διαχειριστή της οικίας.
- Του Καθηγητή. Βασικά αδέσποτο είναι, αλλά το περιμάζεψαν εδώ οπότε αυτό είναι το σπίτι του τώρα.
- Και πώς τη λένε;

Ο Γιώργος πήρε ένα κάπως στοχαστικό ύφος.

- Να σου πω, ρε φίλε, δεν είμαι και σίγουρος. Νομίζω ότι η γυναίκα του Καθηγητή τη φωνάζει Ίρμα, αλλά...
- Αλλά;
- Αλλά ο γιος του τη φωνάζει Ντόρις.
- Και ο Καθηγητής πώς τη φωνάζει;


Ο Γιώργος έβαλε τα γέλια.

- Να σου πω, τον ρώτησα κάποια στιγμή.
- Και τι σου είπε;
- Μου είπε ότι τη φωνάζει "σκύλε".
- Και σε ποιο όνομα ακούει;
- Σε όλα.


Η Ίρμα-Ντόρις-σκύλε ήταν απίστευτα κοινωνική, καθώς έπαιζε χαζοχαρούμενα με όποιον σκύλο ή άνθρωπο έβρισκε διαθέσιμο. Ο μαζεμένος κόσμος ήταν η χαρά της, και στις ποδοσφαιρικές μαζώξεις ξεσάλωνε. Κι επειδή βαριόταν να μένει μόνη σπίτι τον υπόλοιπο καιρό, μόλις ο Γιώργος εμφανιζόταν στη δουλειά, νάσου την από δίπλα. Φυσικά δεν τον αφήναμε να μπει στο κτίριο, αλλά έκανε παιχνίδι με όποιον πέρναγε από την πόρτα. Το πρόβλημα ήταν ότι μαρτυρούσε την παρουσία του Γιώργου επί εικοσιτετραώρου βάσεως - ακόμα κι αν δεν τον έβλεπες, ήξερες ότι κάπου εκεί γύρω είναι εφόσον έβλεπες το σκύλο. Ο φουκαράς δε μπορούσε να της κρυφτεί με τίποτα, καθώς τον ακολουθούσε όπου πήγαινε, κι όταν χρειαζόταν να κατέβει στο Ηράκλειο έπρεπε να φύγει σπινιάροντας με το αμάξι και να τρέξει σφαίρα στο δρόμο γιατί ο σκύλος τον έπαιρνε στο κατόπι τρέχοντας και μόνο μετά από κάμποσα χιλιόμετρα τρέξιμο τα παρατούσε και γύριζε σπίτι. Άμα δεν ήταν αρκετά γρήγορος ή έμπλεκε σε κίνηση, ο σκύλος έσκαγε μύτη χαρωπός στο κατάκεντρο, χιλιόμετρα μακριά από την έδρα, και αναγκαστικά έπρεπε να πηγαίνουν για ψώνια, καφέ και μπαρότσαρκα παρέα. Ευτυχώς που στα μπαρ που πήγαινε δεχόντουσαν και σκύλους.

Κάποια στιγμή όμως ο Γιώργος έφυγε, ενώ ο Καθηγητής δεν είχε επιστρέψει ακόμα. Το σπίτι έκλεισε και η Ίρμα-Ντόρις-σκύλε έμεινε για λίγο μετέωρη ανάμεσα στο άδειο σπίτι με το γεμάτο πιάτο (είχε κανονιστεί να την ταΐζει μια κοπέλα) και στο πολυπληθές ερευνητικό κέντρο δίπλα. Όπως ήταν αναμενόμενο προτίμησε την πολυκοσμία από τη μοναξιά. Έτσι, εδώ και λίγο καιρό έχει εγκατασταθεί στο πάρκιγκ μας κι έχει γίνει κάτι σα μασκώτ. Μας υποδέχεται όταν ερχόμαστε και μας αποχαιρετά όταν φεύγουμε, φέρνει καμμιά φορά την παρέα της (κάτι κακόμοιρα αρσενικά που τη μυρίζουν αδίκως, καθότι στειρωμένη) και ψοφάει για παιχνίδι. Ειδικά αν στην παρέα σκάσει μύτη η Γιούμα, η σκυλίτσα της κοπέλας που έχει αναλάβει το τάισμά της, δεν κρατιέται με τίποτα.

Έχω αναφέρει στο παρελθόν ότι δεν είμαι ιδαιτέρως ζωόφιλος, πολλώ δε μάλλον σκυλόφιλος. Με την εξαίρεση της Λάιλας, ενός μικροσκοπικού σκύλου που κάποτε πηγαινόφερνα στο Ηράκλειο και συμπαθιόμαστε τόσο που όποτε με βλέπει κατουριέται πάνω της (εγώ πάλι όχι, κρατιέμαι...), δεν έχω ιδιαίτερες τετράποδες φιλίες. Όμως για την Ίρμα-Ντόρις-σκύλε το σκέφτομαι κάπως. Ίσως γιατί τις προάλλες που είχαν σκάσει μύτη παρεούλα με τη Γιούμα και με τη Λάιλα, περιμένοντας τις αφεντικίνες να σχολάσουν, τις έβλεπα να παίζουν ακατάπαυστα και σκεφτόμουν ότι οι άλλες δύο έχουν κάποιον να ασχολείται μαζί τους, ενώ η Ίρμα παρότι είναι σχετικά ασφαλής εδώ είναι ημιαδέσποτη. Ίσως πάλι γιατί έχει αυτή την ονοματοδοτική σύγχιση που μπερδεύει κάπως τα πράγματα, τουλάχιστον από τη σκοπιά των ανθρώπων.

Πριν λίγο σκέφτηκα να βγω λίγο έξω να τη φωνάξω - αλλά πώς; "Σκύλε" μάλλον, καλύτερο μου φάνηκε. Αλλά όταν βγήκα παραδόξως δεν ήταν εκεί.

Μετά θυμήθηκα ότι σήμερα εμφανίστηκε κάπως απρόσμενα ο Γιώργος. Και αντιλήφθηκα ότι όπου και να βρισκόταν, η Ίρμα η γλυκειά μάλλον θα έτρεχε πίσω του, ως συνήθως.


Σ.Σ. "Η Ίρμα η γλυκειά" είναι στη μνήμη μου ως τραγούδι με την Έλλη Λαμπέτη, από το ομώνυμο θεατρικό έργο που έχει γίνει και ταινία με τη Σίρλεϊ ΜακΛέιν. Η φωτογραφία της Ίρμας-Ντόρις-σκύλε είναι από ένα περσινό σερπράιζ-μπάρμπεκιου και την έχει τραβήξει μάλλον η Ντ.Μ., αν θυμάμαι καλά.