ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

Μια ρεβυθιά στο Ηράκλειο - Λέιντεν - Λισσαβώνα - Αθήνα - πάλι Ηράκλειο


17/4/09

Των κεκοιμημένων

Το εκκλησάκι της Υπαπαντής στο νεκροταφείο της Ακαμάτρας (17/4/2009)

Στην Ικαρία έφτασα Μεγάλη Πέμπτη πρωί. Οι γονείς μου είχαν εμφανιστεί καμμιά βδομάδα νωρίτερα, όπως πάντα. Δεν πολυβγαίνουν από το σπίτι πια και η παρουσία τους είναι μάλλον διακριτική. Πάντως ο ξάδελφός μου ο Σταμάτης που ήρθε να μας επισκεφτεί το απόγευμα της Μεγάλης Πέμπτης κουβαλώντας ένα καλαθάκι αυγά, είπε στη μάνα μου μόλις την είδε:

- Το ‘ξερα ότι ήρτες. Μου το ‘πε ο πατέρας μου.

Η φράση δεν θα είχε τίποτα το ιδιαίτερο, αν ο πατέρας του δεν είχε πεθάνει εδώ και λίγους μήνες. Ο Σταμάτης έδωσε την απαραίτητη διευκρίνιση:

- Είδα τα λουλούδια που ήφηκες στον τάφο.

Οι γονείς μου είναι σε εκείνη την ηλικία που έχουν περισσότερους συγγενείς και φίλους στον άλλο κόσμο παρά σε τούτον. Έτσι μόλις βρεθούν στην Ικαρία, πρώτα επισκέπτονται τους τεθνεώτες και μετά τους ζώντες. Η μάνα μου καταφτάνει στο νεκροταφείο της Υπαπαντής στην Ακαμάτρα φορτωμένη λουλούδια. Αφήνει τα περισσότερα στον αδελφό της, κάποια στους γονείς, εδώ κι εκεί σε άλλους συγγενείς και φίλους. Ο Γιώργος, ο πατέρας του Σταμάτη, πρώτος ξάδελφος της μητέρας μου, έφυγε όπως λένε «πλήρης ημερών», αρκετά πάνω από τα ενενήντα. Η μάνα μου άφησε σε εκείνον τα ίδια λουλούδια που άφησε και στον αδελφό της – η υπογραφή της ήταν λοιπόν αρκετά ευανάγνωστη ώστε ο Σταμάτης να καταφτάσει με τα δώρα του χωρίς να χρειαστεί να τηλεφωνήσει προηγουμένως.

Κάθε Μεγάλη Παρασκευή, οι γονείς μου μαγειρεύουν από νωρίς φακές (χωρίς λάδι) και ύστερα αρχίζουν να ετοιμάζουν τα συμπράγκαλα για την επίσκεψη στους κεκοιμημένους. Λάδι για τα καντήλια και φυτιλάκια, καρβουνάκια και λιβάνι, κάτι βούρτσες που τρίβουν τα μάρμαρα να ασπρίσουν δήθεν, κεριά για την εκκλησία. Μετά ετοιμάζουν και διάφορα σακουλάκια με αυτά που έχουν κουβαλήσει από την Αθήνα για τους ζώντες: καφέ φρεσκοκομμένο από το Λουμίδη, καραμελίτσες χωρίς ζάχαρη για τους διαβητικούς συγγενείς, σοκολατάκια για τους μη διαβητικούς. Στο τέλος ξυπνάνε με φωνές και φοβέρες τα ξενυχτισμένα παιδιά τους για να τους ανεβάσουν στην Ακαμάτρα μην τυχόν και φύγει ο παπάς και δεν προλάβουν να κάνουν τρισάγιο.

Μάταιος φόβος. Ο παπάς είναι τυπικός Καριώτης, δηλαδή Εγγλέζος στα ραντεβού του, άρα άμα σου δίνει ραντεβού στις έντεκα είναι προφανές ότι εννοεί έντεκα ώρα Γκρίνουιτς. Περιμένοντας να φτάσει έντεκα στην Αγγλία (δηλαδή μία στα καθ’ ημάς) έχουμε όλο το χρόνο να πλύνουμε τους τάφους των παππούδων, των θείων, των εξαδέλφων, των ανηψιών και μερικών ακόμα, να ανάψουμε τα καντήλια και τα θυμιατά, να μιλήσουμε με άλλους χωριανούς που κάνουν την αντίστοιχη επίσκεψη και να ανταλλάξουμε διάφορες κουβέντες, από τα χαρίσματα του συχωρεμένου μέχρι τα τελευταία νέα του χωριού.

Ο παπάς δεν είναι ακριβώς τυπικό δείγμα ιερωμένου, καθώς ξέρει ελάχιστα γράμματα και κάνει τα τρισάγια (και τις ακολουθίες) στο περίπου. Τυχόν ευλαβείς εκκλησιαζόμενοι μπορεί να έφριτταν, αλλά στο πλαίσιο της Ακαμάτρας μου μοιάζει αρκετά ταιριαστός, με το σχισμένο ράσο του και το πετραχήλι που αν το έβλεπες κάπου αλλού και όχι περασμένο στο λαιμό του μπορεί και να το πέρναγες για ξεσκονόπανο. Περνάει ανάμεσα στους τάφους ακολουθούμενος από μια γάτα που τρίβεται στα πόδια του. Ανάμεσα στα «Άγιος ο Θεός» και στα «Αιωνία ή μνήμη» σκύβει που και που και τη χαϊδεύει λέγοντας «ψι ψι ψι» και η γάτα γουργουρίζει από ευχαρίστηση. Άλλοτε πιάνει κουβέντα με τον κόσμο στη μέση μιας ψαλμωδίας.

- Εν σκηναίς δικαίων τάξαι, Σταματούλα, είντα κάμει η κόρη σου;
- Καλά είναι παπά μου.
- Ήρτε για το Πάσχα;
- Απόψε την περιμένουμε, με το βαπόρι.
- Μπράβο, καλώς να τα δεχτείτε, εν σκήταις Αβραάμ αναπαύσαι, Κύριε ελέησον.


Η μάνα μου αποσπά τον παπά από τη Σταματούλα και τον φέρνει σε εμάς. Αρχίζει ένα τρισάγιο που διακόπτεται κατά καιρούς από κουβέντες και νιαουρίσματα, η μάνα μου προσπαθεί να θυμηθεί κι άλλα ονόματα κεκοιμημένων προς μνημόνευση ξετρυπώνοντας άγνωστα ξαδέλφια που πέθαναν προπολεμικά ως βρέφη, κολλώντας ένα «και των τέκνων» στη μνημόνευση του θείου της του Κωσταντή που έφυγε κάποτε για κάρβουνα και δε μάθαμε τι απέγινε (ούτε αν απέκτησε παιδιά, αλλά αν απέκτησε και έχουν πεθάνει, να μην τα μνημονεύσουμε κι αυτά τα άγνωστα ξαδέλφια;), και ανασκαλίζοντας γενεές γενεών παππούδων και προπαππούδων επί Τουρκοκρατίας. Κάποια στιγμή ξεμένει από ιδέες και στρέφεται στον πατέρα μου λέγοντάς του «σου 'χα πει να τα γράψουμε, να μην τους ξεχάσουμε τους ανθρώπους μας» αν και μάλλον έχει θυμηθεί μεγαλύτερο αριθμό ανθρώπων από όσους τάφους πιάνει το μάτι μου γύρω γύρω. Ο πατέρας μου κουνάει το κεφάλι του με κατανόηση, πράγμα που μπορεί και να σημαίνει ότι δεν έχει ακούσει λέξη αλλά δεν θέλει να προδοθεί ότι βαριακούει, ο παπάς χαϊδεύει τη γάτα και λέει «αιωνία η μνήμη» και πάει παραδίπλα σε άλλους που περιμένουν τη σειρά τους.

Περιπλανιέμαι ανάμεσα στους τάφους για λίγη ώρα. Διαβάζω ονόματα και ημερομηνίες - ανακαλύπτω συγγένειες και αγχιστείες που δεν ήξερα. Θυμάμαι μερικούς από τα παιδικά μου καλοκαίρια εδώ, άλλοι είναι εντελώς άγνωστοι. Μερικών οι τάφοι είναι περιποιημένοι, άλλοι είναι ξεχασμένοι πια καθώς οι δικοί τους δεν ζουν πια εδώ ή ίσως δεν ζουν καθόλου. Τα γράμματα μισοσβησμένα και δυσανάγνωστα, σταυροί τραυματισμένοι από το χρόνο ή θαμμένοι ανάμεσα στα αγριόχορτα.

Αυτή την εποχή έχει ακόμα βροχές και τα χόρτα είναι πανύψηλα πιο έξω, ωστόσο μέσα στο νεκροταφείο κάποιος έχει κόψει και μαζέψει τα περισσότερα. Αυτό περιορίζει τον κίνδυνο για κανένα κακό συναπάντημα με τίποτα φίδια. Μόνο κάτι σαύρες είναι παραταγμένες στη μάντρα και κάθονται στον ήλιο για θερμορρύθμιση. Η μία έχει χάσει την ουρά της, που προφανώς έπεσε θύμα κάποιου θηρευτή. Ξαναφυτρώνει πάντως, αν και λίγο κοντόχοντρη και παράταιρη. Αναγνωρίζω το είδος – είναι αυτές με την πράσινη ουρά που ενδημούν στη Μικρά Ασία. Κοιτάζω προς τη θάλασσα στο βάθος, αλλά έχει υγρασία και δεν ξεχωρίζει από δω ούτε η μικρασιατική ακτή ούτε η Χίος.

Καταφτάνουν καινούργιοι επισκέπτες των κεκοιμημένων, γιαγιάδες, μανάδες και κάμποσα εγγόνια. Τα παιδιά παίζουν φωνάζοντας ανάμεσα στους τάφους, κάποια στιγμή μαζεύονται για το τρισάγιο και μετά σκορπίζουν πάλι. Οι γονείς μου σηκώνουν τις άδειες πια τσαντες τους και πάνε προς το αυτοκίνητο - με συμπληρωμένα τα εκατόν εξήντα τέσσερα (αθροιστικά), δεν είναι για πολλά περπατήματα πια. Αφού τελειώσαμε με τους νεκρούς, πάμε τώρα να επισκεφτούμε τους ζωντανούς, μοιράζοντάς τους φρέσκο καφέ και καραμέλες.

Η μάνα μου κοντοστέκεται και κόβει ένα ανθισμένο κλωνάρι σπάρτη – το κίτρινο λουλούδι που σε αυτά τα μέρη σημαίνει την άνοιξη. Ύστερα την προσπερνάνε τρέχοντας τα παιδάκια – πάνε να μαζέψουν λουλούδια για να στολίσουν τον Επιτάφιο.

8 σχόλια:

Idom είπε...

Νομίζω ότι δεν μπορεί να γίνει καλύτερα.
Να είστε για όσο γίνεται περισσότερα χρόνια καλά, και όταν με το καλό οι νέες γενιές λάβουν τις θέσεις των παλαιότερων, ας μνημονεύουν τους κεκοιμημένους.
Νιάου!

Idom

Idom είπε...

Εύχομαι στον οικοδεσπότη, στους αναγνώστες και σε όλους
Καλό Πάσχα, Καλή Ανάσταση!

Idom

Β. είπε...

Νιάου και σ' εσάς, καλή Ανάσταση...

αράπης είπε...

Χρόνια πολλά και καλά !
Νιάου !

Idom είπε...

Αγπητέ Β!

Εκτές στις ειδήσεις στην TV (ΝΕΤ) είπαν ότι οι Ικαριώτες είναι ερωτύλοι υπεραιωνόβιοι. (Όχι με αυτά τα λόγια, αλλά αυτό ήταν το ζουμί.)
Είναι ημιάσχετο που το αναφέρω εδώ, αλλά επειδή είσαι από τους λίγους Καριώτες που ξέρω, μήπως μπορείς να το σχολιασεις;

Ευχαριστώ
Idom

Β. είπε...

Ναι, κ. Idom, το παρακολουθώ το θέμα... Θα σας ενημερώσω εντός των ημερών.

ολα θα πανε καλα... είπε...

την είχα διαβάσει αυτή την ανάρτηση,τότε που δημοσιεύθηκε και μου είχε αρέσει για τους δικούς μου λόγους.Ναι,είναι ωραίο το έθιμο της τιμής προς τους νεκρούς και της φροντίδας των μνημάτων ιδιαίτερα κατά τη Μεγάλη Εβδομάδα και μην ξεχνάμε ότι ο παπάς ψάλλει εκείνες τις Αναστάσιμες μέρες ότι ο "θάνατος κατεπόθη".
Χριστός Ανέστη,έστω και με ένα μήνα καθυστέρηση!

Β. είπε...

Αληθώς ο Κύριος.