ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

Μια ρεβυθιά στο Ηράκλειο - Λέιντεν - Λισσαβώνα - Αθήνα - πάλι Ηράκλειο


20/2/09

Μια ιστορία που μου είπε ο Νίκος Η.

Νυχτερινό περίπτερο στην Αθήνα, φωτογραφία deTraci Regula, από την ιστοσελίδα http://gogreece.about.com/od/athensnightlife2/ss/athensatnight_4.htm

"Τι μπορεί να ήθελα να αγοράσω από εκείνο το περίπτερο; Τα περίπτερα έχουν ένα σωρό μικροπράγματα, αλλά εγώ τι ήθελα; Έχουν περάσει κάπου δέκα χρόνια και δε θυμάμαι. Εφημερίδα, ίσως; Αλλά μάλλον όχι, ήταν αργά πια, βράδι Δευτέρας. Τσιγάρα μάλλον - την εποχή εκείνη κάπνιζα πότε πότε. Έστριβα κάτι αυτοσχέδια με καπνό όπως επέβαλε η μόδα (φαντάζομαι θα είναι ακόμα της μόδας τα στριφτά). Θα πρέπει να ζήτησα καπνό ή χαρτάκια όταν την άκουσα δεξιά να μου μιλάει. Δεν άκουσα καλά και γύρισα καταπρόσωπο και της είπα "ορίστε;". Τότε την είδα.

Μιλούσε κάπως σπαστά, χαμηλόφωνα. Μου φάνηκε ίσαμε εξήντα χρονών αλλά μπορεί και να με παραπλανούσαν οι βαθιές ρυτίδες και οι άσπρες τούφες μαλλιών που ξεμύτιζαν από το σκούφο της. Πρόσεξα λίγο καλύτερα - δεν ήταν εντελώς άσπρες, κάποιες ήταν ξανθές. Είχε αυτό το ακαθόριστο γκρι χρώμα στα μάτια. Ντυμένη με κάτι παράταιρα ρούχα, θυμάμαι ένα ξεχειλωμένο πουλόβερ που περίσσευε έξω από ένα πλαστικό μπουφάν. Έκανε κρύο εκείνο το βράδι. Είχε φορέσει και κάτι γάντια και σκούφο, αλλά κρύωνε. Και φαινόταν. Μιλούσε.

Ζήτησε κάτι να φάει. Δεν ήθελε λεφτά. Μου είπε ότι δεν έπαιρνε ναρκωτικά, απλά πεινούσε. "Κοιτάξτε με" έλεγε "είμαι καθαρή, πλυμένη, όχι ζητιάνα" - το "καθαρή" με την κυριολεκτική του έννοια. Η φωνή της έτρεμε, ίσως όχι από το κρύο. Ρώτησα από πού είναι. Μου είπε, εντελώς απροσδόκητα, αλλά ταιριαστά με την προφορά της, "από Αμερική". Πράγματι, δεν έμοιαζε ούτε αλβανίδα ούτε ανατολική. Αλλά ήταν παράξενο - εξήντάρα, αμερικάνα, όχι πρεζάκι και άστεγη; Στην Αθήνα; Στο τέλος του εικοστού αιώνα;

Έβγαλα μηχανικά ένα χαρτονόμισμα. "Δε θέλω λεφτά" ξαναείπε. "Κάτι να φάω, ό,τι να 'ναι". Γύρισα στο περίπτερο. Μάζεψα διάφορα σκατολοΐδια που είχε πάνω πάνω - μπισκότα, πατατάκια, καραμέλες. Την κοίταξα - είχε ένα ευτυχισμένο χαμόγελο, μικρού παιδιού.

- Θες και κρουασάν;
- Ναι, ναι!
- Και χυμό πορτοκάλι;
- Και χυμό.


Της έδωσα μια πλαστική σακουλίτσα με τα ψώνια. Το πρόσωπό της είχε φωτιστεί, γελούσε και δάκρυζε ταυτόχρονα. Μουρμούριζε κάτι σπαστά "ευχαριστώ". Πήγα να της δώσω και τα ψιλά που περίσσεψαν, αλλά πάλι δεν ήθελε, τραβήχτηκε πίσω.

Έφυγα βηματίζοντας γρήγορα στη Σταδίου. Σταμάτησα πιο κάτω σε ένα καρτοτηλέφωνο και πήρα τη Μαρίνα στο Παρίσι. Ήταν μια ώρα πιο νωρίς στη Γαλλία από ό,τι εδώ, αλλά φαίνεται πως την ξύπνησα. Ήθελα να της πω για το σκηνικό, αλλά δεν καταλάβαινε και πολλά, στο τέλος μου είπε να τα πούμε καλύτερα αύριο. Την καληνύχτισα - δεν ξαναμιλήσαμε έκτοτε. Περπάτησα μέχρι ψηλά στη Μπενάκη και χώθηκα στο μαγαζί που με περίμενες. Θυμάσαι τη μουσική που έπαιζαν; Κάτι παραδοσιακά με κάτι περίεργα πνευστά. Δε θυμάσαι, ε; Ε, ναι, βέβαια, πάνε τόσα χρόνια.

Πάντως ρε παιδί μου, τόσοι και τόσοι σου απλώνουν το χέρι κάθε μέρα, και δε θυμάμαι κανενός τη φάτσα - τίποτα. Αυτήν όμως τη θυμάμαι σα να ήταν τώρα. Έχω μια αίσθηση ότι θα τη δω όπου να 'ναι να κάθεται σε ένα παγκάκι της Κλαυθμώνος και να τρώει πατατάκια. Κάτι τέτοιο."


Σ.Σ. Κατέγραψα έπι το κάπως λογοτεχνικότερον την ιστορία που μου διηγήθηκε ο φίλος μου, αλλά ξαναδιαβάζοντάς την κάνω διάφορες δεύτερες σκέψεις. Δεν θυμάμαι τι μουσική έπαιζαν, θυμάμαι όμως το μαγαζί γιατί έχω πάει μια φορά όλη κι όλη. Δεν θυμάμαι να κάπνιζε πριν φύγει για έξω η αγαπημένη του και χωρίσουν εν τέλει, άρα κάπου τότε το άρχισε, για λίγο βέβαια. Ωστόσο δεν μπορώ να αντισταθώ στον πειρασμό του να σκεφτώ ότι στάθηκε στο περίπτερο για να αγοράσει εκείνη την τηλεκάρτα. Ίσως γι' αυτό να θυμάται την άστεγη γυναίκα τόσο καθαρά, αν το βράδι εκείνο ήταν κάπως "σημαδιακό" για το τέλος της σχέσης του.

Αλλά μπορεί και να κάνω λάθος. Τα χρόνια περνάνε, καρτοτηλέφωνα στους δρόμους δε βλέπω πια, παιδιά των φαναριών και κατοσταρικάκηδες πάνε κι έρχονται, και η μνήμη γεμίζει τα κενά των αφηγήσεων με ό,τι βρίσκει πρόχειρο. Να, σα να θυμάμαι τώρα πως τα περίεργα πνευστά ίσως δεν ήταν παρά ένα κοινότατο κλαρίνο.

5 σχόλια:

Idom είπε...

"Merciful Father, I have squandered my days with plans of many things. This was not among them. But at this moment, I beg only to live the next few minutes well.
For all we ought to have thought, and have not thought; all we ought to have said, and have not said; all we ought to have done, and have not done; I pray thee God for forgiveness."

Ahmed Ibn Fahdlan
(The 13th Warrior)

Το θυμήθηκα από το "all we ought to have done, and have not done"...
Μπράβο για τον Νίκο, για εκείνη τη στιγμή τής ζωής του, και να 'ναι καλά η Αμερικανιδούλα που ποιος ξέρει πώς κατέληξε άφραγκη στο κέντρο τής Αθήνας.
Όχι σαν Καλομοίρα...

Idom

αράπης είπε...

"... για τις παλιές αγάπες, μη μιλάς ! Στα πιο μεγάλα "θέλω" κάνουν πίσω..."

Ανώνυμος είπε...

Κλαρινέτο, φίλε.

"Νίκος Η."

Β. είπε...

Ο "Νίκος Η." με εξουσιοδότησε να επισημάνω ότι πραγματικά περιστατικά που έλαβαν χώρα σε ικανή χρονική απόσταση και ίσως σε παραπάνω από ένα πρόσωπα, συμπτύχθηκαν στην αφήγηση σε ένα και μόνο βράδι, αλλά αφού μου επέτρεψε ευθύς εξαρχής να χρησιμοποιήσω την ιστορία του ως καμβά της αφήγησής μου, θα έπρεπε να περιμένει ότι κάπως έτσι θα κατέληγαν τα πράγματα, τόσα χρόνια που με ξέρει τι τύπος είμαι. ;-)

Με μυθολογίες ασχολούμαστε στο ιστολόγιο. Κλαρίνο, κλαρινέτο, μυθολογικώς είναι αδιάφορο, φίλτατε.

Β. είπε...

Αράπη, σε σκεφτόμαστε (όχι μόνο για τα σχόλια σου).