ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

Μια ρεβυθιά στο Ηράκλειο - Λέιντεν - Λισσαβώνα - Αθήνα - πάλι Ηράκλειο


5/1/09

Σήμερα τα Φώτα και οι φωτισμοί


Τα κάλαντα των Φώτων δεν τα λέει κανείς πια. Δηλαδή, ακόμα κι αν τα ξέρουν κάποιοι, είναι εξαιρετικά ασυνήθιστο να δει κανείς παιδάκια την παραμονή των Θεοφανείων με τριγωνάκια να γυρνάνε και να λένε τα κάλαντα. Η σχετική παράδοση έχει ατονήσει, καθώς η αντίστοιχη γιορτή έχει χλωμιάσει μπροστά στην επέλαση των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς. Δεδομένου του θρησκευτικού αποχρωματισμού της καθημερινότητας των ανθρώπων εδώ και καιρό (ακόμα και των Χριστουγέννων η θρησκευτική βάση είναι εξαφανισμένη προς όφελος μιας μάλλον καταναλωτικής αντίληψης και ενός διαφημιστικού Santa Claus από το Βόρειο Πόλο), η παραμονή των Θεοφανείων δεν είναι πια η μέρα που ο παπάς γυρίζει από σπίτι σε σπίτι με τον αγιασμό (και κατά τη μάλλον παγανιστική παράδοση διώχνει τους καλικάντζαρους με την αγιαστούρα του και με τη μαγκούρα του), και φυσικά ελάχιστοι νηστεύουν ώστε να πιουν αγιασμό την επομένη.

Αυτό βέβαια δεν συνέβη πολύ πρόσφατα. Αν και έχω από την παιδική μου ηλικία κάποιες αμυδρές αναμνήσεις αγιαστούρας, δεν θυμάμαι κανέναν ποτέ να λέει τα κάλαντα, εκτός από μία και μόνη φορά που ένας συμμαθητής μου στην έκτη Δημοτικού έκανε μια μικρή γύρα την παραμονή των Φώτων του 1979. Όχι τυχαία, το παιδάκι είχε τραγουδήσει μια εκδοχή των καλάντων που οι περισσότεροι στη γειτονιά θα άκουγαν ίσως με μια σχετική απορία, αλλά οι πρόγονοί μου θα έβρισκαν ενδεχομένως εξαιρετικά οικεία: ήταν μια παραλλαγή με προέλευση τους Φούρνους, το σύμπλεγμα νησιών που βρίσκεται ανάμεσα στην Ικαρία και τη Σάμο. Το παιδάκι δεν είχε καμμία σχέση με τους Φούρνους, αλλά είχε μάθει αυτή την εκδοχή στο σχολείο, όπως άλλωστε κι εγώ, άσχετα αν εμένα δεν μου είχε έρθει η ιδέα να βγω «να τα πω» την παραμονή των Φώτων. Κι όταν λέμε «είχε μάθει στο σχολείο», δεν εννοούμε στην τάξη.

Το σχολείο μας ήταν ένα τυπικό δωδεκαθέσιο σχολείο των δυτικών προαστείων της Αθήνας, δύο τμήματα ανά τάξη. Το δικό μας τμήμα της έκτης είχε ως δάσκαλο το διευθυντή του σχολείου, έναν άνθρωπο γερασμένο και βαριεστημένο που έπαιρνε σύνταξη στο τέλος της χρονιάς. Η απροθυμία του ανδρός να διδάξει το οτιδήποτε ήταν αντιστρόφως ανάλογη με την προθυμία του να μοιράζει ξυλιές με τη βέργα – πρέπει να ήταν από τους τελευταίους που χρησιμοποιούσαν συστηματικά τη σχετική παιδαγωγική μέθοδο, τουλάχιστον σε αστικές περιοχές. Οι πρώτες ώρες περνούσαν με ανάγνωση του μαθήματος της ημέρας (την πρώτη ώρα) και του «παρακάτω» (τη δεύτερη ώρα) από κάποιον ατυχή συμμαθητή, ενώ η λοιπή τάξη (του δασκάλου συμπεριλαμβανομένου) κοιμόταν τον ύπνο του δικαίου. Οι μεσαίες ώρες με κάτι στραμπουληγμένα κλάσματα που κανείς δε μπόρεσε να μάθει ποτέ. Και οι τελευταίες, εάν ήταν πρωινές, με πλύσιμο του αμαξιού του διευθυντή (ενός FIAT 127 που το φώναζε χαϊδευτικά «Μουσολίνι») ή εάν ήταν απογευματινές, με ενθουσιώδη παρακολούθηση προγραμμάτων εκπαιδευτικής τηλεόρασης στο ΕΙΡΤ, σε μια συσκευή Schaub-Lorenz που χειριζόμουν αποκλειστικά εγώ διότι είχαμε το ίδιο μοντέλο στο σπίτι. Καμιά φορά ο δάσκαλος δεν ερχόταν με αυτοκίνητο αλλά με ποδήλατο (που το φώναζε «Κίτσο»), ή με τα πόδια. Τότε αντί για πλύσιμο μας έβγαζε να σκάψουμε τον κήπο του σχολείου: περίπου δέκα τετραγωνικά χώματος που τσαλαπατιόντουσαν αδιακρίτως από σαράντα-πενήντα μαθητές και μαθήτριες, έτσι ώστε τίποτα να μη φυτρώνει τελικά.

Τη συγκεκριμένη εκπαιδευτική ατμόσφαιρα την αντιμετώπιζαν με φρίκη οι άλλοι δάσκαλοι που προσπαθούσαν κάτι να διδάξουν κουτσά-στραβά στους δικούς τους και με μια ορισμένη ζήλεια οι μαθητές του άλλου τμήματος που δεν είχαν μεν ξύλο, είχαν όμως διάβασμα. Ωστόσο, λόγω της διευθυντικής θέσης και της επικείμενης συνταξιοδότησης του δικού μας, κανείς δεν έβγαζε κιχ δημόσια. Το μόνο πρόσωπο που έβγαζε μια τεράστια άνεση απέναντί του (και σε όλο τον κόσμο άλλωστε), ήταν η ηθική αυτουργός της ιστορίας με τα κάλαντα των Φώτων: η ιδιοκτήτρια του κυλικείου κ. Σπανού, ή όπως όλος ο κόσμος την ήξερε, η κυρά-Θάλεια, από τους Φούρνους. Κάθε πρωί, λίγο μετά την έναρξη της πρώτης ώρας, η κυρά-Θάλεια έμπαινε στην τάξη κρατώντας ένα αχνιστό τήλιο σε γυάλινο ποτήρι και σκουντούσε το μισοκοιμισμένο διευθυντή.

- Πιες το ζεστό σου, του έλεγε, θα κρυώσει. Άντε, άντε γρήγορα!

Ο διευθυντής συγχιζόταν από την περισσή οικειότητα (και τα χάχανα της τάξης), μας πέταγε ένα «γελά ο μωρός καν τι μη γελοίον ει» ή κάπως έτσι, αλλά τελικά υπάκουε, καθώς η κυρά-Θάλεια έβαζε τα χέρια στη μέση και συνέχιζε τις παροτρύνσεις:

- Μην αργείς. Άμα κρυώσει δε θα κάνει τίποτα και θα πρέπει να σου φτιάχνω άλλο.

Αυτός τη στραβακοίταγε και της έλεγε «καλά, φύγε τώρα», αλλά εκείνη μάλλον γούσταρε την παράσταση και κωλυσιεργούσε πότε πιάνοντας κουβέντα με τους μαθητές και πότε λύνοντας και ξαναδένοντας το θρυλικό τσεμπέρι της. Θα ήταν τότε καμμιά εξηνταριά χρονών, με παιδιά κι εγγόνια, κεφάτη και ετοιμόλογη («γλωσσού» κατά μερικούς) και αρκετά γνωστή ως τραγουδίστρια δημοτικών και παραδοσιακών τραγουδιών, καθώς είχε γυρίσει και δίσκους και έβγαινε πότε πότε και στην τηλεόραση κι έλεγε διάφορα νησιώτικα σε σχετικές εκπομπές.

Κάπως έτσι ξεκίνησε η διδασκαλία των καλάντων, ένα πρωινό Νοεμβρίου που το τήλιο εμφανίστηκε, όχι όμως και ο δάσκαλος, που είχε ξεμείνει στο γραφείο. Η κυρά-Θάλεια μας τραγούδησε τσάκα τσάκα μια μπερδεμένη ιστορία που η Παναγία παρακαλεί τον Αη-Γιάννη να βαφτίσει το γιό της στον Ιορδάνη. Όχι πολύ επίκαιρο για Νοέμβρη μήνα, αλλά πολύ ελκυστικό για να το απορρίψει κανείς αν συνοδεύεται με τη δήλωση:

- Άντε, κι άμα τα μάθετε να τα λέτε καλά, θα βγούμε να τα πούμε στην τηλεόραση.

Η τηλεόραση ήταν επαρκές κίνητρο για να ξεσηκωθεί το σύμπαν και να μάθουμε να τα λέμε απέξω κι ανακατωτά στο πιτς φιτίλι – όλοι. Πήγα όλο χαρά στη μάνα μου να της ανακοινώσω ότι θα έβγαινα στο γυαλί.

- Δηλαδή πού θα πάτε;
- Στο ΕΙΡΤ, είπα, ως υπόθεση εργασίας μάλλον.
- Πού είναι αυτό;
- Στη λεωφόρο Μεσογείων.
- Αποκλείεται. Δεν πας.


Ο συνήθης ορίζοντας της μάνας μου που ήταν μεγαλωμένη σε άλλα μεγέθη στην Ικαρία έφτανε μέχρι τη Θηβών, βία την Κηφισού. Το κέντρο της Αθήνας ήταν κάτι σαν ωκεανός και η Μεσογείων που ήταν από την άλλη πλευρά έμοιαζε με ποτάμι της Αμερικής. Χώρια που η λέξη «λεωφόρος» σήμαινε κόσμο και αυτοκίνητα, πολλά αυτοκίνητα. Άρα δεν ήταν τόπος για παιδιά του δημοτικού – τέλος συζήτησης. Έβαλα τα κλάματα, έβαλα τις φωνές – δεν δούλεψε τίποτα. Έβαλα τη γιαγιά να μεσολαβήσει, τζίφος. Στο τέλος με λυπήθηκαν τα μεγάλα αδέλφια που πήγαιναν Γυμνάσιο και ο λόγος τους πέρναγε λίγο παραπάνω και της βγάλανε το επιχείρημα ότι αφού η κυρά-Θάλεια είναι από τους Φούρνους είναι και λίγο δικιά μας, δεν είναι; Δεν ξέρω αν η γενική συμπάθεια που έχουμε οι Καριώτες στους Φουρνιώτες έπαιξε το ρόλο της (είναι γνωστό ότι οι Καριώτες λένε όλους τους άλλους «ξένους» εκτός από τους Φουρνιώτες που λέγονται «νησιώτες»), πάντως κάποια στιγμή η μαμά μαλάκωσε.

Αυτός που στράβωσε, και μάλιστα άσχημα, ήταν ο δάσκαλος. Ειδικά όταν αντελήφθη ότι το σχετικό γύρισμα θα γινόταν εντός διδακτικών ωρών. Την καθορισμένη μέρα, αρχές Δεκέμβρη, επιχείρησε να ματαιώσει την αναχώρηση σύσσωμης σχεδόν της τάξης του αλλά υπέστη συντριπτική ήττα από τη συνδυασμένη δράση αγανακτισμένων γονέων και κραυγάζοντων τέκνων. Περιορίστηκε να λογομαχεί με την κυρά-Θάλεια στην πόρτα του πούλμαν και να απειλεί με απουσίες και κυρώσεις. Ψιλά γράμματα.

Το πούλμαν δεν μας πήγε στο ΕΙΡΤ αλλά στο στούντιο ΑΤΑ στη Λένορμαν, πολύ κοντά και καθόλου εξωτικά. Στο πλατώ ήταν ένας καναπές και πάνω του καθόταν η κυρία Έλλη Ευαγγελίδου, οικοδέσποινα της εκπομπής «Σύγχρονη Εύα». Αριστερά ήταν κάτι σκαλάκια όπου μας στρίμωξαν και μας είπαν να περιμένουμε. Η κυρία Ευαγγελίδου χαιρέτησε την κυρά-Θάλεια εγκάρδια (εμάς πάλι όχι) και πέρασε λίγη ώρα αναζητώντας μια παραμάνα να μαζέψει λίγο το άνοιγμα της μπλούζας της γιατί της φαινόταν ότι ήταν λίγο ανοιχτό το μπούστο (δεν είχα ξανακούσει τη λέξη μπούστο και μου έμεινε). Μόλις βρέθηκε η παραμάνα και τακτοποιήθηκαν τα πράγματα, έπεσε μια σιγή και μας είπαν να τραγουδήσουμε. Τραγουδήσαμε, ακούστηκε κάτι σαν «στοπ» και μετά μας μάζεψαν και φύγαμε, ενώ οι καλεσμένοι της εκπομπής έπαιρναν θέση στον καναπέ.

Την άλλη μέρα ο δάσκαλος σήκωσε στον πίνακα όσους είχαν πάει στην τηλεόραση. Μας τράβηξε ένα δεκάρικο για το τι παλιόπαιδα είμαστε και πόσο έτοιμοι να πάρουμε τον κακό το δρόμο εγκαταλείποντας το σχολείο και τη μόρφωσή μας. Τα έχωσε στους γονείς μας που μας κάνουνε θέαμα και δίνουμε το κακό παράδειγμα στους υπόλοιπους. Είπε ότι θα έπρεπε να ντρεπόμαστε και προφήτεψε ότι στο μέλλον θα χτυπάμε το κεφάλι μας στον τοίχο, αφού θα έχουμε μείνει αγράμματοι. Και ρώτησε ρητορικά τι μάθαμε από την εμπειρία και τι μας πρόσφερε.

Ένας συμμαθητής, ο Παύλος - καλή του ώρα - τόλμησε να απαντήσει ότι μάθαμε πώς γυρίζεται μια τηλεοπτική εκπομπή και ότι αυτό είναι σημαντικό γιατί στο μέλλον μπορεί να αποδειχτεί ότι η τηλεόραση είναι σημαντική εφεύρεση. Ο δάσκαλος τον έκοψε τραχιά:

- Τρίχες. Σιγά τη σημαντική εφεύρεση. Μια τρύπα στο νερό κάνατε.

Ύστερα μας έκατσε κάτω, έβαλε τον Παύλο να διαβάσει το παρακάτω, και μετά το διάλειμμα μας έστειλε για πολλοστή φορά να σκάψουμε τον κήπο.

Την παραμονή των Φώτων κάποιος συμμαθητης χτύπησε την πόρτα και ρώτησε διστακτικά «να τα πω;». Τα είπε – το βράδι είδαμε οικογενειακώς την εκπομπή που τα έλεγα κι εγώ - ήταν στην ΥΕΝΕΔ τελικά. Ξεκίνησε με τα κάλαντα, αλλά εγώ καθόμουν πίσω πίσω και δε φαινόμουνα σχεδόν καθόλου. Μετά κάτι μεγάλοι μιλούσαν για κάτι που δεν καταλάβαινα και βαρέθηκα γρήγορα. Σκέφτηκα ότι ίσως ο δάσκαλος να είχε δίκιο και η τηλεόραση να μην ήταν σημαντική εφεύρεση τελικά. Έψαξα μήπως δω την παραμάνα στο μπούστο της κυρίας Ευαγγελίδου, αλλά δε φαινόταν. Μετά το τέλος της «Σύγχρονης Εύας» έκατσα να διαβάσω το μάθημά μου γιατί τα σχολεία θα ξανάρχιζαν όπου να ‘ναι.

Με τα χρόνια ξέχασα τι λέγανε τα κάλαντα. Τηλεόραση δε βλέπω, πλην αθλητικών μεταδόσεων καμιά φορά, αλλά είμαι από τους λίγους. Κάπου έχω παραχωμένα κάτι τραγούδια από το αρχείο της ΕΡΤ με τη φωνή της κυρά-Θάλειας, μακαρίτισσας πια από χρόνια. Υποθέτω πως κι δάσκαλος θα ‘χει πάει καλιά του μετά από τόσα χρόνια. Σκέφτομαι ακόμα πως για κάποιο περίεργο λόγο, αν και απολαμβάνω διάφορα αφεψήματα κατά καιρούς, τήλιο δεν έχω βάλει ποτέ στο στόμα μου.


Σ.Σ. Την εικόνα της Βάπτισης αλίευσα στην ιστοσελίδα www.aegeantimes.gr. Γκουγκλιάζοντας βρήκα ότι η εκπομπή «Σύγχρονη Εύα» παιζόταν από το 1966 ως το 1981. Ήταν ένα γυναικείο μαγκαζίνο με την Ελλη Ευαγγελίδου να φιλοξενεί στον καναπέ της τους Μανώλη Ανδρόνικο, Τζόαν Κόλινς, Κωνσταντίνο Τσάτσο, Παλόμα Πικάσο, Ανρί Κλουζό κ.ά. Ως το 1968 ήταν στο ΕΙΡ με τον πρώιμο τίτλο «Για σας κυρία». Μετά στην ΥΕΝΕΔ. Η οικοδέσποινα ταυτίστηκε ισοβίως με την «Εύα», και νομίζω ότι επί Έβερτ, και ίσως και αργότερα, ήταν δημοτική σύμβουλος Αθηναίων. Το στούντιο ΑΤΑ στήθηκε το 1971 στην οδό Λένορμαν και προσέφερε τα μέγιστα στην εξέλιξη της τηλεόρασης στη χώρα μας παράγοντας περισσότερα από 5.000 επεισόδια τηλεοπτικών εκπομπών. Το 1987 μετακόμισε. Η φράση με τον χαζό που γελάει είναι του Μένανδρου, νομίζω.

5 σχόλια:

Elias είπε...
Αυτό το σχόλιο αφαιρέθηκε από τον συντάκτη.
Elias είπε...

Τα άκουσα φέτος αυτά τα περίφημα κάλαντα, παραμονή των Φώτων, και μάλλον ήταν η πρώτη φορά στη ζωή μου γιατί παραξενεύτηκα πολύ.
Δράστες ήταν κάτι γυφτάκια στο Κορωπί. Χτυπούσαν με τη μέθοδο "γκαρίζω όσο πιο δυνατά μπορώ, μου δίνεις λεφτά να το βουλώσω, φεύγω και πάω στο επόμενο θύμα".

Πρέπει να 'μαστε συνομήλικοι πάνω κάτω. Και η δικιά μου δασκάλα στις πρώτες τάξεις του Δημοτικού χρησιμοποιούσε βέργα.

Καλή χρονιά εύχομαι.

Idom είπε...

Είναι γνωστό ότι μεγάλοι άντρες τής ανθρωπότητας, παρά την μεγαλοσύνη τους, δεν μπόρεσαν να αναγνωρίσουν την ευεργετική επίδραση που είχε επάνω τους η φωτισμένη παιδαγωγική ενός σοφού δασκάλου.
Ο ίδιος ο Μ. Αλέξανδρος, όπως διασώζει ο Πτολεμαίος στα απόκρυφα ημερολόγια του, παραμιλούσε στον ύπνο του «ου χέσεις ημάς μωρέ Αριστότελες»! Τι να πει κανείς...

Ροβιθέ μου, νομίζω ότι είναι πασιφανής η έγνοια που σας είχε ο κος γυμνασιάρχης σας.
Σας άφηνε "χώρο" για να αναπτύσσετε πρωτοβουλία και να εκφραστείτε (αναλογίσου ότι αυτό είναι από τα πάγια αιτήματα όλων των μαθητών).
Δεν επικεντρωνόταν στον τύπο (τα κλάσματα) αλλά στην ουσία (τον ύπνο τού δικαίου - θυμήσου πώς τελειώνει ο Γιούγκερμαν τού Καραγάτση!)
Σας έδειχνε πράξει, πίνοντας το φλισκούνι του μπροστά σας, ότι όλοι άνθρωποι με ανάγκες είμαστε.
Σας έδειχνε, με το πλύσιμο τού Μουσολίνι, την τιμή τού χειρόνακτα ανδρός, προσέχοντας παράλληλα να μην πουντιάσετε.
Ήταν 40 χρόνια μπροστά από την εποχή του, όταν σας εκπαίδευε να αγαπάτε και να καλλιεργείτε την γη. Αμφιβάλλεις ότι με την οικολογίλα που μας δέρνει (δικαίως αλλά οψίμως), τέτοιο μάθημα θα γίνει υποχρεωτικό σε λίγα χρόνια;
Plus η χρήση ποδηλάτου εκ μέρους του (γυμνασιάρχης δη!), παράδειγμα απλότητας και οικολογικότητας!

Και ήταν 30 χρόνια μπροστά από την εποχή του, διαβλέποντας τον διαβρωτικό και εξαχρειωανρωπιστικό ρόλο που παίζει η TV στις ημέρες μας. (Πρόγευση τού οποίου γευτήκατε όταν σας στίψαν και σας πετάξαν στην εκπομπή τής κας Ευαγγελίδου.) ΧΩΡΙΣ όμως να ισοπεδώνει και να απορρίπτει άσκεφτα το μέσο: εκπαιδευτική τηλεόραση σας παρακινούσε να παρακολουθείτε. Κρίμα που δεν είχαν αρχίσει ακόμα οι εκπομπές τής κας Δρούζα.
Είναι αλήθεια ότι οι μεθοδολογία του λύγισε μπροστά στον νεότευκτο και ταχέως επιτιθέμενο εχθρό. Κατέφυγε στο ύστατο όπλο των παιδαγωγών, την απαγόρευση. Και σε αυτήν ακόμα όμως, με μέτρο και περίσκεψη. Και κατόπιν σας κάλεσε να αναλογιστείτε την πονεμένη εμπειρία σας, αγλάισμα αυτογνωσίας.
Δάκρυα μού 'ρχονται...

Ροβιθέ μου, συνειδητοποιείς ότι ίσως εξ αιτίας αυτού τού Δασκάλου έγινες χρήσιμος άνθρωπος στην κενωνία; Γιατί ΤΙ ΠΙΟ ΧΡΗΣΙΜΟ για την κενωνία από έναν άνεργο επιστήμονα; (Όπως αυτοπαρουσιάζεσαι στο προφίλ σου.)

1000 ακόμα τέτοιους Δασκάλους να 'χε η Ελλάδα, θα είχαμε μεταναστεύσει μαζικά, και θα είχαμε τώρα την ησυχία μας.

Κατά τα άλλα, φοβερή η εικόνα της κας Θάλειας. Είναι αυτό που λέμε ότι στην Ελλάδα δεν κυβερνάνε οι υπουργοί αλλά οι γενικοί γραμματείς των υπουργείων.

Εγώ θυμάμαι κάποια φορά που η "σύγχρονη Εύα" είχε προσκαλέσει τον Νταίνικεν! Ε ρε γλέντια!

Τέλος, να σου ευχηθώ ολόψυχα, η ανεργία σου να τελέψει σύντομα (εφ όσον το επιθυμείς) με τον πλέον καλό τρόπο (που επιθυμείς).

Idom

Β. είπε...

Δεν βρήκα ακριβώς την εκδοχή των Φούρνων, βρήκα όμως μια από την Ικαρία που νομίζω έμοιαζε πολύ:

Σήμερα τα Φώτα και οι φωτισμοί
και χαρές μεγάλες κι οι αγιασμοί.
Κάτω στον Ιορδάνη τον ποταμό
κάθετ' η Παναγία και παρακαλεί
Άη-Γιάννη, Πρόδρομε και Βαφτιστή
βάφτισε το γιό μου,
βάφτισε και μένανε, να γινώ Θεού παιδί
Ν' αγιαστούν οι κάμποι και τα βουνά
ν' αγιαστεί κι ο αφέντης με την κερά


Κι άλλος ένας μου είπε ότι του τα 'παν φέτος.

Β. είπε...

Αγαπητέ Idom,

δεν ήταν γυμνασιάρχης, δημοτικό πηγαίναμε. Δεν έχω διαβάσει Καραγάτση. Το φλισκούνι (Mentha pulegium) δεν είναι ίδιο με το τήλιο (Tilia cordata). Τελικά πόσα χρόνια μπροστά ήταν, 30 ή 40; Και ποιος σου είπε ότι έγινα χρήσιμος στην κενωνία;

Μπλόγκερ έγινα... Σνιφ!