ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

Μια ρεβυθιά στο Ηράκλειο - Λέιντεν - Λισσαβώνα - Αθήνα - πάλι Ηράκλειο


29/12/09

Ο μίτος του μύθου (Χόρχε Λουίς Μπόρχες)

Ο μίτος που το χέρι της Αριάδνης έβαλε στο χέρι του Θησέα (στο άλλο του ήταν το σπαθί) έτσι ώστε αυτός να βυθιστεί στο λαβύρινθο και να βρει το κέντρο του, τον άνθρωπο με την κεφαλή ταύρου ή, όπως το θέλει ο Δάντης, τον ταύρο με την κεφαλή ανθρώπου, και να τον θανατώσει και να μπορέσει επιτέλους, όταν θα ‘χει επιτελέσει τον άθλο του, να λύσει τους πέτρινους κόμπους και να γυρίσει σ’ αυτήν, την αγαπημένη του.

Έτσι έγιναν τα πράγματα. Ο Θησέας δεν μπορούσε να ξέρει πως στην άλλη άκρη του λαβυρίνθου βρισκόταν ο άλλος λαβύρινθος, αυτός του χρόνου, και πως σ’ έναν προκαθορισμένο τόπο βρισκόταν η Μήδεια.

Ο μίτος χάθηκε· το ίδιο κι ο λαβύρινθος. Σήμερα, εξακολουθούμε να μη ξέρουμε αν μας περιβάλλει ένας λαβύρινθος, ένα μυστικό σύμπαν ή ένα επικίνδυνο χάος. Το ευτυχές μας χρέος είναι να φανταζόμαστε ότι υπάρχει ένας λαβύρινθος και ένας μίτος. Αυτόν το μίτο δε θα τον βρούμε ποτέ· ίσως τον συναντάμε και τον χάνουμε σε μια πράξη πίστης, σε μια αρμονία, σ’ ένα όνειρο, στις λέξεις που ονομάζονται φιλοσοφία, ή, πολύ απλά, στην απέριττη ευτυχία.


Κνωσσός, 1984


Χ.Λ. Μπόρχες, Άπαντα Πεζά, εκδ. Ελληνικά Γράμματα
Μετάφραση, Επιμέλεια, Σχόλια: Αχιλλέας Κυριακίδης

22/12/09

Οι περιπέτειες του κάπτεν-Νέτου reloaded

Καλλιτεχνική απεικόνιση με τίτλο "Ο καπτεν-Νέτος συναντά τη Γοργόνα", έργο αγνώστου καλλιτέχνη από τη Γη του Πυρός γύρω στα τέλη του 17ου αιώνα, αν και ορισμένοι υποστηρίζουν ότι το έργο είναι προκολομβιανής περιόδου. Σε κάθε περίπτωση, η φήμη του κάπτεν-Νέτου προηγείται της εποχής του.

Όλη νύχτα φύσαγε στις Τρεις Κλεισιές, αλλά στο βάθος του κόλπου δεν έπιανε καθόλου κύμα. Το σκάφος ήταν δεμένο με δυο κάβους στο ρεμέτζο (που ήταν μια ποντισμένη, σκουριασμένη μηχανή) και κρατιόταν καλά και πάνω στην άγκυρά του. Ο σκίπερ που κοιμόταν έξω ξύπνησε πριν το πρώτο φως, και μαζί του ο Ίμερος που είχε πιάσει τον απέναντι πάγκο. Μπήκαν να φτιάξουν καφέ - ο θόρυβος ξύπνησε τον Keel Bill που ανέβηκε κι αυτός. Η Μαρίστρα και η Βιντσιρέλλα κοιμόντουσαν στην πλωριά καμπίνα, η Κάντυ στη μία από τις πρυμιές. Τα αγόρια είπαν να ξεκινήσουν μόλις θα έβγαινε το φως, και να βγάλουν το σκάφος από τον κόλπο έχοντας κάποια ορατότητα. Μοίρασαν ρόλους - ο σκίπερ στο τιμόνι, ο Keel Bill στο ρεμέτζο, ο Ίμερος στον άλλο κάβο...

- Θέλουμε άλλον έναν, να είναι στον αργάτη της άγκυρας.
- Να ξυπνήσω τα κορίτσια;
- Δε χρειάζεται
, ακούστηκε μια βαθειά φωνή από τα σκοτάδια της πλώρης.

Στο λυκαυγές αχνοφάνηκε μια σιλουέτα να σαλεύει δίπλα στον πρότονο. Στο ένα χέρι κρατούσε τον αργάτη της άγκυρας. Με το άλλο άναψε τσιγάρο: στο αβέβαιο φως του αναπτήρα εμφανίστηκαν τα γνώριμα χαρακτηριστικά του Νέτου. Τράβηξε μια γερή ρουφηξιά. Οι πρωινές ομίχλες άρχιζαν να διαλύονται, η μέρα ερχόταν. Ο βυθός κάτω από το σκάφος άρχιζε να ξεχωρίζει.

- Είμαστε έτοιμοι; ρώτησε ο σκίπερ.
- Είμαστε πάντα έτοιμοι, απάντησε ο Νέτος ανάμεσα σε συννεφάκια γαλάζιου καπνού.



"Είμαστε πάντα έτοιμοι", είπε ο κάπτεν-Νέτος και κοίταξε γύρω του. Δεν ήταν ερώτηση αυτό, ήταν διαταγή. Το πλήρωμα ήταν άντρες άφοβοι, έμπειροι και αποφασιστικοί. Όμως ο κάπτεν-Νέτος ήταν σαν πατέρας για όλους τους, και πρόσεχε να τους έχει απίκο, για το δικό τους το καλό. "Γιατί αν δεν είμαστε έτοιμοι η θάλασσα δεν θα συγχωρήσει τίποτα. Θα κάνει το σκαρί κολυμπηθρόξυλο, όπως έκανε η φάλαινα το Μόμπυ-Ντικ".

- Καπετάνιο... ακούστηκε ο λοστρόμος.
- Τι θες; ρώτησε απότομα ο κάπτεν-Νέτος.
- Νομίζω πως Μόμπυ-Ντικ λεγόταν η ίδια η φάλαινα. Το σκάφος το λέγανε αλλιώς.
- Σκασμός! στο πόστο σου! είπε κοφτά ο κάπτεν-Νέτος, και ο λοστρόμος έντρομος άρχισε να ματίζει κάτι παλαμάρια.

Το σκάφος άρχιζε σιγά σιγά να τραμπαλίζεται από διαδοχικά κύματα. Ο άνεμος δυνάμωνε όσο περνούσε η ώρα. Ο κάπτεν-Νέτος συλλογιζόταν ότι η νύχτα θα ήταν δύσκολη. Είχε εμπιστοσύνη και στο σκαρί του και στο πλήρωμα, και πιο πολύ απ' όλα είχε εμπιστοσύνη στον εαυτό του. Όμως η θάλασσα δεν αστειεύεται ποτέ - τη μια στιγμή μπορεί να σε χαϊδεύει και την επόμενη να σε αφήσει συντρίμμια.



- Συντρίμμια; ρώτησε η Βιντσιρέλλα με απορία κοιτάζοντας το κόκκινο μπλουζάκι του Νέτου.
- Όχι ακριβώς, περίπου. Sea'n'dream. Για τους φίλους Συντρίμ...
- Και έτσι βρήκατε να τη βγάλετε την ομάδα;
- Των αρχαρίων. Στους προχωρημένους είμασταν αλλιώς.
- Πώς αλλιώς;
- Χύμα στο κύμα.

Κούνησε το κεφάλι της. Ήταν το πιο πρόσφατο μέλος της ομάδας, τα πρώτα επεισόδια τα είχε χάσει. Ύστερα κοίταξε προς την πλώρη - το σκάφος ταξίδευε νότια, σημαδεύοντας την είσοδο της καλδέρας, ανάμεσα Σαντορίνη και Θηρασιά. Η Ίος έμενε πίσω σιγά σιγά. Ξημέρωνε καλά πια. Το αεράκι πήρε να δυναμώνει, άνοιξαν και τη τζένοα μετά από τη μαΐστρα. Στο GPS φαινόταν η ένδειξη της ταχύτητας, πάνω από έξι κόμβοι. Ο σκίπερ έσβησε τη μηχανή. Ακουγόταν μόνο ο επαναλαμβανόμενος παφλασμός των κυμάτων.



Ακουγόταν μόνο ο επαναλαμβανόμενος παφλασμός των κυμάτων. Το έμπειρο αυτί του κάπτεν-Νέτου όμως άκουγε πιο βαθιά - άκουγε την ανεπαίσθητη διαφορά από κύμα σε κύμα καθώς ο καιρός δυνάμωνε. Ο ουρανός ήταν ακόμα ασυννέφιαστος, αλλά για πόσο; Αναρωτήθηκε αν έπρεπε να προσεγγίσουν τις ηπειρωτικές ακτές και να αναζητήσουν καταφύγιο σε κανέναν απάνεμο κολπίσκο. Από την άλλη σκεφτόταν ότι αν τους έπιαναν οι ανταληγείς άνεμοι σε τούτη την απόμερη γωνιά του Νoτίου Ημισφαιρίου, καλύτερα να μην ήταν κοντά σε ακτές, γιατί οι καιροί και τα ρεύματα μπορεί να τους τραβούσαν πολύ μακριά και αντί να πέρναγαν τον πορθμό του Μαγγελάνου να εξορίζονταν στην αφιλόξενη Γη του Πυρός, που αντίθετα από ό,τι λέει το όνομά της είναι εντελώς παγωμένη.

- Μα τους χίλιους καρχαρίες! Στις Μαλβίνες! είπε ο κάπτεν-Νέτος και το πρόσωπό του φωτίστηκε.
- Στα νησιά Φώκλαντ δηλαδή; ρώτησε ο λοστρόμος με απορία.

Το πρόσωπο του κάπτεν-Νέτου σκοτείνιασε.

- Σιωπή, πράκτορα των Εγγλέζων! Στις Μαλβίνες, είπα!

Ο λοστρόμος, που ήταν της σχολής του Αγγλικού Ναυαρχείου άρχισε να μουρμουράει "μα εμένα στη σχολή αλλιώς μου τα είπανε" αλλά εν τέλει το βούλωσε κι άρχισε να επιθεωρεί τις καντηλίτσες των μούτσων. Ο κάπτεν-Νέτος μπήκε στη γέφυρα. Κοίταξε προσεκτικά το χάρτη του Νότιου Ατλαντικού. Μέτρησε μια απόσταση με το ασημένιο κουμπάσο του και τη μετέφερε με το διπαράλληλο στο ανεμολόγιο. Ύστερα διέταξε τον τιμονιέρο:

- Πορεία εκατόν ογδονταπέντε.
- Εκατόν ογδονταπέντε, επανέλαβε ο τιμονιέρος.



- Εκατόν ογδονταπέντε, είπε ο Σαρανταεφτά αφήνοντας το τιμόνι στον Ίμερο, και κατέβηκε στο chart-table να δει τους χάρτες. Ο Νέτος ρύθμισε το φορητό GPS στο map και το σκάφος φάνηκε στην οθόνη σαν μια κουκίδα στην έξοδο της καλδέρας. Η Κάντυ ανέβηκε στα σπιράγια για ηλιοθεραπεία. Η Βιντσιρέλλα καθόταν στο στασίδι της πρύμης - τα μαλλιά της ανέμιζαν στον αέρα. Ο Keel Bill προσγειώθηκε με φόρα στον αριστερό πάγκο, πάνω σε ένα μισογεμάτο κουτί με μπισκότα που μετατράπηκε αυθωρεί σε σκόνη.

Ο Σαρανταεφτά τον χτύπησε φιλικά στην πλάτη "Γεια σου ρε βασιλιά της σκόνης" και ξανάπιασε το τιμόνι. Ο Ίμερος άρχισε να τραβάει φωτογραφίες τη θάλασσα και τον ουρανό και το δράκο στην άκρη της Θηρασιάς.

- Θεέ μου, τι μπλε ξοδεύεις για μη σε βλέπουμε, είπε.
- Κοιτάξτε, δελφίνια! είπε η Κάντυ.

Όλοι κοίταξαν δεξιά, στο σημείο που δυο πτερύγια ξεπρόβαλλαν από το μπλε και ταξίδευαν με χάρη προς τα δυτικά. Ο Νέτος έπιασε να τραγουδάει:

Εκεί στης Ύδρας τ' ανοιχτά και των Σπετσών
να σου μπροστά μου ένα δελφινοκόριτσο...

- Με ζήτησε κανείς; ακούστηκε η φωνή της Μαρίστρας από τη φάλκα. Το μελαχροινό κεφάλι της ξεπρόβαλλε με τα άταχτα, κατσαρά μαλλιά της να ανεμίζουν.

Η σκιά της γοργόνας ενώ στέκεται πάνω στην ψαρίσια ουρά της και ατενίζει το πέλαγος. Δεν φαίνεται αυτοπροσώπως διότι όπως όλοι γνωρίζουμε όποιος τη δει μαρμαρώνει. (Η φωτό είναι κλεμμένη από τη Μαρίστρα στο facebook).


Το μελαχροινό κεφάλι της ξεπρόβαλλε με τα άταχτα, κατσαρά μαλλιά της να ανεμίζουν. Το σκάφος έμεινε να αιωρείται ανάμεσα σε δυό κύματα, καθώς η γοργόνα το κρατούσε με το ένα χέρι. Η ψαρίσια ουρά της ταλαντευόταν στον αφρό των κυμάτων. Οι ναύτες είχαν μείνει με κάτασπρα πρόσωπα από τον τρόμο. Άλλος καλούσε τον Άη-Νικόλα σε βοήθεια, κι άλλος τον Ποσειδώνα.

- Είναι η γοργόνα, η αδελφή του Μεγαλέξανδρου! ψέλισσε ο λοστρόμος.
- Η κόρη του Αλέξανδρου, εξυπνάκια, τον διόρθωσε η γοργόνα.
- Και της Ρωξάνης; επέμεινε ο λοστρόμος.
- Και της Πελαγίας, είπε μάλλον εκνευρισμένη η γοργόνα. Πού είναι ο καπετάνιος σου;

Η αρχοντική κορμοστασιά του κάπτεν-Νέτου ξεπρόβαλλε στην κουπαστή της γέφυρας. Ήταν ο μόνος που είχε κρατήσει το φυσικό του χρώμα. Χωρίς να λυγίσει βλέφαρο, χωρίς να χαράξει ρυτίδα, κοίταξε τη γοργόνα ίσα στα μάτια.

- Εδώ είναι ο καπετάνιος. Τι θες;
- Ωραίο το σκαρί σου. Πώς το λένε;
- Γράφει, είπε αδιάφορα ο κάπτεν-Νέτος.

Η γοργόνα έσκυψε προς την αριστερή μάσκα για να διαβάσει το όνομα του σκάφους. Τα μαλλιά της έγειραν αποκαλύπτοντας λίγο από δεξί της στήθος. Οι κατάχλωμοι ναύτες και ο λοστρόμος βρήκαν λίγο από το χρώμα τους και τεντώθηκαν για να το δουν καλύτερα. Ο κάπτεν-Νέτος πάλι δε σάλεψε ρούπι. Η γοργόνα ξαναγύρισε στην όρθια θέση και οι ναύτες στο κλασικό άσπρο χρώμα τους.

- "Μιράμπελλο"; Τι όνομα είναι αυτό;
- Αυτό γουστάρω. Έχεις κανένα καλύτερο;
- Μμμ... "Καμάρι της Γαρίπας" ίσως;
- Γι' αυτό μας σταματησες μεσοπέλαγα, για να μας ξαναβαφτίσεις; ρώτησε αγανακτισμένος ο κάπτεν-Νέτος.
- Καλά, ντε. Μη συγχίζεσαι. Ένα αστείο κάνουμε, να γελάσει λίγο το χειλάκι σου.
- Όταν λευτερωθεί η Κρήτη, τότε θα χαμογελάσω, είπε ο κάπτεν-Νέτος αλύγιστος. Άσε μας κάτω τώρα και άντε καλιά σου.

Στιγμές απόλυτης σιωπής ακολούθησαν, βουτηγμένες στην αγωνία. Οι ανάσες των ναυτών είχαν σταματήσει, κι ακόμα και τα κύματα της θάλασσας λες και είχαν κοπάσει. Τα βλέμματα του κάπτεν-Νέτου και της γοργόνας διασταυρώνονταν γεμάτα ηλεκτρισμό. Ύστερα η γοργόνα ακούμπησε αργά το σκάφος πάνω στην επιφάνεια της θάλασσας λέγοντας:

- Λένε διάφορες ιστορίες για μένα, αλλά κατά βάθος είμαι καλή ψυχή.
- Θα το 'χω υπόψιν μου, είπε ο κάπτεν-Νέτος, κι ύστερα γύρισε στο εμβρόντητο πλήρωμα:

- Τι κάθεστε; Κοιμάστε; Πόντζα α λα μπάντα, τώρα! ΤΩΡΑ!

Ο κάπτεν-Νέτος έπιασε το τιμόνι και το γύρισε απότομα. Το σκάφος έστριψε αντίθετα περνώντας τον άνεμο από την πρύμη. Τα πανιά φούσκωσαν ξαφνικά και τα άλμπουρα έτριξαν, αλλά οι ναύτες κρεμάστηκαν στα σκοινιά και κράτησαν τα πανιά στη θέση τους. Το πολυταξιδεμένο σκαρί του Μιράμπελλου κινήθηκε με φόρα προς τα δυτικά, σημαδεύοντας τώρα το ακρωτήριο Χορν. Λίγες οργιές πιο πέρα, η ουρά της γοργόνας σάλευε παιχνιδιάρικα στα κύματα.

- Γειά σας ναυτάκια, καλό ταξίδι, φώναξε η γοργόνα από τη θάλασσα. Η φωνή της ακούστηκε βραχνή και βαθειά.



Η φωνή της ακούστηκε βραχνή και βαθειά. Μόλις είχε ξυπνήσει - κοίταξε γύρω της να αναγνωρίσει το τοπίο. Βγήκε στο κόκπιτ κι έκατσε δίπλα στον Ίμερο που συνέχιζε να τραβάει φωτογραφίες. Κοίταξε δεξιά-αριστερά σα να έψαχνε κάτι.

- Είχα αφήσει κάτι μπισκότα...

Όλοι κοίταξαν τον Keel Bill που κοιτούσε αιδημόνως τις πατούσες του. Η Κάντυ ξετρύπωσε κάτι άλλα μπισκότα και τα έδωσε στη Μαρίστρα. Ο αέρας ανακάτεψε την πλούσια κόμη του Σαρανταεφτά πριν φτάσει στο στασίδι της Βιντσιρέλλας.

Ο Νέτος έβγαλε από την τσέπη του μια φυσαρμόνικα ματζόρε.

(συνεχίζεται...)


Σ.Σ. Η αφήγηση επεκτείνει (όχι με απόλυτη χρονολογική συνέπεια) τις προγενέστερες "Περιπέτειες του Κάπτεν-Νέτου στη θάλασσα των Σαργασσών". Πιστές στο πνεύμα του κάπτεν-Νέτου, οι αφηγήσεις αυτές είναι περισσότερο θρύλος παρά ιστορία, οπότε ας μου συγχωρεθούν ορισμένες αναληθοφάνειες όπως οι ανταληγείς άνεμοι (του Ισημερινού) που φτάνουν ως το ακρωτήριο Χορν - τον καιρό του κάπτεν Νέτου μπορεί και να έφταναν. Στο ομώνυμο έργο του Μέλβιλ, ο "Μόμπυ-Ντικ" είναι όντως η φάλαινα, το πλοίο του κάπτεν-Έιχαμπ λέγεται Pequod. Μαλβίνες (κατά τους Αργεντινούς) και Φώκλαντ (κατά τους Άγγλους) είναι το ίδιο σύμπλεγμα νησιών ανατολικά της Γης του Πυρός για το οποίο οι δύο χώρες πολέμησαν το 1982. Δεν έχω ιδέα για τις σχολές λοστρόμων του Αγγλικού Ναυαρχείου, άλλα ξέρω κάτι αντίστοιχες κλασικές άγκυρες (τώρα έχουν βγει πιο μοντέρνες, εννοείται). Ο "δράκος" είναι ένα δρακόμορφο ακρωτήριο στη Θηρασιά. Η φράση του Ίμερου "Θεέ μου, τι μπλε ξοδεύεις για να μην σε βλέπουμε" είναι ένα από τα πιο όμορφα πράγματα που έχω ακούσει πάνω σε σκάφος, οπότε είπα να τη μεταφέρω και εδώ.

Για τη θεατρική μεταφορά του έργου του Καζαντζάκη "Ο Καπετάν Μιχάλης" έχει γράψει μερικά πολύ όμορφα τραγούδια ο Μάνος Χατζιδάκις - από εκεί έχω δανειστεί τις φράσεις "Ήταν η γοργόνα η αδελφή του Μεγαλέξανδρου" και "Όταν λευτερωθεί η Κρήτη, τότε θα χαμογελάσω". Στο "Δελφινοκόριτσο" του Λίνου Κόκκοτου οι στίχοι είναι του Οδυσσέα Ελύτη:
Εκεί στης Ύδρας τ' ανοιχτά και των Σπετσών
να σου μπροστά μου ένα δελφινοκόριτσο
Μωρέ τού λέω πούν' το μεσοφόρι σου
έτσι γυμνούλι πας να βρεις τ' αγόρι σου

Αγόρι εγώ δεν έχω, μου αποκρίνεται
Βγήκα μια τσάρκα για να δω τι γίνεται
Δίνει βουτιά στα κύματα και χάνεται
ξανανεβαίνει κι απ' τη βάρκα πιάνεται

Θεέ μου, συγχώρεσέ με, σκύβω για να δω
κι ένα φιλί μου δίνει, το παλιόπαιδο
Σα λεμονιά τα στήθη του μυρίζουνε
κι όλα τα μπλε στα μάτια του γυαλίζουνε

Άιντε μωρό μου, ανέβα και κινήσαμε
πέντε φορές τους ουρανούς γυρίσαμε


Nαυτάκια και δελφινοκόριτσα όλου του κόσμου, καλά ταξίδια και καλές γιορτές.


ΥΓ. Όπως ορθώς επισήμανε ο εκ των σχολιογράφων "αράπης" η φράση "Θεέ μου, πόσο μπλε ξοδεύεις για να μη σε βλέπουμε" είναι από τη Μαρία Νεφέλη του Οδυσσέα Ελύτη - και πάλι...

18/12/09

Ένα ποντίκι στον υπολογιστή μου

Εν προκειμένω, ένα ανθρωπάκι στον υπολογιστή του ποντικιού, δανεικό από το http://www.pages.drexel.edu/~nst22/fun/mouse.jpg

Όπως γνωρίζουν ήδη οι προσεκτικοί αναγνώστες του ιστολογίου (δηλαδή ο Θανάσης πάνω κάτω), εδώ και λίγες μέρες ανήκω ξανά στη συμπαθή τάξη των εργαζομένων. Η νέα μου δουλειά είναι δυο βήματα (ή τέλος πάντων είκοσι μέτρα) από την παλιά, και είναι φυσικά εργαστηριακή, όπως και όλες οι προηγούμενες. Είναι το πέμπτο διαδοχικό εργαστήριο στο οποίο μπαίνω, αλλά ενώ στο πρώτο είχα κάτσει αθροιστικά δέκα χρόνια (με μια διακοπή για στρατό ενδιάμεσα) και στο δεύτερο έξι, στο τρίτο έκατσα δεκαπέντε μήνες, στο τέταρτο επισήμως οκτώ, οπότε με βάση αυτή τη φθίνουσα πρόοδο σε τούτο θα πρέπει να κάτσω κάνα δίμηνο το πολύ. Βέβαια όσο ζει κανείς ελπίζει, οπότε αν δεν υπάρξει κανένα απρόοπτο μέχρι τα Χριστούγεννα, στο τέλος του χρόνου θα έχει ήδη περάσει ο ένας μήνας και θα αρχίσω να την παλεύω για τον επόμενο.

Ως καθώς πρέπει μοριακός βιολόγος (ναι, αυτή είναι η δουλειά μου), αντιμετωπίζω τους ζωντανούς οργανισμούς κυρίως ως πηγές DNA, οπότε θεωρητικά δεν θα έπρεπε να έχω ιδιαίτερες προτιμήσεις. Μέχρι τώρα έχω δουλέψει με σαλιγκάρια, έντομα διάφορα (μεταξοσκώληκες, πεταλούδες, μύγες του κρασιού και αφρικάνικα κουνούπια), αμφίποδα, κωπήποδα, κτενοφόρα και χαιτόγναθους (μη με ρωτήσετε τι σημαίνουν αυτές οι λέξεις, είναι μπλεγμένη ιστορία), αλλά ποτέ δεν έχω δουλέψει με θηλαστικά. Υπό κανονικές συνθήκες και το σημερινό μου εργαστήριο με κουνούπια ασχολείται, αλλά δεδομένου ότι ο κύκλος ζωής του παρασίτου της ελονοσίας που μελετάμε περιλαμβάνει κάποια στάδια σε θηλαστικά, στο εργαστήριο κυκλοφορούν κι από αυτά. Κι όταν λέμε "θηλαστικά" στους επιστημονικούς χώρους, συνήθως εννοούμε ότι το εργαστήριο εκτρέφει ένα και μοναδικό είδος θηλαστικού: την άσπρη, χνουδωτή και χαριτωμένη (;) εργαστηριακή μορφή του Mus musculus, ή αλλιώς το κοινό ποντίκι.

Επειδή με τα ποντίκια δυσκολεύεται κανείς να αναπτύξει το είδος της κοινωνικότητας και εξοικείωσης που αναπτύσσει με γάτες και σκύλους, αναλογικά λίγοι άνθρωποι έχουν ποντίκια ως κατοικίδια. Κατ' επιλογήν εννοώ, διότι ακουσίως έχουν ποντίκια γύρω τους πολύ περισσότεροι, αν και σαφώς λιγότερο άσπρα, χνουδωτά και συμπαθητικά (βλ. τον Ισοβίτη του Αρκά για μια ενδελεχή μελέτη πάνω στο αντικείμενο). Εγώ έχω πετύχει όλα αυτά τα χρόνια ελάχιστους ποντικόφιλους, λιγότερους ακόμα κι από όσους έχουν ωδικά πτηνά, χελώνες, ινδικά χοιρίδια ή κουνέλια, και ελάχιστα περισσότερους από όσους έχουν ιγκουάνες ή σαλαμάνδρες.

Δεδομένης και της γενικής επιφύλαξης που έχω απέναντι στα ζώα (με κάποιες εξαιρέσεις, δείτε εδώ για λεπτομέρειες), όλα αυτά τα χρόνια ελάχιστα νταλαβέρια είχα με ποντίκια και ποντικάδες. Θυμάμαι πάντως χαρακτηριστικά δύο γεγονότα από την πρώιμη ερευνητική μου σταδιοδρομία, όταν ως φοιτητής στα τέλη της δεκαετίας του '80 εκπονούσα τη διπλωματική μου εργασία στο πρώτο κατά σειρά εργαστήριο της ζωής μου. Στο διπλανό εργαστήριο ήταν ένας τύπος που όταν δεν σπούδαζε έκανε καταδύσεις με μπουκάλες, και είχε ένα τεράστιο ψώνιο να συνδυάσει τις σπουδές του με τους βυθούς. Για κάποιο περίεργο λόγο όμως δεν πήγε στο εργαστήριο Υδροβιολογίας να κοιτάει κοράλλια και σπόγγους στο μικροσκόπιο, αλλά βρέθηκε στο διπλανό από το δικό μου εργαστήριο, να μπουκώνει ποντίκια με υψηλές πιέσεις οξυγόνου και να μιμείται συνθήκες κατάδυσης.

Μια Παρασκευή βράδι (Απόκριες ήτανε) ο τύπος έφυγε για καταδυτικό Σαββατοκύριακο, αφήνοντας τα ποντίκια του ήσυχα στο κλουβί τους, το οποίο ήταν ανοιχτό από πάνω. Ήταν ωστόσο πολύ βαθύ και δεν υπήρχε περίπτωση να την κοπανήσουν - έτσι νόμιζε. Αργά τη νύχτα, κατά τη διάρκεια ενός θορυβώδους φοιτητικού αποκριάτικου πάρτυ, χώθηκα στο εργαστήριο (το δικό μας) για να ξετρυπώσω κάτι μπύρες από το εργαστηριακό ψυγείο. Άφησα κάτι πατατάκια πάνω στο γραφείο - όταν έκανα μεταβολή να τα πάρω είδα ένα ποντικάκι (άσπρο και χνουδωτό) να τα μασουλάει μακαρίως.

Το περιμάζεψα μέχρι τη Δευτέρα σε ένα πλαστικό κουτί με νερό, ποπ-κορν και γαριδάκια διάφορα (ατυχώς έγινε μούσκεμα με το νερό, διότι τα βλαμμένα τα εργαστηριακά ποντίκια έχουν μάθει να πίνουν από μπιμπερό μόνο) και το επέστρεψα στο νόμιμο ιδιοκτήτη του. Μου εξήγησε ότι την είχαν κοπανήσει όλα εκτός από δύο (ήταν καμμιά δεκαριά) με ένα πολύ απλό κόλπο: μόλις βεβαιώθηκαν ότι δεν τα βλέπει κανείς, μερικά από αυτά έφτιαξαν ένα είδος "μακριά γαϊδούρα" (τσαταλίνα-μανταλίνα για τους βορειοελλαδίτες) και παίρνοντας φόρα τα υπόλοιπα πηδούσαν πάνω από τα πρώτα και ακολούθως έξω από το κλουβί. Το "δικό μου" πήγε ένα βήμα παραπέρα και από το ανοιχτό παράθυρο πέρασε στο δίπλα εργαστήριο.

Δεν ήταν η μοναδική φορά που χρησιμοποιήθηκε αυτή η διαδρομή. Λίγο καιρό αργότερα κατάφερα με κόπους και βάσανα να ψήσω τους επικεφαλής του εργαστηρίου να βγάλουν από την αποστρατεία έναν παλιό υπολογιστή που είχαν σε ένα ντουλάπι και να τον εγκαταστήσουν στο γραφείο που δούλευα. Μιλάμε για τέλη δεκαετίας '80, αλλά το μηχάνημα ήταν των αρχών της ίδιας δεκαετίας, και είχε κοστίσει ένα μυθικό ποσό στον καιρό του. Δεν είχε σκληρό δίσκο, ήταν προγενέστερο των PC και έπρεπε να βάλεις στο ένα floppy το λειτουργικό του σύστημα (αυτοσχέδιο) και στο άλλο floppy μια δισκέτα με τα data σου. Είχε όμως χρωματάκια στην οθόνη (256 ολότελα) και ένα πληκτρολόγιο που ό,τι πλήκτρο και να πάταγες έκανε "μπιπ". Αυτό ήταν πολύ χρήσιμο διότι έκανε τον ίδιο ήχο είτε έγραφες ένα επιστημονικό κείμενο είτε έπαιζες space invaders (το κλασικό "ούφο" παιχνιδάκι της εποχής), κι έτσι ο επιβλέπων καθηγητής σου που άκουγε τα "μπιπ" δεν αντιλαμβανόταν αυτομάτως ότι λουφάρεις αν δεν ερχόταν πάνω από τον ώμο σου.

Ένα απόγευμα, αρχές καλοκαιριού, με ανοιχτά παράθυρα, καθόμουν και διάβαζα κάτι στον πάγκο του εργαστηρίου. Είχα την πλάτη στραμμένη στο γραφείο, όταν άκουσα το γνώριμο "μπιπ-μπιπ" πίσω μου. Δεδομένου ότι ήμουν ο μόνος χρήστης του εν λόγω υπολογιστή (λόγω space invaders κατά βάση) παραξενεύτηκα και γύρισα αμέσως να κοιτάξω. Είδα έναν άσπρο και χνουδωτό (άρα εργαστηριακό) αρουραίο να κόβει βόλτες στο πληκτρολόγιο. Σκέφτηκα ότι ο διπλανός πάλι κάποια τζιβιτζικουλιά θα είχε κάνει, αλλά μετά θυμήθηκα ότι αυτός είχε ποντίκια (μικρά) κι όχι αρουραίους (αναλογικά μεγάλους). Βγήκα πάντως απορημένος στο διάδρομο - πλήθη πανεπιστημιακών και ερευνητών περιεφέροντο ώστε να ακούσουν ευκρινώς την απορία μου.

- Ρε σεις, είναι ένα ποντίκι στον υπολογιστή μου.

Με κοίταξαν με συγκατάβαση.

- Μα πού ζεις αγόρι μου; Όλοι οι υπολογιστές έχουν ποντίκι πλέον.

Χαμογέλασα με νόημα. Ήξερα κάτι που όλοι αυτοί οι ρεμπεσκέδες δε μπορούσαν ούτε να φανταστούν.

- Ναι, αλλά το δικό μου είναι ζωντανό, ξέρετε...

Πάνω στην ώρα ο αρουραίος ξεπρόβαλλε πίσω μου από την πόρτα του εργαστηρίου, διέσχισε ταχύτατα το διάδρομο περνώντας ανάμεσα σε πόδια πανικόβλητων διδακτόρων και χώθηκε βιαστικά στην αίθουσα φυγοκέντρων όπου και συνελήφθη εν τέλει, αφού έσπειρε πρώτα τη σύγχιση κι έναν εφήμερο (φευ...) πανικό στο αφάν-γκατέ της επιστημονικής κοινότητας της χώρας.

Εναλλακτική χρήση ποντικιού σε μεταμοντέρνο υπολογιστή, από τον Αρκά. Αστεία αστεία, το σκιτσάκι είναι από mouse pad.

8/12/09

Η δάμαλις τον μόσχον

"Ἡ δάμαλις τὸν μόσχον, ἐν Ξύλῳ κρεμασθέντα, ἠλάλαζεν ὁρῶσα." Τοιχογραφία της Σταύρωσης από το Μοναστήρι της Studenica στη Σερβία (υπεξαιρέθηκε από το http://strofi.wordpress.com)

Το μουγκάνισμα ακουγόταν κάθε μέρα, όλο το καλοκαιρί σχεδόν. Αυτός που είχε την αγελάδα προφανώς την έδενε σε διαφορετικά σημεία για να βοσκήσει, αλλά στην αμφιθεατρική πλαγιά ανάμεσα σε Κατσίριφο, Βουνάρα και Ράχη ο ήχος πολλαπλασιαζόταν και έφτανε καθαρά μέχρι τον αμαξωτό δρόμο και χανόταν μόνο μέσα στα σοκκάκια του Ευδήλου για να σβήσει τελείως πια όταν πλησίαζε την πολύβουη πλατεία και το λιμάνι. Σε μια εν πολλοίς αγροτική περιοχή, έστω και σε νησί, το μουγκάνισμα μιας αγελάδας δεν είναι τίποτα ασυνήθιστο, αλλά η συγκεκριμένη δεν φώναζε μια στις τόσες - φώναζε συνέχεια.

- Άρρωστη είναι; αναρωτήθηκα μουρμουρίζοντας.
- Ποια είναι η άρρωστη; φώναξε η μάνα μου από την κουζίνα. Μόλις ακούει για αρρώστιες ευαισθητοποιείται.
- Η αελέ. (Στην ικαριακή ντοπιολαλιά "αελέ" είναι η αγελάδα. Ο ταύρος είναι "βους", όπως στα αρχαία.)
- Ποια; απόρησε η μάνα μου, που δε με ακούει συχνά να εκφράζομαι με ιδιωματισμούς.

Πάνω στην ώρα ξανακούστηκε το μουγκάνισμα. Παρατεταμένο, διαπεραστικό. Ήταν σχετικά κοντά σήμερα.

- Μάλλον θα της πήραν το παιδί της, συμπέρανε η μάνα μου.
- Το μοσχάρι; Γιατί;
- Για να κόψει, να μην πίνει γάλα και να μπορούν να την αρμέγουν. Ή και για σφάξιμο, ποιος τους ξέρει. Αυτή πάντως το ψάχνει.
- Και θα το ψάχνει καιρό;


Η μάνα μου δεν απάντησε και ξαναπήγε στην κουζίνα. Το μουγκάνισμα ακούστηκε ξανά, έναν τόνο πιο ψηλά αυτή τη φορά. Θυμήθηκα ένα περιστατικό με μια αγελάδα από τα παιδικά μου χρόνια. Πρέπει να ήταν το καλοκαίρι του 1978, μέναμε τότε στην Ακαμάτρα. Ο θείος ο Δημήτρης (ο Χειλάς) είχε φέρει ένα δαμάλι στο χωράφι δίπλα στο σπίτι, για σφάξιμο. Εμείς είμασταν παιδιά της πόλης και η όλη διαδικασία είχε για μας κάτι το πρωτόγονο, ωστόσο η περιέργεια υπερίσχυσε της αποστροφής και πήγαμε να δούμε πώς γίνεται.

Θυμάμαι το ζώο κρεμασμένο, με το αίμα να τρέχει στο χώμα. Σήμερα ξέρω ότι η πρακτική αυτή έχει θρησκευτική βάση (περιγράφεται εκτενώς στην Παλαιά Διαθήκη), καθώς η θρησκεία (εβραϊκή και χριστιανική, ενδεχομένως και το ισλάμ) απαγορεύει να τρως το αίμα του ζώου, οπότε η αφαίμαξη προηγείται του γδαρσίματος και του τεμαχισμού του. Θυμάμαι αρκετά καλά την ανατομία του (άλλωστε όπως έμαθα αργότερα, όλα τα σπονδυλόζωα μοιάζουν εσωτερικά) και τη μυρωδιά (η μάλλον την αποφορά) από τα σπλάχνα. Τα αδέλφια μου έφυγαν κάποια στιγμή, αλλά εγώ έμεινα μέχρι το τέλος σχεδόν.

Ρώτησα το Χειλά γιατί έπρεπε να το σφάξει το δαμάλι. Μου απάντησε ότι είχε μείνει πολύ καιρό στο βυζί της μάνας του και δεν είχε μάθει να τρώει μόνο του. Τώρα είχε μεγαλώσει πια και δυσκολευόταν να τραφεί, άρα "δεν έχει ζωή πια". Έμενε μόνο να το σφάξουν, παρότι ήταν αρκετά μεγάλο σε ηλικία για να πουληθεί για μοσχαρίσιο κρέας.

Γύρισα σπίτι με μια παράξενη αίσθηση - κυρίως για το ότι η προσκόλληση στο γάλα της μάνας του ήταν η θανατική καταδίκη του ζώου. Μου φάνηκε αφύσικο, εξωφρενικό. Πάντως απέφευγα να περνάω από το συγκεκριμένο χωράφι για κάμποσο καιρό, μου φαινόταν ότι η μυρωδιά ήταν ακόμα εκεί, κι ότι το αίμα ακόμα στράγγιζε στη γη. Μια μέρα, κάμποσο καιρό αργότερα, ο ξάδελφος ο Μίμης αποπειράθηκε ανυποψίαστος να περάσει μια άλλη αγελάδα από το σημείο εκείνο. Φαίνεται πως η αγελάδα κάτι μυρίστηκε στο χώμα και τσίνησε άσχημα, ο μικρός είδε κι έπαθε να τη μαζέψει. Θυμάμαι το μουγκρητό της όπως το ακούγαμε από το σπίτι, το βλέμμα της αγωνίας της καθώς πάλευε να γυρίσει προς τα πίσω, τον τρομοκρατημένο ξάδελφο που τα 'χε χαμένα μπροστά στην αναπάντεχη αντίδραση του ζώου στα καλά του καθουμένου.

- Θα το ψάχνει καιρό, απάντησε η μάνα μου με καθυστέρηση φάσης. Για πάντα θα το ψάχνει, απλά κάποτε ίσως σταματήσει να φωνάζει.

Έψαξα και βρήκα το τροπάριο από τα εγκώμια του Επιταφίου, από την τρίτη στάση (το "Αι γεναί πάσαι"), που λέει "Ἡ δάμαλις τὸν μόσχον, ἐν Ξύλῳ κρεμασθέντα, ἠλάλαζεν ὁρῶσα." Σκέφτηκα ότι η εικόνα της Παναγίας που κλαίει τον Εσταυρωμένο όπως η αγελάδα το μοσχάρι της υπήρξε ίσως εξαιρετικά οικεία στους παλιούς ανθρώπους, και εξαιρετικά ταιριαστή για το θρήνο τους. Σήμερα οι παραστάσεις μας είναι αναμφίβολα διαφορετικές, χώρια που έχω την αίσθηση ότι οι άνθρωποι θεωρούν ότι το να θρηνεί κανείς δεν είναι και πολύ καθώς πρέπει.

Αλλά η δάμαλις αυτό δεν το ήξερε και συνέχισε να αναζητάει τον μόσχον της μέχρι που βράδιασε. Η ίσως έπρεπε να πω ότι όταν βράδιασε κατέβηκα κι εγώ στη βουή της πλατείας και του λιμανιού και ξενύχτησα μέχρι το πρωί, ως είθισται.

Εκεί δεν την άκουγα πια.

2/12/09

Ατασθαλίες και παρεκτροπές

Το ιστορικό Χερκουλάνουμ στα καλύτερά του: η εν εγκαταλείψει βενετική κρήνη Πριούλι δίπλα σε ετομόρροπο οίκημα μάλλον οθωμανικής περιόδου (με καφασωτό μπαλκόνι) απέναντι από τυπική πολυκατοικία δεκατίας 1970.

Ο τρόπος με το οποίο η ζωή μας κάνει κύκλους είναι καμμιά φορά αστείος. Φεύγεις μια μέρα και λες "πάει, αυτό ήτανε" και μάλιστα χωρίς να στεναχωρηθείς και πολύ, λες και δραπετεύεις από μια σχέση που σε αφήνει ανικανοποίητο, και ξεκινάς μια υποτιθέμενη περιπλάνηση στο άγνωστο (ή τέλος πάντων στο ανοίκειο). Κάμποσο καιρό και πολύ κόπο αργότερα ξαναγυρίζεις εκεί που ξεκίνησες, η λίγα βήματα πιο πέρα. Τα πράγματα μοιάζουν ίδια, ή περίπου. Αλλά ο τρόπος που τα βλέπεις έχει αλλάξει κάπως.

Σε αυτή τη μεριά του κτιρίου, το κινητό δεν έχει σήμα. Το γραφείο είναι όμοιο, όπως όλα, αλλά τα πράγματά σου είναι τοποθετημένα με διαφορετική σειρά. Ακούγεται ένας μάλλον ενοχλητικός θόρυβος ενός ψυγείου - ενοχλητικός μόνο για τα δικά σου αυτιά, καθώς οι αλλοι έχουν συνηθίσει κατά πως φαίνεται. Η θέα από το παράθυρο είναι λίγο διαφορετική, αλλά μόνο λίγο. Στήνω τον υπολογιστή και περιφέρομαι στα ιστολόγια - έχω πολύ καιρό να το κάνω. Η δουλειά θα αρχίσει αύριο στα αλήθεια, η σημερινή μέρα είναι αναγνωριστική μάλλον.

Το πρωί έβρεχε και δεν μπόρεσα να γυρίσω καθόλου στην πόλη. Έμεινα κάμποση ώρα στο δωμάτιο με τους καθρέφτες, τακτοποιώντας πράγματα από και προς βαλίτσες. Σκέφτομαι ότι πρέπει να αρχίσω να ψάχνω για σπίτι, ή ίσως να περιμένω κάνα-δυο βδομάδες να δω πώς είναι. Δε νομίζω να είναι και πολύ διαφορετικά, πάντως. Θα αλλάξω λιγάκι το προφίλ στο ιστολόγιο, θα ξαναγράψω τη λέξη "Ηράκλειο" και θα σβήσω το "άνεργος" από τη λίστα με τις λέξεις από άλφα. Έχει μια διαφορά, όχι ακριβώς "ειδοποιό", αλλά πάντως είναι κάτι.

Πριν λίγες μέρες συνάντησα στο Μετρό (της Αθήνας, εννοείται) μια κοπελίτσα που είχα αφήσει πίσω στην Κρήτη. Μου φάνηκε αφύσικα αδυνατισμένη (όχι πως ήταν καθόλου γεμάτη και πριν). Ρώτησα πώς και ήταν στην Αθήνα - μου είπε ότι παράτησε το επιστημονιλίκι και αποφάσισε να ασχοληθεί στα σοβαρά με το χορό. Προετοιμάζεται για σχολές, γυμνάζεται (εξ' ου και το αδυνάτισμα), δουλεύει για να τα βγάλει πέρα. Είναι νέα (γύρω στα εικοσιτρία), όχι ακριβώς όμορφη αλλά πάντως πολύ πολύ γλυκειά. Τη ρώτησα αν είναι ευτυχισμένη με αυτό που κάνει, μου απάντησε ότι είναι πολύ πιο καλά από όσο ήταν στην Κρήτη. Της ευχήθηκα καλή δύναμη, καλή επιτυχία ή ό,τι εύχονται σε αυτές τις περιπτώσεις. Με ρώτησε αν είμαι εγώ ευτυχισμένος, αλλά φτάναμε στο σταθμό που θα κατέβαινε. Ευτυχώς μάλλον - δεν είμαι και πολύ βέβαιος για την απάντηση.

Σιγοσφυρίζω ένα αστείο τραγουδάκι που έχει γράψει παλιότερα ο Βασίλης Νικολαΐδης (ο λεγόμενος και Σανταρόζας, προ είκοσι-τριάντα ετών). Λέγεται "Ατασθαλίες" (από τον ομώνυμο δίσκο) και περιγράφει τις διακοπές ενός προβληματικού ζεύγους, μεταξύ διαφόρων νήσων του αρχιπελάγους και γενικού φόβου για την εξάπλωση του AIDS. Ο αφηγητής επιχειρεί διάφορες αποδράσεις (ατασθαλίες και παρεκτροπές) αλλά στο τέλος γυρνά πίσω στη ασφαλή, γνωστή αγκάλη της αιώνιας (αν και εξίσου παρεκτρεπόμενης) αγαπημένης του. Μάλιστα, αφού έχει κάνει τη βόλτα του (και υπό το κράτος του φόβου για τον τρομερό ιό) ανακαλύπτει και όψεις της πραγματικότητας που δεν είχε εκτιμήσει νωρίτερα: ...κι έτσι το πήρα απόφαση, θα έμενα μαζί σου / είναι ανεπανάληπτο το φλογερό κορμί σου.

Ανεπανάληπτο Χερκουλάνουμ, I am back...

30/11/09

Ενός λεπτού σιγή (Ντίνος Χριστιανόπουλος)

Εσείς που βρήκατε τον άνθρωπό σας
κι έχετε ένα χέρι να σας σφίγγει τρυφερά
έναν ώμο ν' ακουμπάτε την πίκρα σας
ένα κορμί να υπερασπιστεί την έξαψή σας,

Kοκκινίσατε άραγε για την τόση ευτυχία σας
έστω και μια φορά;
Είπατε να κρατήσετε ενός λεπτού σιγή
για τους απελπισμένους;


Ντίνος Χριστιανόπουλος
"Ποιήματα"

25/11/09

Κλυταιμνήστρα

Η Κλυταιμνήστρα εκφράζει προς την Κασσάνδρα το γήινο και χοϊκό στοιχείο της προσωπικότητάς της.

Είχαμε δέσει ήδη κάνα δίωρο και καθόμασταν αραχτοί στην παραλία, εξουθενωμένοι από το πολύωρο ταξίδι. Η Ξανθίππη εμφανίστηκε με ανοιγμένα πανιά και προσέγγισε το λιμανάκι της Ηρακλειάς αργά, ψάχνοντας για αγκυροβόλιο. Είχαμε συναντηθεί ξανά το πρωί στη Σαντορίνη, αλλά εμείς περάσαμε μέσα από την καλδέρα, δίπλα από τη Θηρασιά, χωρίς στάση, ενώ εκείνοι έστριψαν προς τη Βλυχάδα για να παραλάβουν μερικούς εξτρά επιβάτες που είχαν ταξιδέψει με το ταχύπλοο από Ηράκλειο για να αποφύγουν την ολονύχτια ταλαιπωρία στα κύματα. Ύστερα συνέχισαν πίσω μας, πέρασαν την Ίο και τη Σχοινούσα, και νάτοι τώρα έτοιμοι να πλαγιοδετήσουν στην εξωτερική πλευρά της προβλήτας, καθώς μέσα ο χώρος ήταν ήδη υπερπλήρης.

Με το που πετάχτηκαν τα σκοινιά προς τις δέστρες και το σκάφος ψευτοακούμπησε με τα μπαλόνια του στο μώλο, μια γαλάζια μορφή καβάλησε τα ρέλια και όρμησε στη στεριά. Άκουσα από μακριά το Νώε να της φωνάζει "Στάσου μια στιγμή" αλλά η γαλάζια μορφή με γρήγορα αποφασιστικά βήματα απομακρύνθηκε από το σκάφος, τη θάλασσα, την προκυμαία και όλη την παραθαλάσσια ανθρωπότητα και όρμηξε προς τον οικισμό πιο αποφασιστικά από όσο ο προφήτης Ηλίας με το κουπί στην πλάτη.

"Τι έπαθε αυτή, μύγα την τσίμπησε;" αναρωτήθηκα μεγαλοφώνως κοιτάζοντας προς τη Μαρίστρα η οποία έτρωγε τα νύχια της επιμελώς (λόγω πρόσφατης διακοπής καπνίσματος - αλυσιτελούς ως απεδείχθη). Η Μαρίστρα σήκωσε τους ώμους και έμεινε να κοιτάζει τη γαλάζια μορφή που πλησίαζε. Όσο πιο κοντά έφτανε, τόσο πιο αναγνωρίσιμη γινόταν, μέχρι που έγινε η Σ., γνωστή ως φάτσα (είχαμε συμπέσει σε κάποιες παρέες) αλλά άγνωστη ως ιστιοπλόος και παντελώς αγνώριστη με το συσπασμένο πρόσωπο και το κενό βλέμμα που εμφάνιζε καθώς περνούσε από δίπλα μας. Κούνησα το κεφάλι σε ένδειξη χαιρετισμού και αποπειράθηκα να ψελλίσω κάτι αλλά δεν κατάφερα και πολλά - εκείνη πέρασε σφαίρα χωρίς να κουνήσει βλέφαρο και ανέβηκε τάχιστα προς κάτι καφετέριες - εστιατόρια που δέσποζαν στον κολπίσκο.

Αποφασίσαμε να πάμε κι εμείς για καφέ. Μαζέψαμε με το Νέτο και τη Μαρίστρα αργά αργά μαγιώ και πετσέτες και αρχίσαμε να ανηφορίζουμε νωχελικά (η Μαρίστρα λιγότερο νωχελικά, καθώς μασουλούσε μερικά νύχια καθ' οδόν). Μπήκαμε σε ένα από τα μαγαζιά με θέα στο λιμανάκι. Κάτσαμε σε ένα από τα τραπεζάκια με την καλύτερη θέα. Η Ξανθίππη είχε δέσει για τα καλά πια και ένας ένας οι επιβάτες της κατέβαιναν στη στεριά. Από τους δικούς μας, ο Σαρανταεφτά και ο Ίμερος είχαν πάει κοντά και κουβέντιαζαν με το Νώε και τους άλλους, χαζεύοντας και ένα θηριώδες δικάταρτο κρουαζιέρας με τούρκικη σημαία που είχε δέσει δίπλα - η κατά τα λοιπά χοντρούλα Ξανθίππη έμοιαζε καχεκτική δίπλα στο θηρίο. Η Βιντσιρέλλα λιαζόταν ακόμα στην παραλία όπως και η Κάντυ. Στο διπλανό τραπέζι εντόπισα τη Σ. την ώρα που αποτέλειωνε μια μακαρονάδα.

Ξαναπροσπάθησα το κόλπο με την κίνηση του κεφαλιού και ένα πιο ηχηρό "γεια". Αυτή τη φορά έπεσα μέσα στο οπτικό πεδίο και το πλαίσιο ενδιαφερόντων της και ο χαιρετισμός ανταποδόθηκε, μαζί με κάτι που έμοιαζε με χαμόγελο. Έβγαλε ένα τσιγάρο και κοίταξε γύρω της για φωτιά. Βούτηξα τον αναπτήρα που έκρυβε ο Νέτος στην τσέπη μου για τον φόβο των Ιουδαίων και προσφέρθηκα να της το ανάψω. Τράβηξε μια λαίμαργη ρουφηξιά και με κοίταξε με ένα γεμάτο βλέμμα τώρα. Είχε μεγάλα, όμορφα μάτια, που ήθελες να σε κοιτάζουν. Στα χείλη της σχηματίστηκε ένα πλατύ χαμόγελο (μεγάλα, όμορφα χείλη που ήθελες να σου χαμογελάνε). Είπε "ευχαριστώ" - η φωνή της ήταν βαθειά και καθαρή.

Τη ρώτησα αν την πείραξε η θάλασσα στο σκάφος - και μόνο η αναφορά στη θάλασσα της προκάλεσε μια ανησυχία. Την παρηγόρησα ότι όλοι μας είχαμε ταλαιπωρηθεί να χτυπιόμαστε τη νύχτα στο κύμα και μόνο το πρωί που ησύχασε... Με έκοψε ότι εκείνη το πρωί μπήκε. Από Σαντορίνη. Οι τάχα-μου-δήθεν έμπειροι ιστιοπλόοι κοιταχτήκαμε με νόημα: το πρωί ο καιρός ήταν μια χαρά. Ρωτήσαμε αν είχε ξαναπάει ταξίδι - μας εξήγησε ότι ήταν η πρώτη φορά που έμπαινε σε σκάφος. Και η τελευταία, κατά πάσα πιθανότητα, καθώς είπε ορθά-κοφτά ότι δεν θα ξανάμπαινε μέσα ο κόσμος να χαλάσει. Σιγά μην καθόταν δέκα μέρες σε εκείνο τον εφιάλτη.

Ο εφιάλτης Ξανθίππη λικνιζόταν ήρεμος και από μέσα του ξεπρόβαλλαν η Αμπιγιέζ και η Κατερίνα. Ήρθαν να συμπαρασταθούν στην κακοπαθισμένη φίλη τους και να την ψήσουν να επανακάμψει στο σκάφος - εις μάτην. Κάποια στιγμή παράτησαν την προσπάθεια και πήγαν για μπάνιο. Η Σ. έβγαλε άλλο ένα τσιγάρο κι εγώ σκέφτηκα ότι πρέπει να επανέλθω στο ρόλο μου. Αλλά με τη σκέψη στο ρόλο θυμήθηκα κάτι. "Ηθοποιός δε είσαι;" ρώτησα τη Σ. καθώς πρότεινα τον αναπτήρα. Με ξανακοίταξε με εκείνο το βλέμμα. Ήτανε. Τη ρώτησα πού θα έπαιζε το επερχόμενο καλοκαίρι. Μου είπε ότι θα συνεργαζόταν με ένα θίασο (δε θυμάμαι από πού, αλλά εκτός Κρήτης) και θα ανέβαζαν Αγαμέμνονα από την Ορέστεια του Αισχύλου. Τη σκέφτηκα στη διανομή - ήταν μάλλον πάνω από την ηλικία της Ηλέκτρας ή της Ιφιγένειας ή της Κασσάνδρας. Ρώτησα αν θα ήταν στο χορό. Κούνησε αρνητικά το κεφάλι. "Κλυταιμνήστρα", είπε.

Της είπα ότι ο ρόλος είναι άχαρος - αυτός ο παλιοχαρακτήρας που σκοτώνει τον άντρα της για ανεβάσει στο θρόνο το γκόμενο... Τα μάτια της άστραψαν. Υπερασπίστηκε την Κλυταιμνήστρα με πάθος (που ο γελοίος της θυσίασε την κόρη για να υπηρετήσει τη μωροφιλοδοξία του, της κουβάλησε και τη γκομενίτσα από την Τροία...). Σχολίασα ότι οι χαρακτήρες είναι πολύ πιο ανεπτυγμένοι στον Ευριπίδη από ό,τι στον Αισχύλο, αλλά μου αντέταξε ότι ο Αισχύλος είναι πιο κοντά στην αρχαϊκή εποχή και στο χοϊκό στοιχείο από το οποίο οι μύθοι αυτοί προέρχονται. Ύστερα γυρίσαμε στην Κλυταιμνήστρα - μου είπε ότι η Κλυταιμνήστρα ήταν τίγκα στο γήινο και το χοϊκό που λέγαμε. Μια γυναίκα με πάθη και επιθυμίες, και με μια σκοτεινή πλευρά που πηγάζει ακριβώς από αυτά τα πάθη. Ωστόσο, είναι η πρώτη μονάρχις που βγάζει το λαό (το χορό) επί σκηνής και διαλέγεται μαζί του.

Η Μάρθα Γκράχαμ ως Κλυταιμνήστρα στην ομώνυμη παράσταση μπαλέτου της δεκαετίας του '50 που θεωρήθηκε πρότυπο φεμινιστικής ανάγνωσης του μύθου.

Σχολίασα, ελαφρώς χολερικά, ότι το αποτέλεσμα του διαλόγου ήταν η ανάρρηση στο θρόνο του γκόμενου, που προφανώς κάλυπτε τη γήινη πλευρά της Κλυταιμνήστρας και με το παραπάνω. Αντέκρουσα τη φεμινιστική ανάγνωση της Κλυταιμνήστρας ως αρχετυπικού συμβόλου με την αναφορά στην Ηλέκτρα και την Κασσάνδρα, εξίσου γυναίκες αλλά η καθεμιά σε σύγκρουση με την πρωταγωνίστρια. Συμφωνήσαμε ότι η Κασσάνδρα δεν έφταιγε σε τίποτα (αιχμάλωτη και να μην την πιστεύει άνθρωπος), αλλά μου αντέτεινε ότι η Ηλέκτρα είναι υστερική και ζηλόφθων, καθώς οπλίζει το μικρό αδελφάκι και το στέλνει να εκδικηθεί.

Διαφωνήσαμε λίγο ακόμα, μέχρι που εμφανίστηκε δεύτερο κλιμάκιο από την Ξανθίππη, με γιατρό κιόλας, και μας έκοψε. Η γιατρός εξέτασε την Σ. και τη βρήκε περδίκι (είχε φουντώσει και λίγο από την κουβέντα μας και είχε βρει το χρώμα της σχεδόν τελείως). Μετά η Σ. κατέβηκε στην παραλία για μπάνιο. Μείναμε με το Νέτο και τη Μαρίστρα που τσακωνόντουσαν για το κάπνισμα, μέχρι που κατέβηκαν κι αυτοί προς το σκάφος. Εγώ έμεινα λίγο με τη γιατρό μέχρι να πιει τον καφέ της. Όταν σηκωθήκαμε είδα παρατημένο στο δίπλα τραπέζι ένα τσαντάκι και κάτι τσιγάρα, προφανώς της Κλυταιμνήστρας. Τα μάζεψα και της τα πήγα στην παραλία - τη βρήκα κουλουριασμένη στην άμμο ως γαλάζια ωραία κοιμωμένη, γήινη και χοϊκή. Άφησα αθόρυβα τα πράγματα δίπλα της αλλά μάλλον με κατάλαβε και μουρμούρισε ένα ευχαριστώ χωρίς να ανοίξει τα μάτια.

Την άλλη μέρα ξαναβρεθήκαμε με την Ξανθίππη σε έναν άλλο κόλπο της Ηρακλειάς, λίγο νοτιότερα. Η Κλυταιμνήστρα έκανε βουτιές από το σκάφος και κολυμπούσε σα δελφίνι. Τη ρώτησα αν ειχε συμφιλιωθεί με την ιστιοπλοΐα - μου είπε ότι μάλλον τα πήγαιναν καλά σήμερα. Ύστερα πήρε μια μάσκα και ένα διχτάκι και άρχισε να μαζεύει αχινούς. Δεν την ξαναείδα.

Πρόσφατα είδα τη γιατρό στο Ηράκλειο και ρώτησα πώς πέρασαν τις υπόλοιπες ιστιοπλοϊκές τους μέρες. Μου είπε ότι είχε βρωμόκαιρο και κλείστηκαν για κάμποσες μέρες στα Κουφονήσια. Ρώτησα πώς πέρασε η Κλυταιμνήστρα με τον καιρό - η γιατρός μου έδωσε να καταλάβω ότι η κοπέλα μάλλον θα ανηφόριζε με το ίδιο αποφασιστικό βήμα με ένα κουπί στην πλάτη ψάχνοντας τον τόπο που το εν λόγω αντικείμενο θα είναι άγνωστο. Όπως ο Οδυσσέας, μετά το τέλος της περιπέτειας.

Σ.Σ. Κατεβαίνοντας στον Άδη, ο Οδυσσέας συναντάει τον μάντη Τειρεσία που του προφητεύει τι πρέπει να κάνει στο τέλος της περιπέτειας: να πάρει ένα κουπί και να αρχίσει να ανεβαίνει μέχρι να φτάσει σε έναν τόπο που οι άνθρωποι δεν θα ξέρουν τη χρήση του. Η λαϊκή παράδοση αποδίδει αυτή την ιστορία στον Προφήτη Ηλία (φυσικά δεν υπάρχει κάτι τέτοιο στη Παλαιά Διαθήκη), γι' αυτό τα εκκλησάκια του βρίσκονται στις κορυφές των βουνών.

Για τη βόλτα στις Μικρές Κυκλάδες και τις τότε τσιγαροεμμονές της Μαρίστρας (τώρα το ξανάρχισε και βρήκε την υγειά της) έχω γράψει ήδη μια ανάρτηση με τίτλο Αάπη μου, λατρεία μου. Η τρέχουσα ιστορία διαδραματίζεται εν παραλλήλω, όπως τόσα και τόσα.

15/11/09

Πάλι τα ίδια;

Στρατιώτες χορεύουν κατά Τσαρούχη ζεϊμπέκικο, σε πίνακα αμφίβολης πολιτικής ορθότητας.

Πριν λίγο καιρό έγραψα μια ανάρτηση εντυπώσεων (Όχι, βέβαια...) από την παρουσία μου σε μια σχολική γιορτή για την επέτειο της 28ης Οκτωβρίου, τη λεγόμενη και επέτειο του ΟΧΙ. Σκοπός μου – όπως σε κάθε επετειακό κείμενο που έχω αναρτήσει στη Ροβιθέ – δεν ήταν να σχολιάσω κάτι για την ίδια την επέτειο, όσο με αφορμή την ημερολογιακή σύμπτωση να αναδείξω κάποιες παράλληλες όψεις της σημερινής πραγματικότητας, όπως φιλτράρονται μέσα από την προσωπική μυθολογία που είναι το κύριο αντικείμενο του παρόντος ιστολογίου (δείτε π.χ. τις αναρτήσεις Αιέν αριστεύειν και Παιδιά, της ελλάδος παιδιά).

Όπως κατά τεκμήριο συμβαίνει τώρα τελευταία που τα κείμενά μου έχουν γίνει υπερβολικά εσωστρεφή και αυτοαναφορικά, ελάχιστα σχόλια μάζεψα από το πολυπληθές κοινό που με διαβάζει. Μεταξύ αυτών ήταν πάντως και μια νέα είσοδος στους σχολιαστές του ιστολογίου (όχι και στους αναγνώστες του) που φέρει το κωδικό όνομα voupou (εικάζω ότι παραπέμπει στα Β.Π. ή Βόρεια Προάστεια, κι επειδή βορείως του Ηρακλείου είναι η θάλασσα, μάλλον στην Αθήνα θα κατοικοεδρεύει). Ο σχολιαστής αυτός βάζει (με το στόμα του Μάνου Χατζιδάκι) το ερώτημα «τι θα γινόταν αν λέγαμε ΝΑΙ».

«...πάλι στα ίδια θα ’μασταν», λέει ο Μάνος Χατζιδάκις , στις 28 Οκτωβρίου 1989, σε ένα απόσπασμα από την εκπομπή του στο Ρ/Σ Σκάι (εδώ ο σχετικός σύνδεσμος από το TVXS): «Ένα δυο χρόνια υπό συμμαχικήν επιστασίαν (θα ήμασταν). Mήπως δεν ήμασταν πέντε και δέκα χρόνια κάτω από αυτούς; Κι ύστερα συμμαχίες, συμφέροντα, αφού θα είχαν εγκατασταθεί οι κυβερνήσεις εκείνες του εξωτερικού που θα ’θελαν το ΟΧΙ εξαρχής. Μερικοί συνεργάτες των Γερμανών σε δίκες, κουρέματα γυναικών, όπως βάρβαρα συνέβησαν στην πολιτισμένη Γαλλία, κι ύστερα μες στη συμμαχία και τέλος στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα. Να, λοιπόν, γιατί τις εθνικές επετείους τις αντιμετωπίζω σαν ημέρα νεκρών. Άσε κι εκείνη τη μεταπολεμική ψευδαίσθηση που μας την καλλιεργούσαν και οι πρώτες μεταπολεμικές κυβερνήσεις μας, ότι ήμασταν οι πρωταγωνιστές του πολέμου, οι περιούσιοι των συμμάχων. Πιστεύαμε στο τέλος σαν τον Καραγκιόζη πως εμείς σκοτώσαμε τον κατηραμένον όφιν. Μεθύσαμε από δόξα, που μόνοι μας χαρίσαμε στους εαυτούς μας. Ώσπου ήρθε η πραγματικότητα, η μεγάλη καρπαζιά των μεγάλων φίλων. Μας τοποθέτησαν σ’ ένα τραπέζι που απουσιάζαμε και μας μοιράζανε κατά τα υψηλά συμφέροντά τους [...]».

Ο voupou υπερθεματίζει: «Δεν σας έφτασαν οι υποχρεωτικοί (γιατί άραγε να μπαίνουν απούσιες ημέρες που δεν γίνεται μάθημα;), εθνικιστικού τύπου εορτασμοί στους οποίους παρεβρεθήκατε ως μαθητής και πηγαίνετε οικειοθελώς ακόμα; Ψάλλατε και τον εθνικόν ύμνον; Εγώ πάλι από σπόντα έπεσα πάνω σε μια μαθητική παρέλαση φέτος και μου 'ρθε αναγούλα.[...]» Στη συνέχεια, παρεμβαίνει ο Idom σε αρκετά διαφορετικό μήκος κύματος (δείτε τα σχόλια εδώ), και στην απάντησή του ο voupou το τραβάει λίγο ακόμα, ανακατεύοντας Χριστιανούς και Εθνικούς, σαύρες και πιθήκους, ψηλούς και κοντούς, Αλβανούς και Ελληναράδες. Μέχρι εδώ καλά – δεν αισθάνομαι την υποχρέωση να σχολιάζω ό,τι γράφει ο καθένας ακόμα κι αν το γράφει με διάθεση ακριβώς να προκαλέσει το σχόλιο. Εκεί που με ιντριγκάρει άσχημα η κουβέντα (και γι’ αυτό επανέρχομαι σε αυτήν τώρα που πλησιάζει μια άλλη επέτειος, έστω και με σοβαρή καθυστέρηση φάσης) είναι η μάλλον περιφρονητική αναφορά αμφοτέρων των σχολιαστών στους «ζεϊμπεκόβιους». Παραθέτω λοιπόν μερικές ατάκτως ερριμένες απόψεις επί των προαναφερθέντων, υπό την ιδιότητα του περιστασιακού χορευτή ζεϊμπέκικου κατά κύριο λόγο.

Ο Χατζιδάκις έχει δίκιο στο πώς διαχειρίστηκε η μεταπολεμική τάξη τα μεγάλα ναι και τα μεγάλα όχι των λαών που πολέμησαν. Έχει άδικο στο πώς αυτά τα ναι και όχι διαμορφώνουν συνειδήσεις, και μάλιστα πολλά χρόνια μετά από τη στιγμή που εκφέρονται. Όταν ήμουν πιτσιρικάς, στο δημοτικό (δεύτερο μισό δεκαετίας ’70, μεταπολιτευτικά οπωσδήποτε) υπήρχε μια παρέα αγοριών που ανέβαινε τα σκαλιά με βήμα χήνας και τραγουδώντας «Ντόιτσλαντ, ντόιτσλαντ ούμπερ άλλες». Τα παιδιά μιμούνται και εντυπωσιάζονται – μια μέρα γύρισα στο σπίτι με ζωγραφισμένες δυο σβάστικες σε ένα τετράδιο. Ο πατέρας μου, ένας άνθρωπος με μάλλον έντονες εμπειρίες από την Κατοχή (που δεν είναι απαράιτητο να εξιστορήσουμε) μου έριξε ένα χέσιμο που όμοιό του δεν έχω ξαναφάει ποτέ. Είναι, καλή του ώρα, ένας άνθρωπος εξαιρετικά μειλίχιος – την ώρα εκείνη είχε βουρκώσει, και το ότι δε μου άστραψε κανένα εκπαιδευτικό χαστούκι το αποδίδω εκ των υστέρων μάλλον στην κατάπληξή του παρά σε κάποια νοητικά επεξεργασμένη αυτοσυγκράτηση. Η αντίδρασή του πάντως με βοήθησε να καταλάβω ότι δεν είναι όλα παιχνίδι – και να σκεφτώ καλύτερα τα συμβολάκια που αντέγραφα στα τετράδια.

Λοιπόν, πιθανότατα δεν σκοτώσαμε εμείς τον κατηραμένον όφιν. Σκέφτομαι όμως ότι ακόμα κι έτσι, ο εν λόγω όφις είναι υπαρκτός και εντελώς μα εντελώς επίκαιρος. Και η μάχη εναντίον του δεν παίζεται στο πόσο ξύλο θα φάμε και πόσο θα ρίξουμε στις antifa διαδηλώσεις, αλλά στις συνειδήσεις των ανθρώπων. Και ειδικά των νέων παιδιών. Από αυτή τη σκοπιά, η παρουσία σε μια εκδήλωση που βάζει μπροστά στα μάτια των παιδιών όχι την πολεμική αρετή των Ελλήνων (χα...) αλλά το Άουσβιτς και το Μπέλσεν, την Κατοχή και την Αντίσταση, μπορεί να είναι για μια μέρα έστω, πιο γόνιμη από μια ακόμα βόλτα στις καφετέριες της Κοραή και της Μιλάτου. Η τήρηση «απουσιολογίου» είναι το ελλάσσον – το μείζον είναι η ανάδειξη εκείνου του προσώπου του όφεως που δεν είναι ιδιαίτερα οικείο στα παιδιά. Κάπως πρέπει να μάθουν για το φασισμό – κυρίως επειδή θα τον βρουν μπροστά τους, έστω μεταμορφωμένο και εκσυγχρονισμένο. Και είναι καλό να ξέρουν να λένε όχι, και να ξέρουν ότι δεν οδηγούν όλες οι στάσεις «στα ίδια».

Στις μέρες μας είναι του συρμού, ειδικά σε ορισμένα στρώματα της νεολαίας που έλκονται από μια "ελευθεριακή" ας πούμε κοσμοαντίληψη, ένας - επιτρέψτε μου την κριτική - φτηνιάρικος αντιεθνικισμός, που εξισώνει με ισοπεδωτικό τρόπο την έννοια του έθνους και τον πατριωτισμό με τον εθνικισμό, την πατριδοκαπηλεία και εν τέλει το φασισμό. Έχω παρακολουθήσει έκπληκτος μια αρκετά εμβριθή σχετική αρθρογραφία ακόμα και σε κατά τεκμήριο σοβαρά έντυπα. Από αυτή την άποψη δεν μου κάνει τρομερή εντύπωση που ο voupou ανακατεύει στον ίδιο χυλό πράγματα ολωσδιόλου άσχετα, Ιταλούς και Πέρσες, Χριστιανούς και Εθνικούς, πρεζάκια και αλβανοφάγους – κουτσοί, στραβοί στον Άγιο Παντελεήμονα (Αχαρνών, μάλλον). Θα επιχειρήσω να περιπλέξω λίγο ακόμα τα πράγματα περιστρεφόμενος όπως στο ζεϊμπέκικο:

Δεν είμαι καθόλου βέβαιος ότι η έννοια του έθνους πρέπει να παραδοθεί αμαχητί στην άκρα δεξιά. Ακόμα και συμβολικά, η σημαία που κατεβάζουν ο Γλέζος και ο Σάντας (σε μια άλλη ιστορική συγκυρία ο Σολωμού στην Κύπρο) εκφράζει κάτι ριζικά διαφορετικό στο συγκεκριμένο ιστορικό πλαίσιο από αυτήν που επιχειρούν να ανεβάσουν. Οι άνθρωποι είναι όλοι ίσοι, αλλά δεν είναι αναγκαστικά όλοι ίδιοι – το ανήκειν σε ένα έθνος δεν συνεπάγεται ότι το έθνος τούτο υπερτερεί έναντι των άλλων σε κάτι (ακόμα και ο πολιτισμένοι έναντι των πρωτόγονων όπως διδάσκει ο συχωρεμένος Λεβί-Στρως). Η ιδέα της υπέρτερης φυλής είναι εν πολλοίς ναζιστική, και δεν ξέρω με ποια λογική η εναντίωση στο ναζισμό (το «Όχι») πρέπει να ταυτιστεί με την αποδοχή του (πάλι στα ίδια θα ήμασταν...).

Στα καθ’ ημάς τώρα, η έννοια του «ελληνικού έθνους» είναι μάλλον πρόσφατη ιστορικά. Μου προξενεί ωστόσο μια σχετική έκπληξη η προθυμία κάμποσων (εθνικιστών και μη, από τον Άδωνι (sic) Γεωργιάδη, ως το συγγραφέα Βασίλη Αλεξάκη και λιγάκι τον voupou) να ταυτιστούν με τους αρχαίους παππούδες και να αγνοήσουν παντελώς τους Ρωμιούς πατεράδες (αν και ο νέος ελληνισμός περιλαμβάνει ικανές προσθήκες αρβανίτικου ή βλάχικου ή άλλου DNA, είναι πλέον ή βέβαιον ότι ο πυρήνας του είναι «το ρωμέικο», δηλαδή οι ορθόδοξοι χριστιανικοί πληθυσμοί του μιλλέτ του Ρουμ επί τουρκοκρατίας, οι νυν λεγόμενοι Βυζαντινοί). Το 1940, είκοσι χρόνια μετά τη συντριβή της Μεγάλης Ιδέας, είναι ίσως η πρώτη φορά που εμπλεκόμαστε ως έθνος σε μια ιστορία που υπερβαίνει την ελληνοτουρκική αντιπαράθεση από τον καιρό της μάχης του Ματζικέρτ και στεκόμαστε (Βουλγάροι κι Αρβανίτες, Αρμένοι και Ρωμιοί...) μπροστά σε ένα «ναι» ή «όχι» τελείως άλλης τάξης. Ως εκ τούτου, ακόμα και ως έθνος «ξενόφοβων, αγράμματων, σκυλάδων», έχω την αίσθηση ότι δεν μας περισσεύει μια μέρα επετείου – γιατί δεν είναι απλά η ημέρα που «η "πατρίδα" μας μπήκε σε ένα πόλεμο». Κόντρα στις δοξασίες ενός μέρους της εκ τους ασφαλούς συσκεπτόμενης αλλά όχι και πολύ σκεπτόμενης ελευθεριακής νεολαίας, οι πόλεμοι δεν είναι όλοι ίδιοι. Και συνεχίζονται πολλά χρόνια μετά το τέλος τους, κατά πως λέει ο ποιητής.

Σιγά-σιγά αδειάσανε οι δρόμοι και τα σπίτια, όμως ακόμη κάποιος έμεινε και τρέχει να προφτάσει
Και ρυθμικά χτυπήσανε μια-μια οι ώρες κι ανοίξανε πόρτες και παράθυρα μ’ εξαίσιες αποκεφαλισμένες μορφές
Ύστερα ήρθανε τα λάβαρα, οι σημαίες κι οι φανφάρες κι οι τοίχοι γκρεμιστήκανε απ’ τις άναρθρες κραυγές
Πτώματα ακέφαλα χορεύανε τρελά και τρέχανε σα μεθυσμένα όταν βαρούσανε οι καμπάνες

Τότε, θυμάσαι, που μου λες: Ετέλειωσεν ο πόλεμος!

Όμως ο Πόλεμος δεν τέλειωσεν ακόμα.
Γιατί κανένας πόλεμος δεν τέλειωσε ποτέ!

Μανόλης Αναγνωστάκης – Ο Πόλεμος
Εποχές (1941-1944)



ΥΓ. Μα, ναι, φυσικά και έψαλλα τον εθνικόν ύμνον. Είναι ενδιαφέρον ότι αντί να υμνεί τη δόξα και τη δύναμη της πατρίδας, το ποίημα του Σολωμού που μελοποίησε ο Μάντζαρος είναι Ύμνος στη Ελευθερία. Και ως τέτοιος, μου αρέσει. Άλλωστε τον τραγουδούσαν και στο Πολυτεχνείο (το αυθεντικό, όχι κανένα ιμιτασιόν) και μάλιστα είχαν στολίσει και την πύλη με εκείνη τη σημαία που μάτωσε (και σήμερα φυλάττουν ως τρόπαιο οι ΠΑΣΠίτες). Δεν μου αρέσουν τα δακρύβρεχτα και λατρεύω τις απομυθοποιήσεις, αλλά δεν ντρέπομαι καθόλου για τον Ύμνο, όχι...

Όσο για τις παρελάσεις, την έχω εκφράσει την άποψή μου από παλιά (εδώ).

Για τα μεγάλα ναι και όχι, διαβάστε το “Che fece .... il gran rifiuto” του Καβάφη. Το «Βουλγάροι κι Αρβανίτες...» είναι από το Θούριο του Ρήγα. Στον Άγιο Παντελεήμονα Αχαρνών κατά καιρούς παίζονται διάφορα χαριτωμένα σκηνικά με μετανάστες, χρυσαυγίτες, antifa και άλλα τέτοια. Εγώ πάντως είμαι με τον π. Προκόπιο (διαβάστε εδώ).

5/11/09

Μα πώς μπήκαν οι Σελτζούκοι Τούρκοι στη Μικρά Ασία;

Δεν έχει πλοίο, δεν έχει οδό, οπότε πάμε να φύγουμε με αεροπλάνο (η φωτό είναι copyright της Μανταλένας)

Μεγάλη μπουκιά φάε, μεγάλο λόγο μη λες. Εγώ γενικά τον τηρώ τον κανόνα, πράγμα που με έχει οδηγήσει συν τω χρόνω σε μια υπερβολική μετριοπάθεια αφενός, και σε μια υπερμεγέθη κοιλιά αφετέρου. Οπότε επειδή το πράγμα παραξηλώθηκε εσχάτως ώστε να χρειάζομαι καινούργια γκαρνταρόμπα έξτρα-έξτρα-λαρτζ (ατυχώς μόνο στην περίμετρο της μέσης, τα υπόλοιπα όλα είναι μήντιουμ και βγάλε) προσπάθησα να μαζέψω λίγο τις μπουκιές. Χωρίς ιδιαίτερη επιτυχία, αυτό να λέγεται. Άσε που από την άλλη εμφανίστηκε μια τάση προς μεγαλοστομία που καθόλου σχεδόν δεν είχα πρωτύτερα. Έτσι άρχισα κάτι βαρύγδουπα του τύπου "τώρα που φεύγω οριστικά απ' το Ηράκλειο θα..." ή "τον καιρό που ζούσα στην Κρήτη" και άλλα τέτοια. Άλλαξα και το προφίλ στο ιστολόγιο δηλώνοντας έδρα Αθήνα, κι είπα "τέλος".

Μια μέρα πονηρή όμως, είπα "δεν πάω στο Ηράκλειο να πάρω το επίδομα ανεργίας;", και ετοίμασα βαλίτσα για λίγες μέρες, με καλοκαιρινά μάλλον ρούχα. Καθυστέρησα λίγο την αναχώρησή μου για να συνταξιδέψω με ένα φίλο που κατέβαινε στην Κρήτη για άλλους λόγους. Τον ρώτησα πόσο θα έμενε - "καμμιά βδομάδα", μου είπε, "εσύ;". Του απάντησα πως ίσως μου φτάσουν δυο ή τρεις μέρες - ήθελα απλώς να κάνω κάτι εθιμοτυπικές επισκέψεις σε γνωστούς και φίλους.

Έκτοτε κοντεύει να περάσει μήνας. Είμαι με τα ίδια καλοκαιρινά μπλουζάκια, που ευτυχώς πλένω από καιρού εις καιρόν, και έχω αντισταθεί οριακά με τα πάνινα παπουτσάκια μου και το λεπτό αντιανεμικό σε καταρρακτώδεις βροχές, κάμποσες καταιγίδες, ένα τουλάχιστον χαλάζι και λίγο κρύο (εντάξει, Κρήτη είναι). Στο μεταξύ έχω προλάβει να φιλοξενηθώ σε δύο φιλικά σπίτια, να πάω σε συναυλίες και εκδηλώσεις, σε ρεμπετάδικα και μπαρ, να κάνω μία ιστιοπλοϊκή βόλτα, να συναντήσω ξανά και ξανά διάφορους που αποχαιρέτησα οριστικά υποτίθεται προ καιρού, να περάσω ένα γερό κρύωμα που ελπίζω να μην ήταν η γρίπη των χοίρων και να συμμετάσχω αναπάντεχα σε ένα αυτοσχεδιαστικό θεατρικό δρώμενο που όμοιό του δεν έχω ξανασυναντήσει (αν και στο έργο ήμουνα μάλλον κομπάρσος εν τέλει).

Αν έχει νόημα να κάνει κανείς σχέδια (οποιαδήποτε σχέδια) για το εγγύς ή το απώτερο μέλλον, τα δικά μου περιλαμβάνουν πλέον επιστροφή στο Ηράκλειο για εγκατάσταση κάπου μέχρι το τέλος του μήνα το αργότερο. Δεν είναι ακριβώς το όνειρο της ζωής μου, είναι όμως το τέλος της επίσημης ανεργίας μου και αυτό είναι μια χαρά σημαντικό επίτευγμα στους καιρούς που ζούμε. Οι προσεκτικοί αναγνώστες μάλλον το μυρίστηκαν ήδη από την ανάρτηση του ποιήματος του Καβάφη που προηγήθηκε. Η αλήθεια είναι ότι το ποίημα αφήνει μια αίσθηση παγίδευσης: δεν έχει πλοίο για σε, δεν έχει οδό...

Δεν πειράζει, ας μην έχει. Αύριο φεύγω με αεροπλάνο για Θεσσαλονίκη, για να πάω στο γαμήλιο πάρτυ του Γρηγόρη και της Χρυσούλας (η ώρα η καλή). Μετά θα πάω Αθήνα με τραίνο και στην Κρήτη θα ξανάρθω τέλος του μήνα, αφού προηγηθούν κάποια άλλα ταξίδια ανά την επικράτεια. Με την κρυφή ελπίδα σχετικά σύντομα να έχω καταφέρει πάλι αυτό που μου έλειψε πιο πολύ απ' όλα τον τελευταίο χρόνο: την ύπαρξη ενός σπιτιού που να είναι "δικό μου", όχι με την έννοια της ιδιοκτησίας αλλά της προσωπικής σφραγίδας, του ιδιωτικού χώρου αν θέλετε. Κι εκεί ίσως μπορέσω να ξαναδιαβάσω Καβάφη από τα βιβλία μου που είναι τώρα ακόμα στοιβαγμένα σε κούτες σε ένα υπόγειο. Ύστερα θα έρθουν, ελπίζω, όλα τα υπόλοιπα.

Ποτέ δεν ξέρεις από πριν για ποιο πράγμα θα χρειαστεί να μετανοιώσεις, που έμεινες ή που έφυγες. Σκέφτομαι πως ενώ υπάρχουν πράγματα και επιλογές της ζωής μας που ωριμάζουν μέσα μας αργά για χρόνια, υπάρχουν φάσεις που όλα γίνονται πάρα πολύ γρήγορα και τα πράγματα αλλάζουν μια και καλή για πάντα. Περίπου όπως μπήκαν οι Σελτζούκοι Τούρκοι στη Μικρά Ασία - με την ικαριακή έννοια.

Αλλά για την ώρα καλύτερα να μετράω τα λόγια μου λίγο πιο προσεκτικά από όσο μετράω τις μπουκιές μου.


ΣΣ. Σύμφωνα με μια προφορική διήγηση που αποδίδει το περιστατικό σε ένα συγκεκριμένο - εν ζωή - συμπατριώτη μας, το όλο σκηνικό έλαβε χώρα στο δημοτικό σχολείο της Αρέθουσας ίσως κάπου στην δεκαετία του '50, αλλά έχω ακούσει και εκδοχή σε Γυμνάσιο, πιθανότατα στον Άγιο την ίδια εποχή. Δεν είμαι βέβαιος για την ακρίβεια της περιγραφής, αλλά υποτίθεται ότι ο δάσκαλος ρωτάει την τάξη του "Πώς μπήκαν οι Σελτζούκοι Τούρκοι στη Μικρά Ασία;" για να εισπράξει αιδήμονα σιωπή. Ωστόσο ο δάσκαλος επιμένει και ρωτάει "Μα δεν ξέρει κανείς να μας πει πώς μπήκαν οι Σελτζούκοι Τούρκοι στη Μικρά Ασία;". Τότε ένας μαθητής σηκώνει αποφασιστικά το χέρι. Ανακουφισμένος ο δάσκαλος του δίνει το λόγο.

- Κύριε, οι Σελτζούκοι Τούρκοι στη Μικρά Ασία μπήκανε...

Παύση.

- ...άξαφνα.

3/11/09

Ο Αφρός κι η Κρέμα


Ο Άφρο (με μαύρο γυαλί) και ο Κρέμα (με μεταμφίεση Γκράουτσο Μαρξ και κιθάρα) σε μια διασκευή σε αγγλικό στίχο του "Θα με θυμηθείς" του Πάριου υπό το υψιπετές βλέμμα του Τσε Γκεβάρα.

Στους χώρους που έχω περάσει το μεγαλύτερο μέρος της επαγγελματικής ζωής μου, η καθημερινότητα είναι συνήθως γεμάτη από μικρά γεγονότα και περιστατικά που δεν έχουν το παραμικρό νόημα για τους ανθρώπους έξω από το χώρο. Υπάρχει ένα υψηλός βαθμός εξειδίκευσης και μια αρκετά εξεζητημένη "αργκό", που αρκούν να κάνουν μια συζήτηση μεταξύ συναδέλφων εντελώς ακατάληπτη για τους "απέξω" ακόμα κι αν αυτοί οι τελευταίοι έχουν επαρκή εξειδίκευση σε ένα κοντινό γνωστικό πεδίο και υψηλού επιπέδου ακαδημαϊκή εκπαίδευση. Φαντάζομαι το ίδιο θα ισχύει σε διάφορες άλλες δουλειές που η μέρα τους δεν είναι γεμάτη PCR και assays, ηλεκτροφορήσεις, lab meetings και journal clubs. Ωστόσο, επειδή και οι επιστήμονες άνθρωποι είναι, συχνά μπορεί να πιάσει το αυτί σου συζητήσεις εντελώς εκτός θέματος, όπως για ποδόσφαιρο και για μουσική, για μόδα και πολιτική, για τηλεόραση και facebook. Συχνά μάλιστα η "εξωεπαγγελματική" ενασχόληση μπορεί να κρατήσει αρκετή ώρα.

Αυτό δεν είναι καθόλου κακό, δεδομένου ότι τα πειράματα κατά κανόνα απαιτούν μεγάλους κενούς χρόνους στη διάρκεια των οποίων η μηχανή δουλεύει ενώ εσύ κάθεσαι (φανταστείτε το π.χ. σαν μια τεχνολογικά προηγμένη καφετιέρα). Παράλληλα, οι υπολογιστές ψάχνουν και υπολογίζουν χωρίς να χρειάζεται εσύ να παρέμβεις και πάρα πολύ, ώστε παράλληλα να έχεις το χρόνο (και τη διάθεση) να ασχοληθείς με κάτι ακόμα δημιουργικότερο. Μπορείς π.χ. να πιάσεις την κιθάρα σου και να παίξεις ένα κομμάτι, ή να αποσχολήσεις το μυαλό σου με τη μετάφραση των ελληνικών καλλιτεχνικών προϊόντων στη lingua franca της εποχής μας, ώστε να συμμετάσχει η χώρα από καλύτερη θέση στο μεταπαγκοσμιοποιημένο διαδικτυακό μεγαπεριβάλλον (δεν ξέρω από ουσία, αλλά από φραμπαλάτη λεξιπλασία μια χαρά πάμε).

Πιστοί στον εθνικό στόχο, δύο-τρεις κατά τα άλλα λαμπροί επιστήμονες που έχω την τιμή να γειτνιάζουν τα γραφεία μας, προχώρησαν εδώ και λίγο καιρό στο από μακρού χρόνου αναμενόμενο από το πλανητικό κοινό μεγαλοφυές καλλιτεχνικό project: την απόδοση, σε νέα συμφραζόμενα, ορισμένων αξέχαστων επιτυχιών της ελληνικής δισκογραφίας, και κατά προτίμηση του δημοφιλούς (όταν πήγαινα γυμνάσιο) τραγουδιστή Γιάννη Πάριου. Δυο δείγματα αυτής της δουλειάς παρουσιάζει σήμερα η Ροβιθέ στο πολυπληθές κοινό της (έξι-επτά άτομα τώρα τελευταία που ήρθαν και μερικοί καινούργιοι). Είναι κρίμα βέβαια που η παρουσίαση αυτή δεν είναι η πρώτη, αλλά πρέπει να στηλιτεύσω το γεγονός ότι στην όντως πρώτη διαδικτυακή παρουσιάση του "You'll remember me" βρέθηκε χολερικός άνθρωπος να πει "Κοιτάξτε με τι ασχολείται η αφρόκρεμα του ελληνικού πανεπιστημίου".

Αλλά η αφρόκρεμα δεν πτοείται από κάτι τέτοιες μικρότητες. Αμέσως αντιπαρήλθε την κριτική με τον πιο έξυπνο τρόπο που θα μπορούσε να το κάνει: ενσωματώνοντάς την. Οι καλλιτέχνες μας αυτοονομάστηκαν "Αφρόκρεμα" (για την ακρίβεια, ο ένας Άφρο και ο άλλος Κρέμα), και με την ευγενική φιλική συμμετοχή του Mr M. προχώρησαν στο δεύτερο βήμα τους με μια ατμοσφαιρική (ασπρόμαυρη, όπως ταιριάζει στους στίχους) απόδοση του "I prefer the loneliness". Λόγω της διαδικτυακότητας που προαναφέραμε, στο κομμάτι παρεμβάλλονται μηνυματάκια στο skype και συζητήσεις στο gmail, πράγμα που το καθιστά απείρως πιο επίκαιρο (στους καιρούς που ζούμε) από το συμβατικό πλέον "Πιο καλή η μοναξιά" που πρότεινε το πάλαι ποτέ στο κοινό ο δημοφιλής τραγουδιστής.


Άφρο+Κρέμα σε ασπρόμαυρο, με την ευγενική συμπαράσταση του Mr M. (με το μπλουζάκι των snakes, οργανωμένων οπαδών του ΟΦΗ) ο οποίος κάνει "μμμμμ" στα ρεφραίν (αν και δεν ακούγεται μάλλον). Επίσης ακούσια συμμετοχή είχαν διαδικυακοί φίλοι του Άφρο, καθώς και ο γνωστός και μη εξαιρετέος Τσε Γκεβάρα ως γκεστ σταρ σε δεύτερο πλάνο.

Το παγκόσμιο κοινό αγωνιά πλέον περιμένοντας τη συνέχεια. Αν δεν μας κάνουν μήνυση για το copyright ώστε να πληρώνουμε τα άντερά μας σε κερατιάτικα, η επιστημονική κοινότητα θα παραμείνει στην πρώτη γραμμή. Από τη σκοπιά της η Ροβιθέ, ως χορηγός επικοινωνίας, θα αρκεστεί σε ένα 10% από τις προσφορές και τις χορηγίες που θα συγκεντρώσει το συγκρότημα, γι' αυτό μην είστε τσιγγούνηδες και δώστε κάτι παραπάνω, γιατί αν περιμένει η επιστήμη στην Ελλάδα να δει λεφτά από το κράτος (γέλια...) ή την ιδιωτική πρωτοβουλία (πολλά γέλια...) καλύτερα να τα κόψουμε εντελώς τα πειράματα (είναι κι ακριβά...) και να πιάσουμε τις κιθάρες. Μάθε τέχνη κι άστηνε κι αν πεινάσεις πιάστηνε, λένε, κι εγώ ήδη αναπολώ τα (λίγα) χρόνια που πέρασα στο Ωδείο.

31/10/09

Ἡ πόλις (Κωνσταντῖνος Π. Καβάφης )

Εἶπες: «Θὰ πάγω σ᾿ ἄλλη γῆ, θὰ πάγω σ᾿ ἄλλη θάλασσα,
μιὰ πόλις ἄλλη θὰ βρεθῇ καλλίτερη ἀπὸ αυτή.
Κάθε προσπάθειά μου μιὰ καταδίκη εἶναι γραφτή•
κ᾿ εἶν᾿ ἡ καρδιά μου -- σὰν νεκρός -- θαμμένη.
Ὁ νοῦς μου ὣς πότε μέσ᾿ στὸν μαρασμὸ αὐτὸν θὰ μένῃ.
Ὅπου τὸ μάτι μου γυρίσω, ὅπου κ᾿ ἂν δῶ
ἐρείπια μαῦρα τῆς ζωῆς μου βλέπω ἐδῶ,
ποὺ τόσα χρόνια πέρασα καὶ ρήμαξα καὶ χάλασα».

Καινούριους τόπους δὲν θὰ βρῇς, δὲν θἅβρῃς ἄλλες θάλασσες.
Ἡ πόλις θὰ σὲ ἀκολουθῇ. Στοὺς δρόμους θὰ γυρνᾶς
τοὺς ἴδιους. Καὶ στὲς γειτονιὲς τὲς ἴδιες θὰ γερνᾶς•
καὶ μέσ᾿ στὰ ἴδια σπίτια αὐτὰ θ᾿ ἀσπρίζῃς.
Πάντα στὴν πόλι αὐτὴ θὰ φθάνῃς. Γιὰ τὰ ἀλλοῦ -- μὴν ἐλπίζεις --
δὲν ἔχει πλοῖο γιὰ σέ, δὲν ἔχει ὁδό.
Ἔτσι ποὺ τὴ ζωή σου ρήμαξες ἐδῶ
στὴν κώχη τούτη τὴν μικρή, σ᾿ ὅλην τὴν γῆ τὴν χάλασες.

Κωνσταντῖνος Π. Καβάφης (1910)



Σ.Σ. Όσοι δεν έχουν πολυτονικές γραμματοσειρές ενδεχομένως θα διαβάζουν μερικά ακατανόητα σύμβολα πιο πάνω, αλλά δε νομίζω ότι γίνεται να γράφτεί ο Καβάφης χωρίς τόνους - χώρια οι ιδιοτυπίες της ορθογραφίας του.

Το ποίημα το σκέφτομαι τις τελευταίες μέρες που περιφέρομαι ασκόπως (ή όχι εντελώς ασκόπως...) στο Ηράκλειο - άλλοι αξιώθηκαν την Αλεξάνδρεια, αλλά ο καθένας μάλλον έχει την πόλιν που του αξίζει.

Ας είναι...

28/10/09

Όχι, βέβαια...

Στην αρχή της γιορτής, η μίνι λαϊκή καθηγητική ορχήστρα (κιθάρα, δύο μπουζούκια, ακορντεόν) συνοδεύει ένα μπουκέτο νέων τραγουδιστών-μαθητών (εδώ η εξαιρετική δεσποινίς Γ.) σε έργα Χατζιδάκι, Θεοδωράκη, Ξαρχάκου και Λοΐζου. Οι μαθήτριες που κάθονται αριστερά απαγγέλλουν άσματα ηρωικά και πένθιμα, στο πνεύμα της επετείου.

Επειδή σε κάθε εθνική επέτειο είθισται να διηγούμαι παλιές στρατιωτικές ιστορίες με κίνδυνο οι αναγνώστες μου να βαρεθούν γρήγορα, λέω σήμερα για αλλαγή να αφήσω το επετειακό κομμάτι του μπλογκ να πάει ακόμα πιο πίσω στο χρόνο. Την αφορμή μου την έδωσε μια ιδιάζουσα εμπειρία που είχα χτες. Ιδιάζουσα όχι από μόνη της, αλλά λόγω της φάσης ζωής στην οποία βρίσκομαι, καθώς με κλεισμένα τα 41 και μη έχοντας παιδιά ή άλλη προσωπική σχέση με τα σχολεία είναι εντελώς αξιοπερίεργο το πώς βρέθηκα να παρακολουθώ μια σχολική γιορτή για την επέτειο της 28ης Οκτωβρίου σε ένα Λύκειο του Ηρακλείου.

Την τελευταία φορά που είδα τέτοια γιορτή πρέπει να ήταν 27η Οκτωβρίου του 1984 και να πήγαινα τρίτη Λυκείου. Από τότε έχουν περάσει (όχι ματαίως, ελπίζω) εικοσιπέντε χρόνια και σκέφτομαι ότι αν είχα κάνει παιδιά στα εικοσιπέντε μου (άλλοι έκαναν) θα πήγαιναν τώρα τρίτη Λυκείου κανονικά. Πάντως στο σχολείο βρέθηκα προσκεκλημένος ενός παλιού συναδέλφου που τυγχάνει να είναι τόσο εκπαιδευτικός της δευτεροβάθμιας όσο και εκλεκτός μουσικός - η διπλή αυτή ιδιότητα τον έκανε βασικό κρίκο στη δημιουργία μιας ad hoc λαϊκής ορχήστρας αποτελούμενης κατα κύριο λόγο από καθηγητές, που θα συνόδευε την άρτι συσταθείσα σχολική χορωδία και ορισμένους μαθητές-σολίστ στη σχολική γιορτή.

Ο συνάδελφος έτρεχε όλες τις προηγούμενες μέρες σε πρόβες με τους μαθητές και τους λοιπούς συντελεστές κουρδίζοντας όργανα, διαμορφώνοντας ενορχηστρώσεις ανάλογα με τις ικανότητες της ορχήστρας, προσαρμόζοντας τραγούδια στις φωνητικές δυνατότητες των παιδιών, κουβεντιάζοντας και εμψυχώνοντας. Την παραμονή της αποφράδας ημέρας εμφανίστηκε στην (πρώην) δουλειά και κάλεσε τους πάντες στη γιορτή. Ανταποκρίθηκαν δύο - ο ένας έχει ήδη μια μακρόχρονη και αποδοτική συνεργασία με τη μουσική πλευρά του συναδέλφου. Ο άλλος ήμουν εγώ - περιφερόμενος ως άδικη κατάρα στο Ηράκλειο τις μέρες αυτές, και προσπαθώντας να γεμίσω κάμποσες άδειες πρωινές ώρες.

Η γιορτή άρχισε με απονομή βραβείων και αριστείων, καθώς και παράδοση της σημαίας στη σημαιοφόρο και τους παραστάτες για την παρέλαση. Συνεχίστηκε με το καθιερωμένο μήνυμα-χαιρετισμό της πολιτικής ηγεσίας του Υπουργείου Παιδείας, δια Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων (και Έρευνας και Τεχνολογίας, αλλά δεν το γράφει). Ακολούθησαν απαγγελίες, ο αναπόφευκτος Ελύτης του "Άσμα Ηρωικό και Πένθιμο για το χαμένο ανθυπολοχαγό της Αλβανίας" αλλά παραδόξως χωρίς "Άξιον Εστί". Έπειτα ήρθε μια απρόσμενη και ενδιαφέρουσα περιγραφή των στρατοπέδων συγκέντρωσης του Μαουτχάουζεν και του Μπέργκεν-Μπέλσεν (και μια εξαιρετική ερμηνεία του Τι ωραία που είν' η αγάπη μου του Θεοδωράκη σε στίχους Ιάκωβου Καμπανέλη). Κι ύστερα αναφορές των εκτελέσων στο Σκοπευτήριο, λίγος Χατζιδάκις (Κοίτα με στα μάτια), λίγος Λοΐζος (Μη μου μιλάς, Το ακορντεόν), λίγος Ξαρχάκος (Παλληκάρι στα Σφακιά - μάλλον λόγω εντοπιότητας - και Σαββατόβραδο στην Καισαριανή).

Ήταν, ομολογώ, συμπαθητικά. Αρχικά είχα κάθε προϋπόθεση να ξυνίσω άσχημα, τόσο λόγω των αριστείων που ούτε ως μαθητής συμπάθησα ποτέ όσο και λόγω του χαιρετισμού της Υπουργού που ήταν υπόδειγμα κενολογίας, ως είθισται. Στην πορεία όμως, κάτι τα κείμενα που δεν ήταν κραυγαλέα, κάτι η μουσική που δεν ήταν καθόλου για πέταμα, κάτι που τα παιδιά της χορωδίας και οι τραγουδιστές το είχαν πάρει σοβαρά και έκαναν ό,τι καλύτερο μπορούσαν, με πήρε μαζί το κύμα τους. Ειδικά στο "Ακορντεόν", ένα κομμάτι που το μακρινό 1984 είχε ειπωθεί από τη χορωδία του δικού μας σχολείου χωρίς την κακιά λέξη "φασισμός" που είχε μετατραπεί σε έναν απροσδιόριστο "εχθρό" καθώς σύμφωνα με την εκπληκτική δικαιολογία του τότε καθηγητή της μουσικής "δεν πρέπει να ενοχληθούν τυχόν φίλα προσκείμενοι στο φασισμό εκ των γονέων και κηδεμόνων" !!!

Με πήρε λοιπόν το κύμα των παιδιών, και με σήκωσε. Κι ύστερα με έσκασε κάτω με πάταγο, καθώς σε ένα απίστευτα σουρεαλιστικό φινάλε η χορωδία τραγούδησε τη Συννεφιασμένη Κυριακή (που ορισμένοι κακόβουλοι ισχυρίζονται ότι δεν είναι ακριβώς κατοχική αλλά μάλλον ποδοσφαιρική η αιτία που γράφτηκε), κάποιοι μαθητές το ρίξανε στο ζεϊμπέκικο, το πλήθος χτυπούσε παλαμάκια ομοθυμαδόν, κάποιος φώναξε "γεια σου Τσιτσάνη με τις πενιές σου" και όταν αποκορυφώθηκε η ντίρλα εν μέσω γενικής χλαπαταγής ο καθηγητής-κονφερανσιέ σηκώθηκε και είπε "Και τώρα θα πούμε τον Εθνικό Ύμνο".

Και σηκωθήκαμε όρθιοι, είπαμε τον Ύμνο, ανακοινώθηκε ότι δεν θα κρατηθούν απουσίες σήμερα (πανζουρλισμός στο ακροατήριο), οι μαθητές έγιναν μπουχός και η ορχήστρα άρχισε να μαζεύει τα όργανα και τις μικροφωνικές. Έδωσα συγχαρητήρια στον κιθαρίστα που κατάφερε και έβγαλε το πρόγραμμα με χαλασμένη κιθάρα (με ξεκούρδιστη τη χορδή του ρε), στη νεαρά τραγουδίστρια Γ., στη νεαρά μαμά της Γ. που καθόταν δίπλα (πέντε χρόνια την περνάω, άρα νεαρά είναι, παρότι μαμά δεκαεπτάχρονης) και στους λοιπούς συντελεστές. Ύστερα αποχαιρέτησα και περπάτησα αργά προς το πάρκιγκ ανάμεσα στον αποχωρούντα μαθητόκοσμο της γειτονιάς: παιδιά που κάπνιζαν κοιτώντας γύρω μην τους δουν, ζευγαράκια που φιλιόντουσαν κλεφτά. Τα ντυσίματα και τα χτενίσματα έχουν αλλάξει τα τελευταία εικοσιπέντε χρόνια, αλλά μερικά άλλα πράγματα δεν αλλάζουν και πολύ.

Βγήκα στη λεωφόρο - τα αυτοκίνητα περνούσαν με τη συνηθισμένη τους αδιαφορία. Η πόλη περιστρεφόταν στους ρυθμούς της, όπως πάντα.


Στο τέλος της γιορτής, λίγο πριν τον εθνικό ύμνο, χορωδιακή εκτέλεση του "Συννεφιασμένη Κυριακή" του Τσιτσάνη. Ακολουθεί ζεμπεκιά αρχικά από μία εκ των παρουσιαστριών και (εικονιζόμενη εδώ) από άρρεν μέλος της χορωδίας, συνεπικουρούμενο από παλαμάκια των λοιπών μελών. Ο χαμένος ανθυπολοχαγός της Αλβανίας δεν είναι βέβαιο ότι θα μεράκλωνε αντίστοιχα, αλλά πάλι ποτέ δεν ξέρεις...

Χρησιμοποίησα φωτογραφίες και βίντεο που τράβηξε ο Χ.Κ., μέλος της αφρόκρεμας του ελληνικού πανεπιστημίου - αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία. Καλού-κακού έχει πέσει ψηφιακή θολούρα, δεν ξέρεις ποτέ...

17/10/09

Κίτρινος πράκτωρ εναντίον Πεταλούδα

Ο Στηβ Μακ Κουήν και ο Ντάστιν Χόφμαν φυλακισμένοι στον "Πεταλούδα".

Τώρα πια δεν είμαι απόλυτα βέβαιος για τη χρονολογία – πρέπει να ήταν κάποια χρονιά στα μέσα της δεκαετίας του ’80, ίσως το 1985 ή λίγο μετά. Μαζευόμασταν κάθε μεσημέρι στου Τράκα για φραπέ. Για την ακρίβεια «Τράκα» το λέγαμε όσοι ήμασταν από την πάνω γειτονιά και ως πιτσιρίκια πηγαίναμε στο μαγαζί για λουκουμάδες και σουβλάκι καλαμάκι, την εποχή που ζούσε ακόμα ο συχωρεμένος ο κυρ Χαραλάμπης (ο λεγόμενος και Τράκας) και η γυναίκα του η κυρά Στέλλα που έκανε τους λουκουμάδες. Κάποια στιγμή το μαγαζί πέρασε στα χέρια του γιου του, του Μανώλη (που τον φώναζαν Τραμπαρίφα, από το γνωστό αρχοντορεμπέτικο). Ο Μανώλης δοκίμασε διάφορες καινοτομίες όπως τζουκ-μποξ και μπιλιάρδα, μήπως και αποφύγει τη μοίρα του σουβλατζή, άλλο αν τελικά δεν την απέφυγε. Εκείνη την εποχή το μαγαζί ήταν καφέ-μπαρ και λεγόταν επσήμως «Τα Κωλωνάκια» (με αυτή την ορθογραφία). Ανεπισήμως βέβαια όλοι «Τραμπαρίφα» το έλεγαν, ειδικά οι της κάτω γειτονιάς που δε σύχναζαν εκεί ως πιτσιρίκια για να το θυμούνται αλλιώς. Στο τέλος κι ο ίδιος ο Μανώλης άλλαξε την ταμπέλα (ή ίσως ήταν ο γιος του ο Μπάμπης) και επέστρεψε στη γνώριμη μοίρα του σουβλατζίδικου με μια καινούργια ταμπέλα που έγραφε «Τραμπαρίφας: Η απάντηση στην πείνα».

Πάντως την εποχή εκείνη ήταν ακόμα «Τα Κωλωνάκια», ίσως από τα μικρά κολωνάκια που οριοθετούσαν τη μικρή πλατεία στη μέση του πλακόστρωτου που ενώνει την πάνω με την κάτω πλατεία στον Εύδηλο. Και όλοι, είτε από την πάνω είτε από την κάτω μεριά του χωριού, δίναμε ραντεβού μετά τη θάλασσα και το μεσημεριανό φαγητό με τις οικογένειες. Γύρω στις τρεις. Τότε δεν ήταν γνωστό το φαινόμενο του θερμοκηπίου (ούτε το έντονο ξενύχτι των μεταγενέστερων χρόνων) και για μπάνιο πηγαίναμε πρωί. Οι πιο πολλοί πήγαιναν ακόμα σχολείο, βρίσκονταν ακόμα υπό ισχυρή κηδεμονία, και τα ωράρια ήταν αρκετά αυστηρά. Οπότε αυτό που είχαμε να κάνουμε τα μεσημέρια, ήταν να μαζευτούμε όλη η παρέα στου Τραμπαρίφα για φραπέ. Και όχι μόνο – σε αντίθεση με τα καφενεία της κάτω πλατείας που είχαν μόνο τάβλι ως εναλλακτική, η καφετέρια του Μανώλη είχε κάτι παραπάνω. Είχε τηλεόραση με βίντεο.

Σκάγαμε λοιπόν ένας ένας γύρω στις τρεις παρά, και στήναμε τις πλαστικές πολυθρονίτσες στην πλατεία στην κατάλληλη διάταξη: μία απέναντι στην τηλεόραση και άλλη μία ακριβώς συμμετρικά ώστε να απλώνουμε πάνω της τα πόδια. Το γκαρσόνι του μαγαζιού, ο Αντρέας, σκούπιζε αργά και τελετουργικά την πλατεία από τα ξερά φύλλα της μουριάς που έπεφταν. Κοιτούσε ένα ένα τα φύλλα και τα οδηγούσε προσεκτικά προς το φαράσι. Μετά πήγαινε να σκουπίσει άλλο ένα φύλλο αλλά στο μεταξύ ένα ανάλαφρο μελτεμάκι σκόρπιζε τα προηγούμενα μαζεμένα φύλλα, καθιστώντας την προσπάθεια περιττή. Όχι για τον Αντρέα βέβαια, που συνέχιζε να σκουπίζει με τον ίδιο ρυθμό, πράγμα που σήμαινε ότι μπορεί και να τελείωνε κατά τα Χριστούγεννα. Όμως τότε ήταν ακόμα Αύγουστος, κι ο Αντρέας είχε να αντιμετωπίσει και τη μεσημεριανή πελατεία που ήταν όλο απαιτήσεις.

- Αντρέα, καφέ.
- Τι καφέ; ρωτούσε ο Αντρέας με τον ίδιο αργό και τελετουργικό τρόπο, χωρίς να διακόψει ούτε στιγμή το σκούπισμα.
- Τι έχει;
- Φραπέ.
- Άλλο τίποτα;
- Μπααα, μόνο φραπέ έχει.
- Ε, φέρε φραπέ.
- Είντα φραπέ θέλετε;
- Γλυκό – Σκέτο – Μέτριο – Μέτριο με γάλα – Γλυκό με γάλα
(κλπ.)

Η παραγγελία δεν είχε σημασία βέβαια – ο Αντρέας ό,τι και να του έλεγες κοιτούσε στοχαστικά τη σκούπα και το φαράσι κι ύστερα πήγαινε αργά και νωχελικά στο μαγαζί και μετά από πολλή πολλή ώρα εμφανιζόταν με ένα δίσκο καφέδες που ήταν όλοι μέτριοι χωρίς γάλα. Με τον καιρό είχε μάθει να φέρνει κι ένα ανοιγμένο κουτί εβαπορέ μαζί, κι ο καθένας έβαζε γάλα κατά τα γούστα του. Ύστερα πήγαινε να ξαναπιάσει τη σκούπα (αργά βέβαια) και τότε κάποιος πεταγόταν από την παρέα και έλεγε:

- Δε βάζεις να δούμε κάνα βίντεο;
- Άμα θέτε... μουρμούραγε ο Αντρέας κοιτώντας τα πεσμένα φύλλα.
- Τι ταινίες έχει;
- Έχουμε πολλές και καλές ταινίες.
- Ποιες;


Τότε ο Αντρέας έλεγε το ποίημα που είχε μάθει απέξω με τον καιρό (κάθε μεσημέρι, όλο το καλοκαίρι).

- Λοιπόν, έχουμε τον Πεταλούδα, το Ένα τρύπιο δολλάριο, το Ένας αλλά λύκος, το Εκτελεστής χωρίς οίκτο και...

Στο σημείο εκείνο κοντοστεκόταν λίγο.

- ...και το Κίτρινος πράχτωρ εναντίον της Μαφίας.

Διαλέγαμε λοιπόν μία ταινία, τη βλέπαμε ενώ πίναμε τελετουργικά το φραπέ όσο κρατούσε το βίντεο, χαβαλεδιάζαμε λίγο μετά την ταινία και το διαλάγαμε το απόγευμα για να ξαναμαζευτούμε το βράδι (με μακρύ παντελόνι τώρα) στα καφενεία της κάτω πλατείας για τάβλι. Την άλλη μέρα, μετά το μπάνιο να 'μαστε πάλι, οι ίδιοι και ίδιοι μπροστά στη σκούπα και το φαράσι του Αντρέα.

- Τι ταινίες έχει;
- Α, έχουμε πολλές και καλές ταινίες.
- Ποιες;
- Το Ένα τρύπιο δολάριο, το Ένας αλλά Λύκος, το Εκτελεστής χωρίς οίκτο, το Κίτρινος Πράκτωρ εναντίον της Μαφίας, και μια ολοκαίνουργια.
- Ολοκαίνουργια; Ποια;
- Τον Πεταλούδα.


Όσο προχωρούσε το καλοκαίρι εντρυφούσαμε σε βάθος στην κινηματογραφική τέχνη. Δεδομένου ότι η επανάληψη είναι μήτηρ της μαθήσεως, μερικοί έριχναν τις ατάκες πριν επισυμβεί η αντίστοιχη δράση επί της οθόνης, και άλλοτε πάλι αυτοσχεδιάζαμε διάφορα τμήματα των ταινιών. Άλλος έκανε τον Τσακ Νόρις, άλλος τον Τσαρλς Μπρόνσον, άλλος το Μπρους Λη – καμμιά φορά ανασυνθέταμε τη δράση από κάμποσες ταινίες ταυτόχρονα. Αλλά κάποια στιγμή προς το τέλος του Αυγούστου η παρέα άρχισε να αραιώνει - οι φραπέδες που έφερνε μηχανικά ο Αντρέας ήταν πλέον περισσότεροι από τους πελάτες. Και τα φύλλα συσσωρεύονταν πια σε μεγάλους σωρούς στην πλατεία.

Την επόμενη χρονιά το μαγαζί ήταν πάλι σουβλατζίδικο, οπότε τέρμα οι μεσημεριανοί φραπέδες διότι ο Μανώλης αξιοποιούσε τα μεσημέρια για να περνάει κομμάτια χοιρινό στα καλαμάκια. Ο Αντρέας είχε πάει φαντάρος, κι εμείς πιο μεγάλοι πια και πιο ξενύχτηδες, μέναμε πιο αργά στη θάλασσα και αρχίζαμε να πίνουμε το φραπέ μας σε κάτι παραλιακές καντίνες. Η ζωή όλων άλλαξε με το τέλος του σχολείου, και αντίστοιχα άλλαζαν και οι διακοπές – άρχισε να παίρνει ο καθένας το δρόμο του.

Πολλά πολλά χρόνια μετά, φέτος το καλοκαίρι, θυμήθηκα σε κάποια παρέα εκείνο το καλοκαίρι του βίντεο. Κάποιος τότε είπε μια ιστορία για έναν από τους φραπεδόβιους του επίμαχου καλοκαιριού, ότι δήθεν φτάνοντας στην Αθήνα μπήκε σε ένα βίντεο κλαμπ και αγόρασε μια κασέτα του Πεταλούδα. Ύστερα βγήκε έξω, έβαλε φωτιά στην κασέτα στο πεζοδρόμιο και άρχισε να χοροπηδάει φωνάζοντας «κανείς δεν θα ξαναδεί τον Πεταλούδα! Όχι άλλο Πεταλούδα!» - και μετά γύρισε σπίτι του ανακουφισμένος.

Αλλά νομίζω ότι μάλλον είναι αστικός μύθος.



Μπρους Λη εναντίον Τσακ Νόρις με φόντο το Κολοσσαίο στο "Κίτρινος Πράκτωρ εναντίον της Μαφίας"

Σ.Σ. Στην πραγματικότητα οι βιντεοταινίες ήταν λίγο περισσότερες από αυτές που αναφέρω πιο πάνω. Εκτός από τον Πεταλούδα με το Στηβ Μακ Κουήν και το ιταλικό σπαγγέτι γουέστερν Ένα τρύπιο δολλάριο και φυσικά το "Way of the dragon" του Μπρους Λη που είχε κακότεχνα μεταφραστεί από τον Έλληνα διανομέα ως "Κίτρινος Πράκτωρ εναντίον της Μαφίας", το μενού περιελάμβανε ακόμα την πρώτη ταινία της σειράς Ράμπο (Το πρώτο αίμα) με το Συλβέστερ Σταλόνε, τη δεύτερη της σειράς Death Wish "Εκτελεστής χωρίς οίκτο" με τον μουστακαλή Τσαρλς Μπρόνσον, λίγο ακόμα Τσακ Νόρις με μούσι στο "Ένας αλλά λύκος" καθώς και κάτι νεανικές σεξοκωμωδίες της εποχής και ίσως κάτι ακόμα που ο τίτλος μου διαφεύγει.

Η αλήθεια είναι ότι το καλλιτεχνικό επίπεδο δεν ήταν και πολύ υψηλό, και δεδομένου ότι εγώ είχα αρχίσει ήδη να συχνάζω σε κάτι "κουλτουριάρικα" σινεμά και να παρακολουθώ Φράνσις Φορντ Κόππολα - Ράινερ Βέρντερ Φασμπίντερ - και ξερό ψωμί, είναι μάλλον κατανοητό γιατί θεωρώ ότι η ανάφλεξη του Πεταλούδα (της μόνης ταινίας με κάποια σοβαρή ποιότητα στη συλλογή) είναι αστικός μύθος. Θα μου πήγαινε καλύτερα αν ο φραπεδόβιος της ιστορίας έκαιγε τον Κίτρινο Πράκτορα, ενθυμούμενος μάλιστα την (καλτ) σκηνή όπου ο Μπρους Λη τσακίζει χέρι και πόδι του Τσακ Νόρις με ένα και μόνο χτύπημα καράτε.

Αλλά οι "καλλιτεχνικές" μας ευαισθησίες αμβλύνονται συν τω χρόνω και εκ των υστέρων σκέφτομαι ότι μια παρέα εφήβων της δεκαετίας του '80 μάλλον φυσιολογικά θα έβλεπε Ράμπο (ου μην αλλά και Στάθη Ψάλτη) παρά Ταρκόφσκι και Γκοντάρ - ακόμα και ο Πεταλούδας ίσως ήταν λίγο πιο "ψαγμένος". Πολλούς από την παρέα (σαραντάρηδες με παιδιά τώρα) τους βλέπω ακόμα τα καλοκαίρια. Τώρα πίνουν εσπρέσσο φρέντο οι περισσότεροι - εγώ είμαι από τους λίγους που προτιμούν ακόμα φραπέ.

Για την ιστορία, το μαγαζί το έχει πάρει ο Μπάμπης, ο γιος του Μανώλη. Δε θυμάμαι πως λέγεται επισήμως φέτος, αλλά είναι μισό καφέ-μπαρ και μισό σουβλατζήδικο. Δεν παίζει βίντεο, παίζει Nova σε μια μεγάλη επίπεδη οθόνη.

Ο Αντρέας είναι παπάς σε ένα χωριό στην Ικαρία.

9/10/09

Κρητικοί και Κριτική


Κάνα δυο μέρες πριν τα μαζέψω οριστικά από το Ηράκλειο, βρέθηκα να ψάχνω μια ανύπαρκτη συναυλία του Κωστή Αβυσσινού στα Σπήλια ή το Σκαλάνι. Τελικά η πληροφορία περί συναυλίας ήταν μούφα, ωστόσο τον Αβυσσινό τον πέτυχα λίγες μέρες αργότερα στην Ικαρία, στο Φεστιβάλ Πολιτισμικών Διαλόγων Ίκαρος, μαζί με την Ουγγαρέζα Marta Sebestyen σε μια μουσική συνύπαρξη που ήταν όντως απρόσμενη. Με στεναχώρησε λίγο μόνο το γεγονός ότι ο κακομοίρης ο Αβυσσινός δεν βρήκε στην Ικαρία τους συμπαραστάτες που θα ήθελε ανάμεσα στο κοινό – λίγα κοινά πράγματα έχουν οι μουσικές μας παραδόσεις, κι όλα τα γυρίσματα του Ροδινού που έπαιζε ήταν σχεδόν εξίσου αλλότρια για τους καριώτες θεατές όσο και τα ουγγαρέζικα της Marta, χώρια που κανείς δε σηκώθηκε να χορέψει πεντοζάλη (που δεν ήξεραν) και περιορίστηκαν σε ένα σιγανό (χασαποσέρβικου τύπου) προς απογοήτευση και του Αβυσσινού και της κομπανίας του που αλλιώς ήταν μαθημένοι. Στο τέλος έπαιξαν καριώτικο (και μάλιστα τον «σωστό» καριώτικο), αλλά ενώ το κοινό παραληρούσε και χόρευε, έχω την αίσθηση ότι οι μουσικοί από την Κρήτη ήταν εξίσου σε «παράλληλο σύμπαν» με τους απορημένους Ούγγρους την ώρα εκείνη.

Υπάρχει μια ορισμένη "φαινοτυπική" ιδιομορφία σε κάποιες γωνιές του τόπου μας - η Ικαρία ίσως είναι μια τέτοια περίπτωση και η Κρήτη σίγουρα μια άλλη. Στην Κρήτη έζησα τα διόμισι τελευταία χρόνια – φαίνεται πως αυτή η περίοδος έληξε οριστικά, μάλλον. Είναι λίγο νωρίς ακόμα για ανασκοπήσεις και αξιολογήσεις (ακόμα δεν έχω καταφέρει να αποτιμήσω στα σοβαρά πολύ προγενέστερες περιόδους της ζωής μου), σκέφτομαι όμως ότι όλη αυτή την περίοδο αισθανόμουν πάντα κάπως προσωρινός, περαστικός από το χώρο. Δεν είναι μόνο η φύση της δουλειάς μου – άλλοι συνάδελφοι εξίσου ξένοι με τον τόπο και τη νοοτροπία έχουν δεθεί μια χαρά και περνάνε ωραιότατα. Κι εγώ καλά πέρασα, δε λέω, αλλά δε μπορώ να πω ότι ανέπτυξα ισχυρούς δεσμούς, ούτε ότι με διακατέχει κανενός είδους νοσταλγία για την Κρήτη. Έφυγα ήσυχα ήσυχα και δε γύρισα να κοιτάξω πίσω.

H Μανταλένα πάντως το είχε επισημάνει έγκαιρα το πρόβλημα, πριν κάτι μήνες που είχαμε βρεθεί για μια αποχαιρετιστήρια ρακή καθώς εγώ έφευγα υποτίθεται για καλοκαίρι (οριστικά, εν τέλει). Εκείνο το βράδι μου τα είχε χώσει ελαφρώς επειδή κατά τη γνώμη της δεν συμπαθούσα επαρκώς τους Κρητικούς. Προσπάθησα να αποσείσω την κατηγορία, αλλά με πολύ χλιαρά επιχειρήματα. Το αστείο είναι ότι η Μανταλένα είναι μετανάστρια, δεν είναι καν ελληνικής καταγωγής. Ωστόσο αισθάνεται οργανικά ενταγμένη στην κοινωνία της Κρήτης (όχι της Ελλάδας – της Κρήτης), λατρεύει τους Κρητικούς (όχι γενικώς τους Έλληνες) και τους υπερασπίζεται από τα σκωπτικά σχόλια κάτι τύπων σαν εμένα.

Εκείνη την ώρα μου κακοφάνηκε λίγο, αλλά μετά που το ξανασκέφτηκα ψυχραιμότερα, κατέληξα πως η Μανταλένα είχε δίκιο. Όχι με την έννοια της συμπαθειας η αντιπάθειας προς μια κάπως αφηρημένη ολότητα (τους Καριώτες, τους Κρητικούς, τους Πόντιους, τους Έλληνες, τους Ινδιάνους) στην οποία τσουβαλιάζονται και η συμπαθής Μαρία και η αντιπαθής Μαρίκα, και ο καλός Γιωργάκης και ο κακός Κωστάκης. Αλλά με την έννοια ότι πολλά από τα «πολιτισμικά» χαρακτηριστικά που στο μυαλό μερικών ανθρώπων συναποτελούν την «Κρητικοσύνη» μου είναι αδιάφορα ή εντελώς ξένα. Καλώς ή κακώς διαθέτω μια συγκρότηση με διαφορετικές ιεραρχήσεις αξιών από τις κυρίαρχες στη μεγαλόνησο (και αλλού...) και ως εκ τούτου δεν με εγκαταλείπει σχεδόν ποτέ ένα είδος κριτικής διάθεσης απέναντι στον κόσμο – σε όλο τον κόσμο, τόσο στην Κρήτη και στην Ικαρία όσο και στην Αθήνα ή στο Ουζμπεκιστάν.

Θέλω να πιστεύω (και προσπάθησα να το εξηγήσω και στη Μανταλένα πιο πρόσφατα που τα ξαναείπαμε από κοντά) ότι αυτή η κριτική διάθεση δεν με εμποδίζει να χαίρομαι με τα καλά αυτού του τόπου και των ανθρώπων του και δε μου θολώνει το νου όταν κρατάω απόσταση από τα οιονεί "κακά" τους. Θυμάμαι πάντως με συγκατάβαση έναν κάπως σουρρεαλιστικό διάλογο που είχα με μια παρέα Κρητικών το καλοκαίρι που μας πέρασε σε ένα πανηγύρι στην Ικαρία. Έτυχε να καθήσουμε δίπλα, κι είχα μείνει εκστατικός να κοιτάζω την πανέμορφη μελαχροινή κοπέλα της παρέας (αν και οι φίλες μου κοίταζαν εξίσου εκστατικές το συνοδό της) όταν αναφέρθηκε ότι μένω στο Ηράκλειο. Η συμπεριφορά της παρέας άλλαξε κάπως απότομα προς το χειρότερο απέναντί μου - μέχρι που διευκρινίστηκε ότι είμαι από την Ικαρία και απλώς κατοικώ προσωρινά στην Κρήτη. Αμέσως χαλάρωσαν - μου εξήγησαν ότι είναι Χανιώτες, κι ως εκ τούτου δεν συμπαθιούνται με τους Ηρακλειώτες. Έβαλα τα γέλια - ακόμα περισσότερο όταν ανακάλυψα ότι η πανέμορφη μελαχροινή που συνόδευαν οι Χανιώτες ήταν από ένα χωριό στο Λιβυκό που ανήκει ακριβώς στο νομό Ηρακλείου. Κρασί στο κρασί (δεν παίζει ρακή στα καριώτικα πανηγύρια) είπαμε διάφορα χαριτωμένα για τους Κρητικούς και τους Καριώτες, είπαμε ανέκδοτα με Ανωγειανούς, μαντινάδες και ρίβες. Στο τέλος αποτόλμησα να τους διηγηθώ μια ιστορία που μου 'χε τύχει παλιά στα μέρη τους.

Ήτανε καλοκαίρι του 2003 μάλλον, και είχαμε μόλις φτάσει στη Σούδα με πλοίο, μια παρέα βιολόγοι που πηγαίναμε σε ένα συνέδριο. Πήραμε ταξί για Κολυμπάρι - ο ταξιτζής βγήκε στην εθνική με τις πάντες και σε λίγα δευτερόλεπτα είχε φτάσει τα 180. Παρόλες τις προτροπές μας να πάει πιο αργά δεν υποχώρησε καθόλου, προσέξαμε όμως ότι όταν του πιάναμε κουβέντα έκοβε γύρω στα 120-130. Αρχίσαμε να του μιλάμε διαρκώς για οτιδήποτε, και μια και είχε κι εκείνος όρεξη για κουβέντα άρχισε να μας λέει για την κουμπάρα του που ήταν δήμαρχος στην Αθήνα (η Ντόρα Μπακογιάννη, τότε) κι έπειτα δυσανασχέτησε που κανείς μας δεν την είχε ψηφίσει την κουμπάρα. Το αποτέλεσμα της δυσαρέσκειας ήταν να γυρίσει μπροστά αμίλητος και να πατήσει γκάζι αλλά λίγο πριν φτάσει τα 200 πετάχτηκε η Ρ. από το πίσω κάθισμα (σε μια απελπισμένη προσπάθεια να ξαναπιάσει την κουβέντα) και ρώτησε όλο ενδιαφέρον:

- Έχετε ποντίκια εδώ;

Ο ταξιτζής γούρλωσε τα μάτια, έκοψε ταχύτητα (ουφ...) και γύρισε για να ρωτήσει απορημένος:

- Στην Κρήτη;
- Στην Κρήτη.
- Ποντίκια; Στην Κρήτη;
- Ε, ναι, διαβάσαμε στην εφημερίδα ότι εκεί που γίνονται τα ολυμπιακά έργα, στο Ηράκλειο, έχει γεμίσει ο τόπος ποντίκια.


Το πρόσωπο του ταξιτζή έλαμψε από ανακούφιση. Γύρισε μπροστά πατώντας γκάζι απότομα και διευκρίνισε:

- Στην Κρήτη δεν έχει ποντίκια. Στο Ηράκλειο έχει ποντίκια. Όχι στην Κρήτη.

Προς επιβεβαίωση των λεγομένων του, ένας τετράπαχος αρουραίος διέσχιζε το δρόμο την ώρα που περνούσαμε έξω από τη Μονή Γωνιάς, αλλά φτάναμε πια σώοι και ασφαλείς οπότε είπα να μην το κάνω θέμα. Άλλωστε κι ο αρουραίος μπορεί να μην ανήκε στην Κρήτη (όπως άλλωστε και το Ηράκλειο) - μπορεί να ανήκε κι αυτός σε κανένα παράλληλο σύμπαν.


ΣΣ. Δεδομένου του πνεύματος της ανάρτησης, παρακαλώ η ιστοριούλα με τον ταξιτζή να μη διαβαστεί "διασταλτικά" και να μη θεωρηθεί ότι υποκρύπτει κάποιου είδους απαξία για τους κουμπάρους της Ντόρας, τους Χανιώτες, τους Κρητικούς ή τους ταξιτζήδες συνολικά. Το διευκρινίζω για να με ξανακάνει παρέα η Μανταλένα τώρα που θα έρχομαι μόνο ως τουρίστας πλέον.

Πάντως ήταν ένα σχόλιο ανωνύμου στην προηγούμενη ανάρτηση (που όμως μαζί ψάχναμε το μαγαζί του Αβυσσινού την άλλη φορά, οπότε όχι και τόσο ανωνύμου) που μου θύμισε την καλοκαιρινή συναυλία. Η Marta Sebestyen έγινε αρκετά γνωστή από το μουσικό θέμα της ταινίας "Ο Άγγλος ασθενής" που έγραψε και τραγουδούσε. Ο Κωστής Αβυσσινός (η φωτογραφία του είναι στην κορυφή της ανάρτησης) είναι γιος - και συνεχιστής - του παλιού μουσικού Γιώργη Αβυσσινού από το Σκαλάνι. Από την συναυλία αυτή συγκράτησα ένα δίστιχο που είναι νομίζω του Γιώργου Κουτσουρέλη:

Ήθελα να 'μουν άρωμα που βάνεις στα μαλλιά σου
στην κάθε σου αναπνοή να μπαίνω στην καρδιά σου


Γιατί αυτή η μουσική (και άλλες πολλές) αντιπροσωπεύει μια μορφή "Κρητικοσύνης" που μου αρέσει πολύ περισσότερο από από τα μουστάκια, τα μαύρα πουκάμισα και τα κουμπούρια - κι είναι πολύ πιο πολύτιμη τελικά. Κι ας ξεθυμαίνει το άρωμα σιγά σιγά από το χρόνο και την απόσταση - έτσι κι αλλιώς (όπως λέει μια σουαχίλι παροιμία) τίποτα δεν είναι τόσο μεγάλο που να μην τελειώνει ποτέ.




Ο Κυριάκος Σταυριανουδάκης, μισός Κρητικός και μισός Καριώτης, σε μια τηλεοπτική εκτέλεση του (χανιώτικου) τραγουδιού "Το άρωμα" του Γιώργη Κουτσουρέλη.

1/10/09

Φτηνό σουβλάκι στο λαό



Οι πρώτες βουλευτικές εκλογές που θυμάμαι, αν και κάπως αμυδρά, είναι αυτές της μεταπολίτευσης. Ήμουν εξίμισι χρονών τότε, μόλις είχα μάθει να διαβάζω, αλλά θυμάμαι ένα τεύχος του πολιτικού περιοδικού "Επίκαιρα" που κυκλοφορούσε την εποχή εκείνη και είχε στο εξώφυλλο τους αρχηγούς των κομμάτων της εποχής: τον Καραμανλή (θείο), το Γεώργιο Μαύρο που εξηφανίσθη αργότερα, τον Ανδρέα Παπανδρέου (πριν γίνει σταρ), τον Ηλία Ηλιού της ενωμένης (;) Αριστεράς και τον αλήστου μνήμης Γαρουφαλιά, πέτρα του σκανδάλου επί αποστασίας το 1965 και μεταπολιτευτικώς αρχηγό δεξιοτάτου κόμματος που δεν θυμάμαι πώς το έλεγαν. Στο πνεύμα της μεταπολίτευσης βέβαια δεν ευνοούντο οι αντιλήψεις αυτές, και οι συγκεντρώσεις του Γαρουφαλιά έβριθαν αργόσχολων νέων των φροντιστηρίων και των σφαιριστηρίων που (όπως με διαβεβαίωνε η δεκαεξάχρονη ξαδέλφη μου που πήγαινε ανελλιπώς σε τέτοια events) το σύνθημα που δονούσε την ατμόσφαιρα ήταν "Γαρουφαλιά αν πετύχεις, φτήνηνε το σουβλάκι", δεδομένου ότι το δημοφιλές λαϊκό έδεσμα είχε ανατιμηθεί στις έξι δραχμές από πέντε που ήταν πιο πριν.

Ο Γαρουφαλιάς δεν πέτυχε και το σουβλάκι ακρίβυνε κι άλλο μέχρι τις εκλογές του 1977 που τις θυμάμαι αρκετά καθαρά. Πλήθη αφισοκολλητών περνούσαν τάχιστα νέα ταπετσαρία με εκπληκτική ταχύτητα, για λογαριασμό κομμάτων και υποψηφίων που αναζητούσαν σταυρό. Ακόμα και στην κολώνα της ΔΕΗ έξω από το σπίτι μας όπου δεν περνούσε άνθρωπος ποτέ, είχαν κολληθεί πλήθη αφισών που μέχρι το τέλος της προεκλογικής περιόδου είχαν φτάσει σε πάχος αρκετών εκατοστών από τις ανεπάλληλες επιστρώσεις. Θυμάμαι που πήγαινα στο περίπτερο για εφημερίδα του θείου Τάσου (επτά δραχμές έκανε, πλήρωνα με το δεκάρικο που μου έδινε και του έδινα ρέστα δίφραγκο κρατώντας τη δραχμή για τον κόπο μου). Μέχρι να ξανάρθω, η συμπαθής φρεσκοκολλημένη φάτσα του υποψηφίου της ΝΔ είχε αντικατασταθεί από το ακόμα υγρό πρόσωπο ενός στελέχους της ΕΔΗΚ λίγο πριν επικολληθεί επ΄αυτού κάποιος υποψήφιος του ΠΑΣΟΚ. Θυμάμαι τη βραδιά των αποτελεσμάτων όπου άκουσα για πρώτη φορά τη λέξη "διαρροή" να αναφέρεται σε ψήφους.

Τέσσερα χρόνια αργότερα, το 1981, η εικόνα στην τηλεόραση ήταν έγχρωμη και ο άνεμος της Αλλαγής σάρωνε τα πάντα. Είχα μάθημα Αγγλικών στο κέντρο της Αθήνας Τρίτη και Πέμπτη - την προεκλογική εβδομάδα βρέθηκα Τρίτη απόγευμα να διασχίζω τη συγκέντρωση του ΚΚΕ (17% - δεύτερη κατανομή) για να φτάσω σε μια ανόρεχτη μισοάδεια τάξη που δεν πολυγούσταρε μάθημα αλλά το έκανε με βαριά καρδιά. Την Πέμπτη όμως η ίδια διαδρομή στη συγκέντρωση του ΠΑΣΟΚ ήταν πολύ πιο κοπιώδης. Έφτασα στην τάξη με καθυστέρηση μόνο και μόνο για να αντιληφθώ ότι δεν είχε έρθει σχεδόν κανείς. Οι ελάχιστοι παρόντες (μαζί και η καθηγήτρια) αποφασίσαμε να αναβάλουμε το μάθημα για να γίνει επί σοσιαλισμού (στις 18 σοσιαλισμό, έλεγαν μερικοί από τα πλήθη). Λίγο αργότερα βρέθηκα κάτω ακριβώς από το μπαλκόνι που μιλούσε ο Ανδρέας στο Σύνταγμα (δεν τον έβλεπα εκτός από κάτι φευγαλέες εκλάμψεις όταν σήκωνε τα χέρια). Θυμάμαι πως πανηγύρισα με την υπόσχεσή του ότι "θα καταργήσουμε τις Πανελλήνιες εξετάσεις" - αφού θα έβγαιναν που θα έβγαιναν τουλάχιστον να είχαμε και κανένα όφελος.

Άλλα τέσσερα χρόνια αργότερα, το 1985, έδινα Πανελλήνιες (που λεγόντουσαν πλέον Πανελλαδικές) μια βδομάδα μετά τις εκλογές. Όλο το διάβασμα (που έκανα φυσικά νύχτα) διανθιζόταν από χαρούμενες κόρνες αυτοκινήτων βέβαιων για τη νίκη τους, καθώς πλήθη κόσμου έτρεχαν στο δρόμο ανεμίζοντας σημαιάκια. Στη γειτονιά ομάδες νεολαίων του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ πλακωνώντουσαν κάθε βράδι σε εξορμήσεις αφισοκόλλησης και προκάτ περίπτερα και των δύο στηνόντουσαν τάχιστα το ένα απέναντι στο άλλο για να μαζευτούν τα πλήθη με τα σημαιάκια και να ανταλλάξουν διάφορα κοσμητικά. Υπήρξα αυτόπτης καραμπόλας έξι αυτοκινήτων (ανά τρία το κάθε κόμμα) που έπεσαν το ένα πάνω στο άλλο με ταχύτητα 15-20 χιλιομέτρων διότι οι οδηγοί τους ξεκίνησαν να βρίζονται με τους συγκεντρωμένους και δεν έβλεπαν μπροστά τους. Είχε πλάκα - με το φίλο μου το Γιάννη Β. βγαίναμε τα βράδια με διάφορα παράταιρα εφέ και κάναμε χαβαλέ, πότε με σημαίες του ΚΟΔΗΣΟ, πότε μοιράζοντας μπροσούρες του ΚΚΕ Εσωτερικού στους αμήχανους Νεοδημοκράτες, πότε στήνοντας αυτοσχέδιους καυγάδες δήθεν για τον εμφύλιο ή για τον ΠΑΟΚ (του οποίου ο Γιάννης ετύγχανε οπαδός) μέχρι να τσιμπήσουν οι αντιμαχόμενοι και να έρθουν για να εμπλακούν στον καυγά υποθέτοντας ότι κάποιος από μας είναι ΝΔ και ο άλλος ΠΑΣΟΚ.

Η Δημοκρατία νίκησε όπως συνήθως και μετά ήρθε στη ζωή μας ο Κοσκωτάς. Ήμουν πια μεγάλο παιδί και εμπλεκόμουν ενεργά - έτσι ψήφισα για πρώτη φορά τον Ιούνιο του 1989 έμπλεος συγκίνησης. Η Κάθαρση νίκησε αλλά όχι εντελώς, και λίγους μήνες αργότερα ξαναψήφισα (με λιγότερη συγκίνηση). Αυτή τη φορά δε νίκησε κανείς κι έτσι το 1990 το επανέλαβα χωρίς την παραμικρή συγκίνηση αυτή τη φορά. Κάτι που άρχιζε να γίνεται τηλεοπτικό το όλο ζήτημα, κάτι που προϊόντος του χρόνου δεν κάνεις πλάκα με τα ίδια και τα ίδια, οι αναμνήσεις μου από τις εκλογές της περιόδου εκείνης και τις πιο πρόσφατες είναι λίγο θολές. Δεν μου έρχεται αμέσως η χρονολογία που έσκασε μια βίδα στο κεφάλι του Σαμαρά άλλά μάλλον πρέπει να συμπίπτει με το 2,94% του Συνασπισμού το 1993. Ο Μιλτιάδης Έβερτ να φωνάζει "Καρδίτσα-Καρδίτσα" πρέπει να ήταν το 1996. Κάπου το 2000 θυμάμαι τους πανηγυρισμούς στη Ρηγίλλης νωρίς (που μετακόμισαν στη Χαριλάου Τρικούπη λίγο πιο αργά) και ακόμα πιο αχνά θυμάμαι το 2004 και τον αγανακτισμένο Βενιζέλο του 2007.

Από την τωρινή εκστρατεία δε νομίζω ότι θα θυμάμαι πολλά, έτσι κι αλλιώς. Από μια βόλτα που έκανα στην πόλη πάντως (έλειπα δυο μήνες), έχω την αίσθηση ότι το σουβλάκι πάλι έχει τσιμπήσει λίγο, παρόλη την κρίση και το χαμηλό πληθωρισμό. Αλλά μπορεί να φταίει και η αφραγκία, δεν ξέρω.

Από την ταινία "Υπάρχει και φιλότιμο", μες στο κλισέ βεβαίως βεβαίως, αλλά έχει πλάκα...