ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

Μια ρεβυθιά στο Ηράκλειο - Λέιντεν - Λισσαβώνα - Αθήνα - πάλι Ηράκλειο


25/11/08

Σταχτοτσικνιάς με δρυοκολάπτη

Την εποχή που σπούδαζα στο Βιολογικό, εκτός από τα υποχρεωτικά μαθήματα που ήταν κοινά για όλους, υπήρχαν και καμμιά τριανταριά μαθήματα επιλογής, από τα οποία έπρεπε να διαλέξεις τουλάχιστον δεκαέξι ώστε να πάρεις πτυχίο. Αν και δεν υπήρχε τότε περιορισμός "κατεύθυνσης" για το είδος ή τη συνάφεια των μαθημάτων που διάλεγες να παρακολουθήσεις, υπήρχε η τάση να παρακολουθεί κανείς ομοειδή μαθήματα, σε γενικές γραμμές "μοριακά" ή "περιβαλλοντικά", ανάλογα με τα ενδιαφέροντα του καθενός, τη φημολογούμενη "ευκολία" στο να περάσεις και μερικούς αστάθμητους παράγοντες (π.χ. την ύπαρξη εκπαιδευτικών επισκέψεων ή ακόμα καλύτερα εκδρομής, τη δημοφιλία ορισμένων διδασκόντων, την απουσία υποχρεωτικών εργαστηριακών ασκήσεων).

Η αρχική τάση μου όταν σκέφτηκα να σπουδάσω στο Βιολογικό ήταν να ασχοληθώ γενικώς με οικολογία - μετά από δυόμιση έτη στο Πανεπιστήμιο είχα μάθει πια καλά ότι σε άλλα μονοπάτια με καλούσε η μοίρα. Διάλεξα δέκα αμιγώς "μοριακά" μαθήματα, συμπλήρωσα με άλλα δέκα που είχαν εκδρομές ή εθεωρούντο εύκολα ή τα είχαν διαλέξει χαριτωμένες συμφοιτήτριες (φυσικά δεν τα πέρασα όλα - αρκέστηκα στα απαραίτητα για το πτυχίο) και ολοκλήρωσα τις βιολογικές μου σπουδές χωρίς ποτέ να μάθω τίποτα σοβαρό για την πανίδα και τη χλωρίδα και τα οικοσυστήματα. Άλλοι συμφοιτητές μου πάλι είχαν μάθει διάφορα μανιτάρια και αγριόχορτα με το μικρό τους όνομα, αλλά είχαν μια πολύ θολή εικόνα για το τι είναι DNA και τι κύτταρο. Μπορούσαν όμως να δουν τη φωτογραφία του πελαργοειδούς πτηνού που βρίσκεται στην κορυφή της ανάρτησης και να καταλάβουν αμέσως ότι πρόκειται για έναν αντιπρόσωπο του είδους Ardea cinerea - κοινώς (πόσο κοινώς;) για έναν σταχτοτσικνιά.

Ο περισσότερος κόσμος δεν ξυπνάει με τη λέξη "σταχτοτσικνιάς" στο στόμα, αλλά κανονικά δεν πρέπει να έχω παράπονο διότι ούτε η "οξειδάση του κυτοχρώματος c" λέει τίποτα στους περισσότερους. Ατυχώς οι σπουδές μου δεν με είχαν προετοιμάσει επαρκώς για να αντιμετωπίσω την ερώτηση που έκανε προ καιρού μια (ξένη) συνάδελφος στην επιστημονική μας ομύγυρη. Ζώντας πολλά χρόνια εδώ τα ελληνικά της ήταν πολύ καλά πια, αλλά με την ορολογία είχε κάποια μικροπροβλήματα (κι εμείς, όπως αποδείχθηκε):

- Πώς λέτε εδώ στην Ελλάδα "cocostârc";
- Ορίστε;
- Cocostârc. Κάτι σαν πελαργός, αλλά όχι πελαργός ακριβώς. Γκρι.


Εκεί που η επιστημοσύνη δε βοηθάει, αναλαμβάνει το γκούγκλ. Γκουγκλιάζοντας επαρκώς τη λέξη σε διάφορες γλώσσες (η μητρική της κοπέλας ήταν η ρουμανική) βρήκα το όνομα του είδους, και καταφεύγοντας στους καταλόγους της καθ' ημάς Ορνιθολογικής Εταιρίας, εντόπισα το "κοινό" όνομα που αναζητούσα - ήταν, όπως μαντέψατε ήδη, σταχτοτσικνιάς. Αλλά και σκέτος τσικνιάς να ήταν, μία ή άλλη...

- Μα πώς σου ήρθε;

Η κοπέλα χαμογέλασε κοιτάζοντας σεμνοπρεπώς το πάτωμα. Μου εξομολογήθηκε ότι όταν ήταν μικρή, η θεία της ή η νονά της (δε θυμάμαι ακριβώς) την είχε παρομοιάσει με διασταύρωση cocostârc με...

- ...με πώς το λέτε; Woodpecker. Όπως ο Γούντι.

Αυτό μάλιστα. Χωρίς καμμία ιδιαίτερη επιστημοσύνη, όλοι ξέρουν το Γούντι τον τρυποκάρυδο. Δηλαδή, σχεδόν όλοι, διότι η καθ' ημάς Ορνιθολογική Εταιρία μάλλον τον αγνοεί ως είδος. Υπάρχουν όμως διάφορα άλλα παρόμοια, και η κάτωθι φωτογραφία ενός Dendrocopos major αποδεικνύει του λόγου το ασφαλές. Φαντάστηκα ότι θα έβρισκα πολλές σχετικές πληροφορίες κάτω από τον τίτλο "Δρυοκολάπτες". Προς μεγάλη μου έκπληξη σε μερικές ιστοσελίδες (όχι στον κατάλογο της Ορνιθολογικής) είδα το "κοινό" όνομα του πτηνού αυτού να είναι "Τσικλητάρα".


- Πώς το λέτε το woodpecker στην πατρίδα;
- Ciocãnitoare. Εδώ πώς το λέτε;


Της είπα "δρυοκολάπτης" - το "τσικλητάρα" μου έπεφτε βαρύ και το "τρυποκάρυδος" ελαφρύ, μάλλον. Της έδωσα τις φωτογραφίες που βλέπετε κι εσείς - δεν διαπίστωσα να μοιάζει ιδιαίτερα με κανένα από τα δύο είδη. Αλλά μετά από λίγο καιρό άρχισε να με προβληματίζει η ιδέα της διασταύρωσης ανάμεσά τους - όχι με την "επιστημονική" έννοια αλλά μεταφορικά. Σαν μια ιστορία που διηγείται κανείς, ή καλύτερα ενός παραμυθιού. Που θα μπορούσε να ξεκιναει με τη φράση "Μια φορά κι έναν καιρό", περίπου κάπως έτσι:

Μια φορά κι έναν καιρό, στο δάσος που βρισκόταν στο δέλτα του μεγάλου ποταμού, φύτρωνε ένας μεγάλος γέρικος πλάτανος, και στην κορυφή του ήταν η φωλιά μιας πελαργού, ή τέλος πάντων ενός πτηνού που έμοιαζε με πελαργό και που στα μέρη εκείνα το φώναζαν cocostârc. Μια μέρα, την ώρα που η cocostârc τέντωνε τα μακριά πόδια και το δεξί φτερό της και τη στιγμή ακριβώς που ετοιμαζόταν να τεντώσει και το αριστερό, άκουσε ξαφνικά ένα γρήγορο ρυθμικό χτύπημα «τοκ-τοκ-τοκ-τοκ» κι ένιωσε το κλαδί που βρισκόταν να τραντάζεται aνεπαίσθητα. Για μια στιγμή ο θόρυβος σταμάτησε, αλλά αμέσως μετά ξανάρχισε πιο δυνατά και παρατεταμένα – το ίδιο και το τράνταγμα. Η cocostârc χαμήλωσε το μακρύ λαιμό της, έσκυψε το κεφάλι και κατάφερε να δει φευγαλέα ένα κόκκινο σημαδάκι να ταλαντώνεται ταχύτατα μέσα στα πυκνά φύλλα, κάμποσα μέτρα χαμηλότερα από τη φωλιά. Ύστερα ο θόρυβος σταμάτησε απότομα και το κόκκινο σημαδάκι μετατράπηκε στο σκουφί ενός δρυοκολάπτη, που στα μέρη εκείνα τον φώναζαν ciocãnitoare, και που τώρα κοιτούσε προς τα πάνω παραξενεμένος...
Χμ... Έχουν περάσει κάμποσα χρόνια από κείνη τη συζήτηση και ακόμα δεν έχω καταφέρει να σκεφτώ πώς ακριβώς ένας δρυοκολάπτης και ένας (ή μάλλον μία) σταχτοτσικνιάς θα συναντιόντουσαν κάπου στο δέλτα του Δούναβη (ή ίσως λίγο βορειότερα) και πώς θα ερχόντουσαν τόσο κοντά ο ένας στον άλλο. Από λογοτεχνικής απόψεως, φοβάμαι ότι είναι πολύ δυσκολότερο να γράφεις παραμύθια για ζώα (που θα διαβαστούν από παιδιά - ή περίπου), από ό,τι είναι να γράφεις ιστορίες για σαραντάρηδες blogger (που θα διαβαστούν από σαραντάρηδες blogger - ή περίπου). Αλλά λέω να το παλέψω λίγο ακόμα πριν το παρατήσω τελείως, ελπίζοντας ότι η (πάλαι ποτέ) συνάδελφος θα αναλάβει τη μετάφραση στη μητρική της γλώσσα για να διηγηθεί την ιστορία στη μικρή ανηψιά της πίσω στην πατρίδα τους (αν βέβαια η μικρή διαβάζει ακόμα παραμύθια μέχρι να το τελειώσω - μπορεί να μου πάρει χρόνια).

Αλλά σήμερα που γιορτάζει, είναι μια καλή ευκαιρία να της το θυμίσω, δε νομίζετε;

20/11/08

Hasta na pane project

Έχω ένα συνάδελφο στη δουλειά που είναι παράλληλα και μουσικός - κλασικός κιθαριστής. Ο άνθρωπος έχει έναν παθολογικό έρωτα με τη μουσική του Μάνου Χατζιδάκι. Το γεγονός αυτό δεν είναι κατ' αρχήν κακό, καθώς στη δουλειά έχουμε κατά καιρούς διάφορα μουσικά διαλείμματα όπου ακούγεται μια κιθάρα να παίζει τον "Κεμάλ" ή το "Τα παιδιά κάτω στον κάμπο" ή και διασκευασμένα αποσπάσματα από το "Χαμόγελο της Τζοκόντας". Ωστόσο, όπως συμβαίνει με όλους τους μεγάλους έρωτες, ο αγαπώμενος είναι ιερός: κάθε πράξη, κάθε λέξη, κάθε νότα του είναι διαποτισμένη από το πνεύμα του μεγαλείου. Έτσι, καμιά φορά χρειάζεται μια κάπως βίαιη παρέμβαση για να βγει από το CD το δισκάκι όπου για 16η συνεχή φορά ακούγεται η Αλίκη Βουγιουκλάκη συνοδεία ναυτικής χορωδίας να αναμέλπει το "Τράαααβα μπρος, κι όσα έρθουν κι όσα πάααανε".

[Παρέμβαση του ενδιαφερομένου: Ούτε καμιά παθολογία υπάρχει, ούτε το "Τράβα μπρος" είναι καμιά τραγουδάρα - ο blogger παραποιεί τα γεγονότα.]

Δεδομένης της εν λόγω ιερότητας της μουσικής του Χατζιδάκι, ο συνάδελφος είναι λίαν επιφυλακτικός σε διάφορες πρόσφατες διασκευές τύπου Κωνσταντίνος Β. ή Raining Pleasure (λογικόν). [Ψέμματα! Μια χαρά μου αρέσουν αυτές οι διασκευές!] Ως εκ τούτου μου έκανε μια σχετική εντύπωση που ήρθε προχτές με χορευτικό βήμα, ύφος τριαλαρά-τριαλαρό, και τη γιαλάδα στο βλέμμα που δηλώνει ότι κάποια μεγαλοφυής ιδέα τον έχει συνεπάρει, για να μου δείξει στο youtube ένα βιντεάκι από μια διασκευή που είχαν κάνει οι μαθητές του Μουσικού Λυκείου Αλίμου στον Κεμάλ και το Στα παιδιά κάτω στον κάμπο. Όχι στο καθένα χωριστά. Και στα δύο μαζί. Σε μια ραπ ή χιπ-χοπ (με διόρθωσε: R'n'B) διασκευή υπό τον ευφάνταστο τίτλο "Hasta na pane project".



- Μα δεν είναι στο στυλ σου, είπα δειλά.
- Το ξέρω. Αλλά από χτες που το είδα μου έχει φτιάξει το κέφι.

Είχε δίκιο. Προσωπικά θεωρώ υπερβολικά "εύκολες" αυτού του τύπου τις διασκευές, και σκέφτομαι ότι θα μπορούσε στο ίδιο μπητ να κολλήσει κάποιος στίχους από άλλα τριάντα τραγουδάκια, από Ημισκούμπρια και Μικρούτσικο μέχρι τον Εθνικό Ύμνο και (φρίξον, ήλιε!) Μίκη Θεοδωράκη. Ωστόσο, ακούγοντας το κομμάτι (προσπέρασα γρήγορα το πρώτο μέρος του βίντεο με τα πρόσωπα) δε μπορώ παρά να παραδεχτώ ότι κι εμένα μου έφτιαξε το κέφι - και σπεύδω να το μοιραστώ πριν περάσει η επίδραση και ξεμείνουμε με τη συνήθη μιζέρια που επάγουν η αστραφτερή λογική και οι βαθυστόχαστες αναλύσεις μας.

Και τώρα που γράφω, κάπου στην απέναντι πλευρά του εργασιακού μας χώρου, παίρνει το αυτί μου την κιθάρα να παίζει κάτι από Λιλιπούπολη, καθώς ο αγαπητός συνάδελφος επιχειρεί να ξεκολλήσει μια νεαρή εκπαιδευόμενη από τα τωρινά της ακούσματα του συρμού και να της διδάξει το φως το αληθινό, όπως αυτό μετουσιώνεται στη μελωδία του "το χοντρό μπιζέλι χορεύει τσιφτετέλι στο χορό των μπιζελιών".

Τρέχω να βοηθήσω - ο ρόλος του μπιζελιού μου πάει γάντι.

Καλή ακρόαση.


ΥΓ. Ο "Κεμάλ" νομίζω ότι πρωτοεμφανίστηκε με αγγλικούς στίχους στο δίσκο "Reflections" που έκανε ο Χατζιδάκις στη Νέα Υόρκη με τους New York Rock'n'roll Ensemble - η μεταγενέστερη εκδοχή στα ελληνικά σε στίχους Νίκου Γκάτσου είναι απείρως καλύτερη στιχουργικώς. "Τα παιδιά κάτω στον κάμπο" τα πρωτοάκουσα στην ταινία Sweet Movie του Ντούσαν Μακαβέγιεφ, αλλά το τραγούδι λειτουργεί αυτόνομα - ευτυχώς. Οι στίχοι είναι του ίδιου του Χατζιδάκι, νομίζω.

"Ο χορός των μπιζελιών ή το πράσινο χρώμα" από τη Λιλιπούπολη είναι σε μουσική Λένας Πλάτωνος και στίχους Μαριανίνας Κριεζή.

Το σχόλιο δίπλα στο όνομα του Μίκη αφορά τον αγαπητό συνάδελφο που αναβιώνοντας μια ξεχασμένη - ακόμα και από τους πρωταγωνιστές της - διαμάχη των αρχών της δεκαετίας του '60 διαχωρίζει τον κόσμο σε Χατζιδακικούς και Θεοδωρακικούς, [Άρες μάρες κουκουνάρες - κανέναν δε διαχωρίζω. Μην τον πιστεύετε!] αλλά ευτυχώς εμείς οι Σαββοπουλικοί τα 'χουμε ξεπεράσει αυτά...



ΥΓ2. Όπως βλέπετε με πορτοκαλί γράμματα, είμαστε δημοκρατικό μπλογκ...

16/11/08

Η μέθοδος του «άρα» (Οδυσσέας Ελύτης)

Μπαίνοντας ο εικοστός αιώνας στο τελευταίο του τέταρτο, αισθάνομαι άστεγος και περιττός. Όλα είναι κατειλημμένα – ως και τ’ άστρα. Οι άνθρωποι έχουν απαλλαγεί από κάθε παιδεία, όπως στην εποχή του Τσέγκις Χαν, και δεν ερωτεύονται ούτε κατ’ ιδέαν. Πρωθυπουργοί συναλλάσσονται με προσωπιδοφόρους, ποικίλες ομάδες καταλαμβάνουν αεροπλάνα και συλλαμβάνουν ομήρους, ενώ οι κολεγιόπαιδες λύνουν εκπληκτικές εξισώσεις με ευκολία που είναι ν’ απορείς: συν, πλην, δια, επί – άρα. Το μυστικό στη ζωή αυτή, φαίνεται, δεν είναι αν είσαι δούλος ή όχι. Καθόλου. Είναι να οδηγείσαι με συνέπεια σε κάποιο «άρα» και να έχεις έτοιμη την απάντηση. Πολύ ωραία. Μπροστά όμως σε μια φράση ποιητική, για ποιο λόγο αυτό το «άρα» στομώνει;

Το μυαλό μας κάνει μαιάνδρους απίθανους προκειμένου στο μέλλον να σταδιοδρομήσει στα εργαστήρια, στους ηλεκτρονικούς εγκεφάλους, οπουδήποτε οσφραίνεται όφελος χειροπιαστό. Προκειμένου όμως να καταλήξει σε μια συνειδητοποίηση του είναι παραμένει στην πρώτη Δημοτικού. Γιατί; "Λευκό βουνάκι πρόβατα κινούμενο βελάζει" - άρα; Μηδέν ο μαθητής. "Ο ήλιος κυκλοδίωκτος ως αράχνη μ' εδίπλωνεν" - άρα; Κενό. Το τρανζίστορ μας ναι• αυτό ξέρουμε να το λύνουμε και να το επανασυνδέουμε στο άψε-σβύσε. Όλα γίνεται να τα λύσεις και να τα επανασυνδέσεις, εκτός από τα λόγια που έγραψε ο ποιητής. Κάποια βίδα στο τέλος θα σε μπερδέψει. Μήτε που θα εφαρμόζει πουθενά, μήτε που χωρίς αυτήν θα λειτουργεί το μηχάνημα. Και ο ίδιος ο ποιητής, εάν κληθεί να δοκιμάσει, θ’αποτύχει […] Την αδεξιότητά του, που εντούτοις ευστόχησε, δεν μπορεί παρά να τη δικαιολογήσει με κάποιο ψέμα. Εκ των υστέρων, όλοι οι ποιητές, εξηγώντας τα ποιήματά τους, λένε ψέματα. […]

Το διδακτικό προσωπικό των λυκείων και των πανεπιστημίων είναι σε θέση να μας πληροφορήσει με πάσαν ακρίβεια ποιες και πόσες παραλλαγές από κάθε στίχο του Σολωμού υπάρχουν […] Να μας πει, όμως, για ποιο λόγο συνιστά ποίηση της αυγής το δροσάτο ύστερο αστέρι και, από το άλλο άκρο, το μια Κυρία Ειρήνη Ανδρονίκου Ασάν, ποτέ. Ούτε θα ήτανε δυνατόν […] Κάποια μέρα, πιθανόν, οι ηλεκτρονικοί εγκέφαλοι, καταμετρώντας τη διαδοχή φωνηέντων και συμφώνων σε όλους τους ενδεχόμενους συνδυασμούς, να «καρφώσουν» κάπου τον μαγικό εκείνον συνδυασμό που το αίσθημα του ποιητή συνέλαβε ακαριαία. Θά' τανε όμως, ας τ' ομολογήσουμε, κι από λίγο δολοφονία. Δεν αφαιρεί κανείς τους πέπλους της Θεάς ατιμωρητί, ούτε και θα καταφέρει τίποτε, τουναντίον, θα γελοιοποιηθεί όποιος δοκιμάσει τον αντίθετο δρόμο και στηριχθεί στον συμβολισμό των εικόνων. […]

Κι όμως κάποιο άλλο «άρα» θα πρέπει να υπάρχει. Κάπου εκεί, κατά το μέρος του μυστηρίου, ή κατά το μέρος της φωνητικής, ή και τα δύο μαζί. […] Τον καιρό που δεν καταλάβαινα τα μαθηματικά, θυμάμαι, μου λέγανε ότι δεν είχα παρά να μετατοπισθώ κατά ένα βήμα, σαν συλλογιστικός μηχανισμός, για να διατρέξω την απέραντη και συνάμα μηδαμινή απόσταση που ένιωθα να με χωρίζει απ' αυτόν τον χώρο. Και αναρωτιέμαι: μήπως θα ήταν χρήσιμο να το αντιστρέψουμε αυτό σήμερα; Και από τη μεριά τη δική μας να εξηγήσουμε στα παιδιά ότι μια διαφορετική από μέρους τους διαχείριση των στοιχείων της πραγματικότητας θα μπορούσε πάλι να τα βγάζει σε αλλιώς αυστηρά και αλλιώς αποδεικτέα μαθηματικά; Ο ποιητής διαχειρίζεται τα περιουσιακά του στοιχεία κατά τρόπο λευκό, μη προσοδοφόρο, ανεπίκαιρο, αλλά και για τούτο απρόσβλητον. […] «Ο ηνιοχεύων την των κινουμένων πνοήν…» Αλήθεια, εδώ πού πάει το «άρα»; Φοβούμαι, στο Α του Κενταύρου. Και είναι άδικο. Δεν επιτρέπεται να παραμένει ο άνθρωπος πάνω σ’ αυτή τη γη με τα τέσσερα. Τα υλικά του αγαθά που αέναα εκμηδενίζονται «συν τη αναλώσει» - και πώς να γίνει αλλιώς; - τον καταδικάζουν ουσιαστικά σε ισόβια: γραφείο-αυτοκίνητο-κρεβάτι-αποχωρητήριο-φέρετρο. Κι’ όμως, γι’ αυτά παθαίνεται και σκοτώνεται σ’ όλη του τη ζωή.

Πόσο ευπρόσδεκτος λοιπόν θα ήταν εδώ ένας λιγάκι λοξός, που θα ‘πιανε από την άλλη άκρη το πρόβλημα και θα τους έλεγε χωρίς ενδοιασμούς: Εθισθείτε στην ιδέα ότι η πραγματικότητα είναι μια ωραία γυναίκα που σας προσφέρεται – και δράσετε. Μη διστάσετε να εκλάβετε τα μαλλιά της για σύννεφα ή τη λύπη της για σιγανόφωνο τραγούδι. Μόνον ακούτε και χαϊδεύετε, χαϊδεύετε κι ακούτε. Δίνετε τις ιδιότητες που αφορούν τα έμψυχα στα άψυχα ή τα απτά στα νοητά και τανάπαλι. Με την ίδια ελευθερία που παρέχει το όνειρο να συνθέτει κομμάτια των καθημερινών σας εντυπώσεων και παλιές κρυφές σας επιθυμίες. Η πόρτα τότε μπορεί ν’ ανοίξει. Το σύννεφο να περάσει μέσα. Οπόταν, βέβαια, θα ρωτήσει ο άλλος: Και το κέρδος; Ποιο είναι; Απάντηση: Όλα και τίποτα. Είναι η μυστική κίνηση των πραγμάτων, κάτι που διπλασιάζει την ικανότητά σου ν’ αντιλαμβάνεσαι τη ζωή και που αποτελεί μια πρόσβαση στο πραγματικό νόημα της ελευθερίας. Επειδή – να το πούμε κι αυτό - ελευθερία δεν είναι να κινείσαι ανεμπόδιστα στο πεδίο που σου έχει δοθεί. Να διευρύνεις αυτό το πεδίο, και δη κατά τη διάσταση της αναλογίας των αισθήσεων, αυτό είναι. Διαθέτοντας καινούριες μονάδες για τη μέτρηση του κόσμου. […]

Ένα ρυάκι δεν είναι απλώς λίγό νερό που κατρακυλάει τον κατήφορο. Είναι η λαλούσα κι εύχαρις υποδήλωση της παιδικής ηλικίας των πραγμάτων. Λίγη ξερή, τριμμένη στα δάχτυλά σου, μέντα σε πάει ολόισια στη σκέψη των Ιώνων. Τα χάδια σου είναι η μετάθεση μιας απαλής μουσικής, με όλα τα andante και τα allegro της, πάνω στην επιδερμίδα. Κι εκείνο το φυτό αντικρύ σου, που διαιρεί άνισα πλην σωστά τον χώρο, είναι η αόρατη γεωμετρία που διέπει στο βάθος ολάκερη την οικουμένη. Να, αυτή είναι μια ελευθερία πραγματική, που έχει τη δύναμη τη γενική ν’ αναστέλλει όλες τις επιμέρους αναστολές σου και να σε κάνει, κάθε φορά που τρως μια συναγρίδα ψητή, να τρως κι από λίγο Αιγαίο, με αντίς λεμόνι δυο τρεις οξείς στίχους του Αρχίλοχου. Υπερβολές; Δε νομίζω. Μάλλον ακριβολογίες. Ιδέστε πώς μια συκιά μαλώνει τον άνεμο με τα ροζιάρικα κλαδιά της• ακούστε, την ώρα που βραδιάζει, τα γαβγίσματα των σκύλων, πώς σχηματίζουν έναν ορίζοντα πέρα εκεί στην ακροποταμιά, και θα καταλάβετε. Κι αν δεν καταλαβαίνετε, τότε ρεμβάσετε. Μείνετε πολλή ώρα, μέχρις απελπισίας, μόνος, και ρεμβάσετε. Αλλά προσοχή: όχι καθόλου αναμασώντας τα αισθήματά σας• απλώς ανατοποθετώντας τα πράγματα γύρω σας.


Από το δοκίμιο Η μέθοδος του «άρα»
του Οδυσσέα Ελύτη (1976)


Σ.Σ. Δεν έχω καταφέρει ποτέ να διαβάσω ολοκληρωμένο το κείμενο του δοκίμίου. Μια-δυο παραγράφους είχα αντιγράψει από ένα άρθρο της Ελευθεροτυπίας, που σχολίαζε το αφιέρωμα στον Ελύτη που έκανε το περιοδικό «Χάρτης», τ. 21,22,23, Νοέμβριος 1986. Χρόνια μετά, ψαχουλέυοντας στο διαδίκτυο βρήκα διάφορα σπαράγματα του κειμένου εδώ κι εκεί, ως αποσπάσματα από τη συλλογή «Εν Λευκώ», εκδ. Ίκαρος, σελ. 168. Δεν έχω το βιβλίο ούτε το περιοδικό - προσπάθησα να ανασυνθέσω τα αποσπάσματα σε ενιαίο κείμενο που να βγάζει νόημα, αλλά δεν είμαι σίγουρος αν και πόσο έχω λαθέψει. Τα εντός αγκύλης αποσιωπητικά είναι σημεία αμφιβολίας, όχι κατ' ανάγκην παραλείψεις. Τυχόν αναγνώστες που έχουν υπόψιν ολόκληρο το κείμενο ας μου στείλουν διορθώσεις εφόσον το κρίνουν σκόπιμο, ώστε με την κοπτική-ραπτική μου να μην έχω αδικήσει τον ποιητή. Ζητώ προκαταβολικά συγγνώμη πάντως.

Για την ακούσια συμμετοχή της στη διαδικασία συρραφής των αποσπασμάτων ευχαριστώ ιδιαιτέρως τη
Λορελάη.

B.

14/11/08

Καφές με γάλα (και άλλα μίγματα)


Πριν είκοσι χρόνια και βάλε, ένα βράδι που περιφερόμουν στην Αθήνα, συνάντησα τυχαία ένα φίλο σε ένα σουβλατζίδικο των Εξαρχείων. Αφού χαιρετηθήκαμε, μου σύστησε τη συνοδό του (την κοπέλα του, όπως αποδείχτηκε). Ήταν μια μικροκαμωμένη, λεπτή κοπέλα. Μιλήσαμε για λίγο οι τρεις μας, και αφού της είπα πόσο χάρηκα για τη γνωριμία, χαιρετηθήκαμε ξανά και πήγε ο καθένας στον προορισμό του. Εκείνη δε μου είπε ότι χάρηκε - εικάζω ότι το αμήχανο, απορημένο βλέμμα μου δε θα την άφησε να χαρεί πολύ. Την έλεγαν Ειρήνη, ήταν ελληνίδα - και μαύρη. Όχι "μελαχροινή". Μαύρη.

Δεν την ξαναείδα. Έμαθα από το φίλο μου ότι η αφρικανική της ρίζα ήταν μια γιαγιά από την πλευρά της μητέρας της, η οποία είχε μεγαλώσει ωστόσο στην Ελλάδα. Η ίδια η Ειρήνη ήταν ολοσχερώς ελληνίδα - δεν ήξερε καμμία άλλη γλώσσα, δεν είχε καμμία άλλη πατρίδα, ούτε οι γονείς της. Ήταν μία από εμάς, δική μας. Λεπτή, μικροκαμωμένη, μαύρη. Χώρισαν γρήγορα με το φίλο μου και δεν έμαθα ποτέ κάτι παραπάνω για εκείνην - όπως άλλωστε συμβαίνει για τους περισσότερους "πρώην" των φίλων. Τη θυμήθηκα προ ημερών όταν ένας γνωστός μου στο Ηράκλειο έφερε την κοπέλα του στην παρέα που ακούγαμε τους "Bob y Bomb?" (παλιότερα γνωστοί ως "Μπομπ και Μπόμπος") να παίζουν "ακουστικό ροκ" (;;;) σε ένα μαγαζί. Μας είχε μιλήσει γι' αυτήν και για το πόσο την αγαπούσε και πόσο σημαντική ήταν, μας είχε αραδιάσει όλα της τα χαρίσματα. Για το χρώμα του δέρματός της δεν μας είχε πει κουβέντα.

Εικοσικάτι παραπάνω χρόνια στο κουρμπέτι σε μαθαίνουν πέντε πράγματα οπότε αυτή τη φορά είπα πόσο χάρηκα για τη γνωριμία και η κοπέλα μου απάντησε ότι χάρηκε κι εκείνη. Εικοσιπέντε χρονών, επίσης Ειρήνη, με μαμά αφρικανικής καταγωγής. Γεννήθηκε και μεγάλωσε εδώ - ελληνίδα. Και μαύρη. Όχι πολύ μαύρη, σαν καφές με πολύ γάλα. Αλλά με τα σαρκώδη χείλη, τα μαύρα μάτια και τα πυκνά μαλλιά της μητέρας της. Μιλήσαμε κάμποσο, καθώς είμασταν στο τραπέζι οι μόνοι που δεν είμαστε ντόπιοι. Είπαμε για την Κρήτη, για τη μουσική, για την Ικαρία, τον Ψαραντώνη, την ιστιοπλοΐα, τον ερωτευμένο της σύντροφο. Κάποια στιγμή έφυγαν αγκαλιασμένοι.

Στην εποχή της ολυμπιονίκου Νέρι Νιαγκουάρα και του επευφημούμενου Σοφοκλή Σχορτσιανίτη, η εικόνα ελλήνων "μιγάδων" μοιάζει λιγότερο περίεργη από όσο πριν είκοσι χρόνια. Αναρωτιέμαι βέβαια πώς θα αντιδρούσαν οι γονείς μου αν τους πήγαινα μια μαύρη νύφη (και την πιθανότητα να έχουν μαύρα εγγονάκια). Δεν έτυχε, βέβαια, αλλά αν και μάλλον δεν θα έλεγαν κουβέντα, εικάζω ότι δεν θα είχαν ακριβώς αυτή την εικόνα για τα εγγόνια τους. Αναρωτιέμαι πώς θα αντιδρούσα εγώ ως γονιός σε μια αντίστοιχη περίπτωση. Κι ύστερα κοιτάζω γύρω μου και παύω να αναρωτιέμαι.

Έχω αναφέρει ξανά ότι τυχαίνει να εργάζομαι σε ένα χώρο πολυεθνικό και πολυπολιτισμικό. Αυτό το τελευταίο (η πολυπολιτισμικότητα) δεν είναι απόλυτα ακριβές, καθώς οι περισσότεροι συνάδελφοι μοιράζονται την ίδια ευρωπαϊκή (δυτική) κουλτούρα ανεξαρτήτως εθνικής καταγωγής, σε βαθμό που εγώ συχνά να αισθάνομαι ο πιο παράταιρος ή εξωτικός με τις υποβόσκουσες εμμονές μου περί της καθ' ημάς ανατολής. Η πολυεθνικότητα πάντως υφίσταται, κι έτσι τώρα που γράφω αριστερά μου κάθεται ένας Άγγλος και στην πλάτη μου μια μισογαλλίδα-μισοαλγερινή. Απέναντι μου χαμογελάει η Ιταλίδα σύζυγος του Έλληνα εργοδότη μου και πίσω της διακρίνω τη φιγούρα της μισογερμανίδας-μισοκορεάτισσας συναδέλφου καθώς συζητάει με την άλλη γερμανίδα και πιο πέρα η νεοσύλλεκτη Κύπρια κουβεντιάζει με την ινδικής (Σιχ) καταγωγής Αγγλίδα υπό τα όμματα του Πολωνού. Βγαίνοντας στο κυλικείο θα συναντήσω την παρέα των Ισπανών και θα χαιρετήσω τη Σουηδέζα από δίπλα (χρόνια παντρεμένη στην Ελλάδα) και τον Κενυάτη των διπλανών. Ξαναμπαίνοντας, η κουβέντα είναι για το πότε θα έρθει ο καινούργιος μας Χιλιανός.

Η δουλειά μου είναι η εξαίρεση, σκέφτομαι όμως ότι ακόμα και ο κόσμος που δεν εργάζεται σε τέτοιους χώρους έχει πλέον αρχίσει να εκτίθεται σε πολλαπλές εθνικότητες και κουλτούρες, ακόμα και πολύ πιο πέρα από τους συνήθεις και τετριμμένους πλέον βαλκάνιους γείτονες. Οι μικτοί γάμοι (ή οι μικτές σχέσεις, συχνά μεταξύ διαφορετικών "φυλών") είναι πια αρκετά συνηθισμένοι, ακόμα και σε μικρά μέρη της επαρχίας (π.χ. στην Ικαρία έχω συναντήσει νεαρούς έλληνες μαθητές με ένα γονέα από τις Φιλιππίνες ή την Ινδία ή τη Γαλλία ή την Πολωνία, χώρια οι ουκ ολίγοι πλην ενσωματωμένοι μετανάστες). Στις γενιές που έρχονται, οι δύο Ειρήνες που γνώρισα θα είναι πολύ περισσότερες. Δεν ξέρω αν θα υπάρξει κάποιος έλληνας Ομπάμα - δεν είναι απαραίτητο, κυρίως γιατί δεν είναι πολύ σημαντικό, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά το χρώμα του δέρματος. Άλλωστε στην ελληνική πολιτική τάξη υπάρχουν αρκετά παιδιά μικτών γάμων (ο Ανδρέας Παπανδρέου είχε μητέρα πολωνικής καταγωγής και τα παιδιά του έχουν Αμερικανίδα μητέρα). Αμφιβάλλω βέβαια αν θα είχαν την ίδια επιτυχία στην πολιτική αν είχαν ένα γονέα μαύρο (ή κινέζο ή άραβα). Αλλά κανείς δεν ξέρει τι επιφυλάσσει το μέλλον.

Την Ειρήνη νούμερο δύο πάντως την ξαναείδα προχτές, περίπου με την ίδια παρέα στον ίδιο χώρο. Μου είπε ότι χάρηκε που με ξαναείδε. Της είπα ότι χάρηκα που χάρηκε - και το εννοούσα. Οι Μπόμπηδες έπαιζαν κάτι από Θανάση Παπακωνσταντίνου αντί για τους συνήθεις Πυξ-Λαξ, πράγμα που συντελούσε επίσης στο να είμαστε όλοι μέσα στην καλή χαρά, τραγουδώντας για κάτι όντα περίεργα κι ωραία, άιντε που 'ναι μόνα και ψάχνουν για παρέα.

Ύστερα μιλήσαμε για ιστιοπλοΐα, βέβαια, τι άλλο;

10/11/08

Μεταξύ ανθρώπων και ζώων

Τον τελευταίο καιρό η πόλη που ζω έχει κατακλυστεί από πορτοκαλί σηματάκια, αφισούλες και αυτοκόλλητα. Από το κτίριο των δικαστηρίων κρέμονται πανώ και ακούγονται κατά καιρούς επαναστατικά άσματα. Η πορτοκαλί επανάσταση που ζώνει την πόλη όμως, δεν έχει να κάνει με την εκτελεστική εξουσία, ούτε καν τη νομοθετική, παρά μόνο με τη δικαστική. Αυτουργοί της είναι τα μέλη του Δικηγορικού Συλλόγου Ηρακλείου (και Λασηθίου) και συμπαραστάτες της το συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος του τοπικού πληθυσμού. Το αίτημα είναι η ίδρυση Εφετείου Ανατολικής Κρήτης, που όλο την τάζουν και όλο την αναβάλλουν οι εκάστοτε κρατούντες. Ο λόγος της αναβολής είναι η επαπειλούμενη άλλου χρώματος επανάσταση στην άλλη μεριά του νησιού - αν ιδρυθεί Εφετείο στο Ηράκλειο, τότε το Εφετείο Κρήτης που λειτουργεί στα Χανιά θα γίνει "Δυτικής Κρήτης" και θα μείνει να ασχολείται μόνο με τις υποθέσεις Χανίων και Ρεθύμνου. Μικροπράγματα δηλαδή για μια πρώην πρωτεύουσα που έχει ήδη χάσει όλα της σχεδόν τα πρωτεία προς όφελος της νυν πρωτεύουσας, εκτός ίσως της έδρας του Εφετείου.

Γι' αυτό και φημολογείται ότι οι βουλευτές Χανίων (και των δύο μεγάλων κομμάτων, τέσσερις τον αριθμό) θα παραιτηθούν ρίχνοντας την κυβέρνηση αν τυχόν τολμήσει να φτιάξει το εξαγγελθέν δικαστήριο στα ανατολικά της νήσου (εξαγγελία που ήδη έγινε γαργάρα κατόπιν παρεμβάσεως Μητσοτάκη, σύμφωνα με τους διαμαρτυρόμενους Ηρακλειώτες). Σε αντιστάθμισμα, οι οκτώ από τους εννέα βουλευτές Ηρακλείου φημολογείται ότι συμφώνησαν να κάνουν το ίδιο αν ΔΕΝ ιδρυθεί το Εφετείο. Ο ένατος είναι ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ κ. Αλέκος Αλαβάνος, ο οποίος αν και Τήνιος εξελέγη εδώ - η θέση του υπέρ της ίδρυσης Εφετείου στο Ηράκλειο ίσως δεν είναι άσχετη με την πρόσφατη έκρηξη βόμβας (ευτυχώς χωρίς θύματα) στα γραφεία του κόμματός του στα Χανιά. Το πράγμα χοντραίνει όσο περνάει ο καιρός και δεν δίνεται λύση.

Προσωπικά είμαι εξίσου ξένος στην Κρήτη με τον Αλέκο, αλλά δεν είμαι πολιτικός και έτσι δε σκάω και πάρα πολύ με τις τοπικές συγκρούσεις (που δεν είναι και λίγες). Ούτε με τα Εφετεία, ούτε καν με τα πρωτοδικεία δεν έχω τραβήγματα, κι έτσι ελπίζω να μη μου ρίξουνε καμιά μπαλωθιά χάριν παιδιάς, καθώς περιφέρομαι στη νήσο από άκρου εις άκρον. Άλλωστε, με το αθηναϊκών πινακίδων αμαξάκι μου δεν δίνω εύκολο στόχο στους τροχονόμους του εκάστοτε "εχθρικού" νομού (είναι γνωστό ότι αυτοκίνητο με πινακίδες Ηρακλείου κινδυνεύει πολύ σοβαρά με κλήση στην πόλη των Χανίων, και αντίστροφα - εν τινί μέτρω). Μου έχουν πει ότι αντίστοιχες συγκρούσεις υπήρξαν ή υπάρχουν για διάφορα άλλα θέματα, όπως τα ΚΤΕΛ, οι θαλάσσιες συγκοινωνίες, η ίδρυση Πανεπιστημιακών Τμημάτων, η εκλογή Αρχιεπισκόπου Κρήτης, ακόμα και το ακριβές ύψος των Λευκών Ορέων σε σχέση με τον Ψηλορείτη (αν και η κορυφή του τελευταίου είναι στο ουδέτερο Ρέθυμνο).

Το πράγμα θα ήταν πολύ διασκεδαστικό, αν δεν ήταν ενδεικτικό μιας αντίληψης που ενυπάρχει σε ένα σωρό κόσμο ανεξαρτήτως καταγωγής. Με κάποια θλίψη οφείλω να παραδεχτώ ότι και στην προγονική μου Ικαρία υπήρξαν επί μακρόν Βόρειοι και Νότιοι, και ακόμα και σήμερα που έχουμε μείνει τρεις κι ο κούκος υπάρχουν κάτι αστείες κοντρίτσες (σε μικροκλίμακα βέβαια) για τη συχνότητα των ακτοπλοϊκών γραμμών προς Εύδηλο και Άγιο Κύρηκο αντίστοιχα, την έδρα της Αστυνομίας, τη θέση της μαρίνας, τη βόρεια σύνδεση του αεροδρομίου και τη θέση των αντίστοιχων ποδοσφαιρικών ομάδων στο τοπικό πρωτάθλημα δεύτερης κατηγορίας της Σάμου. Αντίστοιχα, οι Καριώτες στο σύνολό τους δε χωνεύονται με τους Σαμιώτες, οι Κεφαλλονίτες με τους Κερκυραίους, οι Βολιώτες με τους Λαρισαίους και οι Θεσσαλονικείς (με επικεφαλής το Νομάρχη) με τους Αθηναίους.

Έχω την αίσθηση ότι στον καιρό της παγκοσμιοποίησης, οι εξάρσεις μικροτοπικισμού φαντάζουν εντελώς εκτός τόπου και χρόνου, τη στιγμή μάλιστα που το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού έχει πολλαπλές τοπικές καταγωγές, και αναδύεται ήδη ένα σημαντικό ποσοστό με πολλαπλές εθνικές καταγωγές. Οι άνθρωποι γίνονται όλο και πιο "κινητικοί" και η κουλτούρα τους όλο και πιο πολυμερής. Εργάζομαι όλη μέρα σε ένα χώρο συνειδητά και βαθύτατα πολυεθνικό και πολυπολιτισμικό - βγαίνοντας στην πόλη με τις πορτοκαλιές αφίσες βλέπω την αντιπαράθεση για το Εφετείο ως σημάδι μιας παρωχημένης εποχής. Και μου έρχονται στο μυαλό διάφορα "χαριτωμένα" περιστατικά που έχω συναντήσει εδώ κι εκεί και είναι ενδεικτικά μιας αντίστοιχα παρωχημένης νοοτροπίας.

Ας πούμε, πριν λίγο καιρό που το περιοδικό ένθετο Γεωτρόπιο της Ελευθεροτυπίας είχε ένα αφιέρωμα στην Ικαρία με την υπογραφή μιας συμπατριώτισσας - το υπέδειξα σε διάφορους φίλους και φίλες, μία εκ των οποίων μου έστειλε ένα μήνυμα που περιείχε μια ορισμένη απορία: "Μα αυτή είναι αποσταβέντου." (Σ.Σ. Νότια...). Θυμάμαι ακόμα το συστρατιώτη που μου είχε πάρει τα αυτιά με τους τίτλους που είχε στερήσει από τον συμπαθή ΠΑΟΚ το αθηναϊκό κατεστημένο (σκασίλα μου μεγάλη και δέκα παπαγάλοι), και απορούσε που συμφωνούσα μαζί του και δεν υπερασπιζόμουν το ΠΟΚ αν και οπαδός του (απορία που του λύθηκε εν μέρει μόνο όταν του διευκρίνισα ότι η Ικαρία δεν είναι προάστιο της Αθήνας, αν και δεν ήταν αυτός ο λόγος). Θυμάμαι επίσης ένα φιλικό μου ζευγάρι που η κοπέλα ήταν ημι-Χανιώτισσα και ο μνηστήρ της Ηρακλειώτης, και περιέγραφαν την υποδοχή που του επιφύλαξε οικογενειακός φίλος της κοπέλας, εντελώς μα εντελώς Γαλλικής καταγωγής, παντρεμένος χρόνια στα Χανιά, όταν μπήκαν στο μαγαζί του πριν πάνε επίσκεψη στα μελλοντικά πεθερικά για να αγοράσουν ένα δώρο:

- Από πού είναι το παλληκάγι;
- Από το Ηράκλειο.

- (αναστεναγμός) Ε, ντεν πειγάζει, άμα είναι καλό παιντί... Τι να κάνουμε...

Kαι τέλος, την απάντηση στην αιώνια απορία για το τι διαχωρίζει τους ανθρώπους από τα ζώα.

Το Ρέθυμνο, φυσικά - αν και ποικίλουν οι εκτιμήσεις για το ποιος είναι ποιος...



Το σύνθημα "Ηράκλειο, κουασιμόδια πόλη" είναι γραμμένο σε διάφορες γωνίτσες της επαναστατημένης πόλης μας. Η φωτογραφία είναι από την πίσω πλευρά των - υπό κατάληψη - δικαστηρίων και έχει αλιευθεί από το ιστολόγιο του Τρελογιατρού (http://trelogiatros.blogspot.com/) όπου ορισμένοι εκ των σχολιαστών το αποδίδουν σε Χανιώτικο δάκτυλο...