ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

Μια ρεβυθιά στο Ηράκλειο - Λέιντεν - Λισσαβώνα - Αθήνα - πάλι Ηράκλειο


14/8/08

Μέρες Ραδιοφώνου

Όταν πήγαινα ακόμα γυμνάσιο, στο πρώτο μισό της δεκαετίας του 1980, ο πατέρας μου είχε φέρει από το εξωτερικό (ναυτικός γαρ) ένα στερεοφωνικό συγκρότημα που αποτελείτο από πικάπ, κασετόφωνο, ενισχυτή, ραδιόφωνο και ένα ζευγάρι ηχεία, βέβαια. Οι λέξεις «πικάπ» και ενδεχομένως «κασετόφωνο» σήμερα μοιάζουν υπερβολικά παλιομοδίτικες, όπως έμοιαζαν σε εμάς τα μαγνητόφωνα με τις μπομπίνες της δεκαετίας του 1960 και οι δίσκοι 78 στροφών. Τα ραδιόφωνα πάλι εξακολουθούν να υπάρχουν, αν και σε μορφή αρκετά πιο συμπαγή και ελαφριά από το κομμάτι εκείνου του συγκροτήματος. Το πρωτοποριακό για την εποχή ραδιόφωνο είχε ψηφιακή ένδειξη συχνότητας, και δέκα ολόκληρα κουμπάκια μνήμης σε κάθε μπάντα.

Όταν το ξεπακετάραμε και το βάλαμε να δουλέψει, πέρασα στις μνήμες τις διαθέσιμες συχνότητες της εποχής: Πρώτο Πρόγραμμα, Δεύτερο Πρόγραμμα, Τρίτο Πρόγραμμα, ΥΕΝΕΔ. Στα μεσαία έψαξα να βρω και τον «Αμερικάνικο» σταθμό που εξέπεμπε από τη Βάση του Ελληνικού και άκουγαν μερικοί συμμαθητές μου, αλλά δεν τον βρήκα. Μου περίσσεψαν και έξι κουμπάκια, στα οποία προσπαθούσα κατά καιρούς να αποθηκεύσω διάφορους ερασιτέχνες (κατ’ άλλους «πειρατές») που έπαιζαν και κανένα ροκάκι «αφιερωμένο εξαιρετικά» και έπιαναν ατελείωτες κουβέντες στη διάρκεια της νύχτας για το σήμα και τη «διαμόρφωση» και άλλες άγνωστες λέξεις, αλλά έκλειναν αμέσως όποτε έβγαινε βρώμα ότι κυκλοφορούσαν στην περιοχή τα ραδιογωνιόμετρα της αστυνομίας.

Στο δεύτερο μισό της δεκαετίας, τα πράγματα άλλαξαν άρδην. Πρώτα βγήκε το Ράδιο Αντίλαλος του περιοδικού ΑΝΤΙ και έκλεισε, αμέσως μετά το Κανάλι 15 και το κλείσανε και ίσως μερικά ακόμα εδώ κι εκεί, και κάποια στιγμή οι νεοεκλεγέντες δήμαρχοι των τριών μεγάλων δήμων της χώρας που πρόσκειντο στην τότε αντιπολίτευση έβγαλαν στον αέρα τα πρώτα δημοτικά ραδιόφωνα. Λίγο αργότερα εμφανίστηκαν και τα πρώτα ιδιωτικά. Οι μνήμες του ραδιοφώνου γέμισαν, όλοι δόξαζαν την «ελεύθερη» ραδιοφωνία των ακριβών μηχανημάτων και των μεγάλων «έγκυρων» ονομάτων, άλλοι φτιάχτηκαν κι άλλοι χαλάστηκαν και οι μόνοι που την πάτησαν εντελώς ήταν οι άλλοτε ερασιτέχνες (ή πειρατές) που εξοβελίστηκαν από τη μπάντα με συνοπτικές διαδικασίες.

Στην επαρχία τα νέα φτάνουν με λίγη καθυστέρηση και στην Ικαρία με λίγη παραπάνω. Κάποτε όμως φτάνουν, και το 1989 μια ομάδα ανθρώπων έφτιαξε ένα σταθμό υπό την αιγίδα ορισμένων από τις Κοινότητες του νησιού. Με περιορισμένα τεχνικά μέσα και αρκετές αμφιταλαντεύσεις σχετικά με το τι ακριβώς ήθελαν να κάνουν, μια μέρα του καλοκαιριού στα ερτζιανά της νήσου ακούστηκε η εισαγωγή της μουσικής του Καριώτικου χορού, που ήταν το σήμα του σταθμού, και μια στιβαρή φωνή με ίχνη τοπικής προφοράς (δε θυμάμαι πλέον τίνος ήταν) ανακοίνωνε: «ΙΚΑΡΙΑ FM – Διαδημοτικός-διακοινοτικός ραδιοφωνικός σταθμός Ικαρίας και Φούρνων» και μια συχνότητα νομίζω στους 101 και κάτι.

Ο ενθουσιασμός ήταν διάχυτος, αν και όχι καθολικός. Την προσπάθεια στήριζαν μερικές μόνο από τις κοινότητες του νησιού, ενώ άλλες απείχαν επιδεικτικά, και αρκετός κόσμος ήταν δύσπιστος για λόγους μικροτοπικιστικούς ή μικροκομματικούς – άλλωστε την περίοδο εκείνη ήταν στην κυβέρνηση προσωρινά μια συνεργασία Δεξιάς-Αριστεράς και τα πολιτικά πάθη ήταν σχετικά οξυμένα. Πολλοί πάντως άκουγαν το σταθμό με φανατισμό, από την ώρα που ξεκίναγε να εκπέμπει μέχρι που σταματούσε. Δεκάδες έπαιρναν τηλέφωνο για αφιερώσεις κάθε μέρα: «η Τούλα από το Φραντάτο αφιερώνει στο Σταμάτη κι όλα τα παιδιά της Περαμεριάς» ή «ο Γιάννης αφιερώνει στην παρέα που κάθεται τώρα στη Μεσαχτή και στο πιο όμορφο κορίτσι των Ραχών», μετατρέποντας τις αφιερώσεις σε ένα πολύ μεγάλο κομμάτι του προγράμματος.

Το «πρόγραμμα» βέβαια, ήταν πολύ σχετική έννοια. Διάφοροι έκαναν εκπομπές σε εθελοντική βάση, βάζοντας ό,τι μουσική τραβούσε η ψυχούλα τους και λέγοντας ό,τι τους κατέβαινε στο κεφάλι. Αυτό δημιουργούσε μια εκπληκτική ανομοιογένεια στα ακούσματα, τόσο μουσικά όσο και εννοιολογικά. Ωστόσο ο ενθουσιασμός του κοινού παρέμενε αμείωτος και γιαγιάδες μαζί με τα εγγόνια τους άκουγαν διαδοχικά το τελευταίο χιτ της χέβυ μέταλ σκηνής, Καριώτικο με αφιερώσεις, Μαντόνα διανθισμένη με σχόλια για ποδόσφαιρο, Κατερίνα Στανίση, ξανά Καριώτικο, διαφημίσεις τοπικών μπακάλικων, συνεργείων και ταβερνών, Μπομπ Μάρλεϊ και ακολούθως Καριώτικο για αλλαγή.

Κάποτε οι ιθύνοντες αποφάσισαν να βάλουν μια τάξη στο διαρκή εθελοντισμό και να φτιάξουν μια υποψία κανονικού προγράμματος. Στα πλαίσια κάποιων δημοκρατικών διαδικασιών που ενυπήρχαν ακόμα στο πνεύμα της εποχής (θυμίζω ότι ακόμα λέγαμε «ελεύθερη ραδιοφωνία» για τους μη κρατικούς διαύλους), επιχειρήθηκε να συνεννοηθούν οι «παραγωγοί» μεταξύ τους με ανοιχτές διαδικασίες, πράγμα που κατέληξε σύντομα σε χάος γιατί όλοι ήθελαν να κάνουν εκπομπή πρωί (αλλά όχι και πολύ πρωί) ή βράδι, αλλά πάντως όχι απόγευμα που ήταν η ώρα για μπάνιο. Εν τέλει τις «καλές» ώρες τις πήραν κάποιοι εκ των ιθυνόντων, αφήνοντας για την πλέμπα τις υπόλοιπες, που συμπληρώνονταν κατά προτεραιότητα (δηλαδή όποιος προλάβει πρώτος) σε ένα χειρόγραφο πινακάκι αναρτημένο έξω από το υποτυπώδες «στούντιο».

Τον προηγούμενο χειμώνα, ο φίλος μου ο Χρήστος που σπούδαζε στο Ηράκλειο, είχε πάρει το ερτζιανό του βάπτισμα στον (κρατικό) Ραδιοφωνικό Σταθμό Ηρακλείου. Το καλοκαίρι εκείνο η εξεταστική είχε τραβήξει σε μάκρος – ο Χρήστος δεν είχε ακόμα εμφανιστεί στην Ικαρία. Η φήμη του όμως ταξίδευε πριν από αυτόν, καθώς είχε φροντίσει αρμοδίως ο καλός του φίλος, δηλαδή εγώ. Εμφανίστηκα στο «στούντιο» καθ’ οδόν προς το μπακάλικο του Χαρδαλούπα. Κάποιος εκ των ιθυνόντων, σύζυγος μακρινής εξαδέλφης, έκανε εκπομπή την ώρα που μπήκα μέσα. Με κοίταξε ερωτηματικά ενώ έβαζε να παίζει το σήμα (δηλαδή ο Καριώτικος).

- Τι θες;
- Στυλό, του είπα.
- Τι να το κάνεις; Ρώτησε ενώ μου έδινε ένα μολυβάκι που είχε μπροστά του.
- Να δηλώσω ώρα, είπα αδιάφορα και στάθηκα μπροστά στο χιλιομουτζουρωμένο χαρτί.

Εντόπισα με δυσκολία ένα κενό τέσσερις με πέντε το απόγευμα της επόμενης Τρίτης. Έγραψα το όνομα του Χρήστου και το δικό μου. Ο μακρινός εξ’ αγχιστείας ξάδερφος ξεμύτισε απορημένος και περιεργάστηκε τα ονόματα.

- Ο τύπος είναι στο κρατικό, είπα αδιάφορα. Πολύ έμπειρος, φίρμα στο ραδιόφωνο της Κρήτης.

Ο εξ΄ αγχιστείας με κοίταξε καχύποπτα.

- Και τι εκπομπή θα κάνετε;

Σκέφτηκα να πω κάτι εντυπωσιακό.

- Εκπομπή Λόγου και Τέχνης, είπα, και κατέβηκα τις σκάλες με γρήγορο βήμα.

Πριν φτάσω στο μπακάλικο σταμάτησα στον ΟΤΕ και πήρα τηλέφωνο το Χρήστο στην Αθήνα. Του εξήγησα ότι όφειλε να εμφανιστεί στην Ικαρία πριν την ερχόμενη Τρίτη και να φέρει μαζί του και μουσική. Επίσης να προσέχει να μην κρυώσει και χαλάσει η βελούδινη φωνή του που κάνει τα κορίτσια να αναριγούν. Ο Χρήστος αντελήφθη ότι κάποιο λάκκο έχει η φάβα, και ρώτησε προς τι το ενδιαφέρον. Του εξήγησα ότι ήταν πλέον παραγωγός στον ΙΚΑΡΙΑ FM και καλά θα έκανε να μπει στο πετσί του ρόλου του σύντομα. Κόντεψε να του πέσει το ακουστικό από τα χέρια αλλά εγώ δεν είχα άλλα λεφτά για τηλέφωνο αν ήθελα να γυρίσω με τα ψώνια από το μπακάλικο και του το έκλεισα κάπως απότομα.

Εμφανίστηκε Δευτέρα, χωρίς μουσική εκτός από κάτι ψωραλέες κασέτες με μπλουζ και θεωρώντας όλη την ιστορία χοντροκομμένη πλάκα. Όταν άρχισαν να τον πλησιάζουν διάφοροι άσχετοι και να τον ρωτάνε τι ώρα είναι η εκπομπή (που στο μεταξύ είχα διαφημίσει ολονυχτίως στα μπαράκια και τα ουζερί της ευρύτερης περιοχής) και τι ακριβώς θα πει «εκπομπή λόγου και τέχνης», τον ζώσανε τα φίδια και ήρθε και με βρήκε σε έξαλλη κατάσταση. Αλλά ως πολιτισμένος άνθρωπος που είναι, αυτοκυριαρχήθηκε γρήγορα, και σε λίγη ώρα ήμασταν χωμένοι στο στούντιο και ψάχναμε για τραγούδια.

Τρίτη 8 Αυγούστου του '89, τέσσερις παρά πέντε η ώρα, με όλο τον κόσμο στις παραλίες, περνάγαμε ξανά την πόρτα του σταθμού. Οι προηγούμενοι ήταν κάτι πιτσιρικάδες (δηλαδή δεκάξι-δεκαεφτά) που παίζανε μέταλλα. Εμείς οι μεγάλοι (δηλαδή εικοσιένα-εικοσιδύο) μπήκαμε με το σοβαρότερο ύφος του κόσμου, αλλά κάπως μπλαζέ. Σε λίγο ο ένας τους σηκώθηκε από το μικρόφωνο και μας παραχώρησε τη μία καρέκλα. Μετά σηκώθηκε και ο άλλος από την κονσόλα αφήνοντας ένα τραγούδι να παίζει και έκανε να βγει προς τα έξω. Τον τσάκωσα στην πόρτα την πιο κρίσιμη στιγμή.

- Πού είναι ο ηχολήπτης;
- Ποιος;
- Ο τεχνικός ήχου.

Σήκωσε τους ώμους και μου έδειξε την κονσόλα. Μπορούσα να καταλάβω ότι ήταν οχτακάναλη, αλλά μέχρι εκεί. Γύρισα στο Χρήστο – την κοίταζε με το ίδιο έντρομο βλέμμα που είχα κι εγώ. Ο μικρός μας λυπήθηκε μάλλον και ξανάκατσε στην καρέκλα «για πέντε λεπτά μόνο, εντάξει;». Τελικά έκατσε ολη την ώρα.

Στις τέσσερις και δέκα, ακριβώς μετά το σήμα, έβαλα να παίζει από μια κασέτα το «Καλοκαίρι» του Σαββόπουλου. Ο Χρήστος φόρεσε τα ακουστικά, έπιασε το μικρόφωνο και ανακοίνωσε στο κοινό του ΙΚΑΡΙΑ FM ποιο σταθμό άκουγε, το διαδημοτικόν του πράγματος, και το όνομα του ενός εκ των παραγωγών – το δικό μου. Ύστερα μου έκανε νόημα, ο μικρός άνοιξε την ένταση του δικού μου μικροφώνου και εγώ είπα το όνομα του ετέρου εκ των παραγωγών – του Χρήστου. Και συμπλήρωσα:

- Ακούτε την εκπομπή «Καλοκαιρινός Άνεμος»

Ακούστηκε πάλι η μουσική, κι έσκυψα πάνω στα σκονάκια που είχαμε ετοιμάσει για το πρώτο θέμα της εκπομπής, που ήταν (τι άλλο;) «Είμαστε στον αέρα». Μόλις μου είχε περάσει από το μυαλό ότι η εκπομπή θα έπρεπε να λέγεται μάλλον «Μελτέμι», αλλά ήταν πια αργά. Ο «Καλοκαιρινός Άνεμος» είχε ήδη ξεκινήσει να φυσάει στα ραδιοφωνικά πράγματα του τόπου. Ο Χρήστος μιλούσε στο μικρόφωνο με τη βαθειά βελούδινη φωνή που έχουμε ήδη υπονοήσει νωρίτερα στο κείμενο, εγώ έψαχνα στα αυλάκια του πικάπ την έναρξη του επόμενου τραγουδιού, ενώ το τηλέφωνο για την πρώτη αφιέρωση άρχισε να χτυπάει.

Είμασταν στ’ αλήθεια στον αέρα.

(συνεχίζεται)

Σ.Σ. Την εικονογράφηση της ανάρτησης τη δανείστηκα από την ομώνυμη ταινία του Γούντι Άλλεν (1987) και από ένα σχετικό με ραδιόφωνα ιστολόγιο. Από την ομάδα που ξεκίνησε τον ΙΚΑΡΙΑ FM θυμάμαι σήμερα αμυδρά έναν τύπο που ήταν υπάλληλος στο Ταχυδρομείο αλλά μου διαφεύγει το όνομά του, το δάσκαλο και παλιό ραδιοερασιτέχνη (στα βραχέα) Δημήτρη Καρύδα, το Σπύρο Γάκη και τον Αργύρη Πολίτη. Ενεργό ρόλο έπαιζε και ο δημοσιογράφος Νάσος Μπράτσος - πιθανώς να υπήρχαν κι άλλοι που δεν τους θυμάμαι. Υπήρχαν βέβαια αρκετοί κατά συνθήκην παραγωγοί, εξίσου ερασιτέχνες με εμάς, εκείνο το τρελό καλοκαίρι, αλλά θυμάμαι και εκπομπές από λίγο πιο έμπειρους ανθρώπους.

Ο «μικρός» κατά συνθήκη ηχολήπτης, καλή του ώρα, λεγόταν Νίκος Ραντάς.


ΥΓ. 9/2008: Εντόπισα κάπου τις ηχογραφήσεις μερικών εκπομπών, πράγμα που μου επέτρεψε να αποκαταστήσω στο παραπάνω κείμενο τη σωστή μέρα και ώρα - όχι ότι έχει καμιά ιδιαίτερη σημασία. Η συχνότητα του ΙΚΑΡΙΑ FM ήταν στους 101,2 τελικά.

3/8/08

...κι ο πληγωμένος καλλιτέχνης αναστενάζει

(συνέχεια από το προηγούμενο)

Μέσα στο σκοτάδι έλαμψε μια ημερομηνία στην οθόνη: 24 Ιούλη 1975. Κάτι τύποι (ασπρόμαυροι) με παντελόνι καμπάνα, αεροπλανικούς γιακάδες, μαλλιά και μούσια που εμφανώς ανήκαν στο 1975 κάπνιζαν σε μια ταράτσα. Το πλάνο ήταν γενικό - στο βάθος φαινόντουσαν καμιά δεκαριά καρέκλες, διατεταγμένες ανά δύο σε τραπεζάκια. Οι τύποι πήγαν και έκατσαν επίσης ανά δύο, φάτσα στην κάμερα. Ένας από τους μουσάτους, ο κεντρικός, άρχισε να μιλάει προς την κάμερα λέγοντας κάτι σαν "σήμερα κλείνει ένας χρόνος από την καθεστωτική αλλαγή του 1974. Καλέσαμε εκπροσώπους των πολιτικών νεολαιών για να συζητήσουμε τα όρια και τους στόχους της αλλαγής αυτής". Ύστερα μας σύστησε (ανά δύο πάντα) τους εκπροσώπους της ΚΝΕ, της νεολαίας ΠΑΣΟΚ, της ΕΚΟΝ Ρήγας Φεραίος και της νεολαίας της Ένωσης Κέντρου - Νέες Δυνάμεις. Υπό αυτή την ιδιότητα, χωρίς ονόματα και διευθύνσεις. Οι νεολαίοι άρχισαν να τοποθετούνται κατά σειρά. Ένας έκανε τοποθέτηση, οι άλλοι άκουγαν.

Ακούγαμε κι εμείς. Όχι για πάρα πολύ. Κάποιοι άρχισαν να ψιλομουρμουράνε από το κοινό, κάποιοι άλλοι τους έκαναν "σσσστ!". Το πλάνο ήταν εντελώς στατικό, η μεταπολίτευση είχε γίνει δέκα χρόνια πριν και η σχετική κουβέντα είχε παλιώσει εμφανώς, σαν τα κουρέματα και τα ρούχα επί της οθόνης. Ορισμένοι θεατές βέβαια το είχαν πάρει ζεστά, και όποτε τελείωνε την τοποθέτησή του ο "δικός τους" άρχιζαν τα χειροκροτήματα, και ίσως και κάνα σύνθημα (ο αγώνας τώρα κλπ.). Μόνο οι κακόμοιροι της Ένωσης Κέντρου που την είχε πάρει ο διάολος στο μεταξύ δεν είχαν οπαδούς στο κοινό και συγκέντρωναν τη γενική χλεύη του 1984 καθώς προσπαθούσαν να απαντήσουν το 1975 γιατί συμμετείχαν στην κυβέρνηση εθνικής ενότητας του 1974. Σιγά σιγά όμως οι μουρμούρες επανήλθαν και έγιναν σφυρίγματα. Ο κόσμος ίδρωνε και βαρυγκομούσε, κάποιοι απέξω προσπαθούσαν να μπουν μέσα, και οι νεολαίοι της οθόνης αναζητούσαν την πιο συνεπή αντιιμπεριαλιστική στάση. Η κουβέντα τραβούσε σε μάκρος και τα σφυρίγματα πολλαπλασιάζονταν, μέχρι που κάποια στιγμή σταμάτησαν να συζητάνε και σηκώθηκαν από τις καρέκλες. Ένα σούσουρο ανακούφισης διαπέρασε την αίθουσα από άκρου εις άκρον.

Δεν κράτησε πολύ. Οι νεολαίοι πήγαν παρακείθε, άναψαν τσιγάρο, η κάμερα έκανε ένα γενικό πλάνο στις γύρω ταράτσες και στις πίσω πολυκατοικίες καθώς έπεφτε σιγά σιγά η νύχτα της 24ης Ιουλίου (ή μάλλον Ιούλη) του 1975, κάπου πήρε το μάτι μου και το Λυκαβηττό στο βάθος, και μετά το πλάνο επανήλθε στις καρέκλες όπου οι εκπρόσωποι άρχισαν να κάθονται πάλι ένας ένας. Ύστερα ο μεσιανός είπε κάτι σαν "και τώρα ξεκινάει το δεύτερο μέρος της συζήτησης" αλλά η φράση του εντός του σινεμά διακόπηκε βίαια από ένα μακρόσυρτο "ουουουουουου" που δόνησε την αίθουσα. Πάνω στη σύγχιση, ο Π. πετάχτηκε όρθιος απότομα φωνάζοντας:

- Γκολ!

Τον κοίταξα έντρομος, με απορημένο βλέμμα.

- Μητρόπουλος, δύο-ένα.

Κάποιοι τον κοίταξαν κάνοντας γκριμάτσες. Ένας πλησίασε απειλητικά από το πίσω κάθισμα.

- Δύο ένα ποιος;
- Ο Ολυμπιακός.
- Φτου ρε γαμώτη, όλα σκατά πάνε σήμερα, είπε ο τύπος και ξανάκατσε στο κάθισμα.

Η προβολή συνεχιζόταν μέσα σε μια ανάκατη βαβούρα. Τώρα κανένας δε χειροκροτούσε, ούτε φώναζε συνθήματα. Ο κόσμος πέταγε προγράμματα και μπουφάν προς τη μηχανή προβολής, άλλοι έβριζαν μεγαλόφωνα, μερικοί είχαν ανάψει τσιγάρο και οι διπλανοί τους τα έχωναν, όλοι γιούχαραν και κανένας δεν άκουγε τους πάλαι ποτέ νεολαίους. Σκέφτηκα ότι μπορεί ανάμεσα στο κοινό να ήταν και κανένας από αυτούς, κανένας ξυρισμένος τριαντάρης μάλλον, που θα πήγε να δει τον εαυτό του στο πανί. Σκέφτηκα ότι οι δικοί μου θα άρχιζαν να αναρωτιούνται τι απέγινα τόσες ώρες. Αναρωτήθηκα με τη σειρά μου αν θα προλάβαινα το λεωφορείο ή θα έπρεπε να πάρω ταξί και αν είχα λεφτά για ταξί. Μάλλον δεν είχα. Σκέφτηκα να φύγω.

Σηκώθηκα όρθιος. Την ίδια ώρα σηκώθηκαν και μερικοί ακόμα και άρχισαν να φωνάζουν "Τις σφαίρες! Τις σφαίρες!". Κοίταξα γύρω - επικρατούσε χάος. Διάφορα αντικείμενα πετούσαν στον αέρα του σινεμά - κυριακάτικες εφημερίδες, στραγάλια, χαρτομάντηλα. Μερικοί χτυπιόντουσαν μόνοι τους, κάποιοι άλλοι μεταξύ τους. Κοίταξα τον Π. - είχε ακόμα το ακουστικό στο αυτί. Τον ρώτησα αν είχε τελειώσει το ματς - έγνεψε "ναι". Δύο δάχτυλα με το αριστερό, ένα με το δεξί. Ο παναθηναϊκός του πίσω καθίσματος έβγαλε ένα μουγκρητό - "Δικό μας το πρωτάθλημα όμως".

Και ξαφνικά ακούστηκε ένα φοβερό χειροκρότημα ανάκατο με κραυγές. Κοίταξα την οθόνη - έπεφταν τίτλοι τέλους. Έκατσα ξανά. Όταν τα φώτα άναψαν, επικρατούσε ακόμα φοβερή ένταση. Ένας τύπος με άσπρο κουστούμι και κόκκινο κασκολάκι, μαλλιά και γένια και στρογγυλά γιαλιά χειρονομούσε προς το πλήθος και κάτι πήγαινε να πει που δεν ακουγόταν. Με τα πολλά κατάφερε να αυτοσυστηθεί: "είμαι ο Νίκος Αλευράς".

Σιγή έπεσε. Ο Νίκος Αλευράς! Ο σκηνοθέτης της πέτρας του σκανδάλου. Ο άνθρωπος για την ταινία του οποίου ήρθαμε όλοι και φάγαμε την ταλαιπωρία της αρκούδας. Ο ήρωάς μας. Η ώρα που όλοι περιμέναμε ήταν κοντά. Το πλήθος ξέσπασε σε επευφημίες. Κάποιοι άρχισαν να φωνάζουν "Η λογοκρισία δεν θα περάσει". Ο τύπος έκανε νόημα να ησυχάσουν και είπε ότι μετά την προβολή θα ακολουθήσει συζήτηση για την ταινία. Ο κόσμος χειροκρότησε και πάλι. Ύστερα ο τύπος αποπειράθηκε να πει ότι επειδή υπάρχει ακόμα κόσμος απέξω που περιμένει να μπει, αν τυχόν κάποιοι έχουν ήδη δει την ταινία, να βγουν για να μπουν οι άλλοι. "Άντε και γ...." του απήντησαν οι αφοσιωμένοι οπαδοί του. Ο σκηνοθέτης δεν επέμεινε. Τα φώτα έσβησαν πάλι.

Άκουσα τον Π. δίπλα μου να μουρμουρίζει "ελπίζω να αξίζει τον κόπο". Ύστερα έγινε σιωπή. Τώρα άρχιζε στα αλήθεια.

Άπό τα μεγάφωνα ακούστηκε ένας ήχος σαν κλάμα νεογέννητου. Στην οθόνη εμφανίστηκε ένας γυμνός μαντράχαλος με μαλλιά και μούσια και στρογγυλά γιαλιά (έλειπε το άσπρο κουστούμι και το κόκκινο κασκόλ). Μια "μαμά" τον έκανε μπάνιο, του έβαζε ταλκ και πάνες και έκανε ότι τον θήλαζε. Αυτό ήταν όλο - τσόντα τέλος. Το "παιδί" μεγάλωσε, έπεσε στα υπαρξιακά αδιέξοδα που δεν επιλύθηκαν με τη μεταπολίτευση και άρχισε την πλάκα. Έτσι, σε μια φάση εξηγούσε πως μια γενιά κινηματογραφιστών το έριξε σε άλλα επαγγέλματα (δείχνοντας εικόνες από το ανθοπωλείο "Αγγελόπουλος", το μπακάλικο "Μαρκετάκη" και το φούρνο "Αλευρά". Μετά έδειξε πως μια παρέα αποφάσισε να ταξιδέψει αλλά επειδή δεν είχε λεφτά για εισιτήριο πήγε μέχρι το αεροδρόμιο και κοιτούσε τα αεροπλάνα να φεύγουν. Με τα πλάνα από τα αεροπλάνα έφτασε το διάλειμμα.

Γύρισα και κοίταξα τον Π. Είχε μείνει με το στόμα ανοιχτό.

- Πώς σου φαίνεται; ρώτησα.
- Φεύγω, είπε - κι έφυγε.

Οι περισσότεροι γύρω γύρω κοιτάζονταν αμίλητοι. Περισσότερο αμηχανία παρά οτιδήποτε άλλο. Το δεύτερο μέρος άρχισε και η πλάκα συνεχίστηκε. Ο ήρωάς μας, το παιδί που μέγαλωσε και έγινε φτυστός ο σκηνοθέτης, έπαιρνε συνεντεύξεις από διάφορους τύπους σε παγκάκια της Αθήνας ρωτώντας τη γνώμη τους για τον Αλευρά. Έδειξε και ένα περίπτερο όπου οι εφημερίδες έγραφαν για τον Αλευρά με πηχιαίους τίτλους. Ελλείψει ψηφιακών εφέ την εποχή εκείνη, φαντάζομαι οι εφημερίδες (και οι συνταξιούχοι στα παγκάκια) μιλούσαν για το Γιάννη Αλευρά, νούμερο δύο του κοινοβουλετικού ΠΑΣΟΚ όταν γυριζόταν η ταινία και πρόεδρο της Βουλής την εποχή που περιγράφω. Ύστερα ακολούθησαν κι άλλες πλακίτσες, όχι πολύ πετυχημένες μάλλον. Δε νομίζω να θυμάμαι καμμιά άλλη.

Θυμάμαι ότι τα φώτα άναψαν πέντε λεπτά πριν την ώρα που έφευγε το τελευταίο λεωφορείο. Πετάχτηκα πάνω και έτρεξα προς την έξοδο. Μάζεψα και μια αφίσα που διαφήμιζε τις προβολές και άρχισα να τρέχω στη Σταδίου. Πρόλαβα στο τσακ - έφτασα σπίτι δωδεκάμιση πάνω που οι δικοί μου είχαν αρχίσει να ανησυχούν. Αλλά τους είχα καλά εκπαιδευμένους "πού ήσουνα;" ρώτησαν, "σινεμά" είπα - και τέλος.

Είπα στα παιδιά από το σχολείο ότι είχα δει την πέτρα του σκανδάλου, αλλά μια και δεν είχε τσόντα τελικά δε θεωρήθηκε σοβαρό επίτευγμα. Λίγο καιρό αργότερα διάβασα σε ένα περιοδικό (μάλλον στο ΑΝΤΙ αλλά δεν είμαι σίγουρος) μια αναφορά στα γεγονότα της βραδιάς εκείνης. Η κυρία που υπέγραφε το άρθρο αναφερόταν κυρίως στο γιουχάισμα που, αδίκως μάλλον, έφαγε η προηγούμενη ταινία. Αναρωτιόταν τι απέγιναν οι αγωνίες και οι αναζητήσεις των παιδιών της μεταπολίτευσης, που στο κάτω κάτω ήταν μόλις πριν δέκα χρόνια. Μου φάνηκε τεράστιος χρόνος το "δέκα χρόνια" τότε - σήμερα έχουν περάσει άνω των είκοσι από εκείνη τη βραδιά και μάλλον αρχίζω να την καταλαβαίνω...

Αφού πέρασε κάμποσος καιρός και έφυγα κάποτε από το πατρικό μου, οι επισκέπτες του "δικού μου" σπιτιού έβλεπαν σε ένα σημείο ενός τοίχου τρεις αφίσες κολλημένες: μία από ένα κονσέρτο κιθάρας (της δασκάλας μου), μία από μια έκθεση ζωγραφικής (κάτι φίλων) και την αφίσα που διαφήμιζε τις προβολές για τα 10 χρόνια νέου ελληνικού κινηματογράφου 1974-1984. Υποθέτω θα θεωρούσαν ότι είμαι μέγα ψώνιο της κουλτούρας, αλλά για να λέμε του στραβού το δίκιο, αυτές τις αφίσες είχα, αυτές έβαλα - το βασικό ήταν να μη φαίνονται οι ξυσμένοι σοβάδες και η τρύπα που είχαν ανοίξει οι προηγούμενοι ενοικιαστές για να περνάει ο σωλήνας του πλυντηρίου προς την αποχέτευση.

Κάπου κάποτε άκουσα και ένα τραγουδάκι που νομίζω πως έδωσε τον τίτλο του στην επίμαχη ταινία και σε τούτες τις αναρτήσεις. Σα να θυμάμαι αμυδρά, πως η ταινία τελείωνε με ένα κοριτσάκι που το απήγγειλε. Έψαξα λίγο στο διαδίκτυο αλλά το μόνο σχετικό που βρήκα ήταν ένα του Τσιτσάνη που έλεγε:


Πέφτουν οι σφαίρες σαν το χαλάζι
κι ακουμπισμένος σ' ένα δεντρί
ο τραυματίας αναστενάζει
και τη μανούλα του ζητάει για να δει
Αλλά μάλλον δε θα 'ναι το ίδιο.


Την αφίσα της ταινίας "Πέφτουν οι σφαίρες σαν το χαλάζι κι ο τραυματισμένος σκηνοθέτης αναστενάζει" τη βρήκα σε μια ιστοσελίδα χωρίς πολλές άλλες πληροφορίες και την τοποθέτησα στο πρώτο μισό της ανάρτησης. Τη φωτογραφία του σκηνοθέτη να μασουλάει ένα σπαγγέτι-κορδόνι που δείχνω εδώ την πέτυχα στην ιστοσελίδα του Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, αν και είναι σαφώς μεταγενέστερη της περιγραφόμενης προβολής. Ατυχώς δεν βρήκα οπτικό υλικό από την ταινία "24 Ιούλη" του Λευτέρη Χαρωνίτη (την "άλλη ταινία" που προηγήθηκε), που παρά την πλάκα, νομίζω ότι για την εποχή μια χαρά έκανε και τη γύρισε. Άλλωστε τότε έπεφταν ακόμα τα μπάζα του οικοδομήματος της χούντας - άλλο αν με ορισμένα μεταπολιτευτικά μπάζα ακόμα ταλαιπωρούμεθα.

Αν και η ΚΝΕ και νεολαία ΠΑΣΟΚ ακόμα υφίστανται, χωρίς βέβαια μεγάλη πολιτική σχέση με τους προ τριακονταπενταετία προβληματισμούς, η Ελληνική Κομμουνιστική Νεολαία (ΕΚΟΝ) "Ρήγας Φεραίος" που ξεκίνησε ως αντιδικτατορική οργάνωση και μετά τη μεταπολίτευση ήταν η νεολαία του ΚΚΕ Εσωτερικού, διαλύθηκε με την αυτοδιάλυση του κόμματος αυτού στα τέλη της δεκαετίας του '80.