ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

Μια ρεβυθιά στο Ηράκλειο - Λέιντεν - Λισσαβώνα - Αθήνα - πάλι Ηράκλειο


28/3/08

Τα επόμενα άσματα



Στην Τατιάνα, αντί προσκλητηρίου

Η πρώτη φορά που διάβασα ή άκουσα να γίνεται λόγος για το δημοτικό τραγούδι "Τώρα τα πουλιά" (ή και "Μέρα μέρωσε") πρέπει να ήταν μέσα σε ένα βιβλίο με διηγήματα της Άννας Δαμιανίδη (νομίζω πως λεγόταν "Σκεύος Ηδονής"). Έκτοτε εντόπισα διάφορες "τραγουδιστές" εκτελέσεις του: από την Καίτη Κουλλιά το άκουσα σε μια συναυλία, το βρήκα επίσης από τους Νεάρχου Παράπλους, τον Πέτρο Γαϊτάνο και την Αγγελική Ιονάτου. Αυτή η τελευταία εκτέλεση που κρατούσε κάμποση ώρα με έβαλε στον πειρασμό να ψάξω να βρω καταγεγραμμένους όλους τους στίχους (τους οποίους θυμόμουν ανάκατα και αποσπασματικά). Πήρα λοιπόν το μαγικό ραβδάκι που γράφει απάνω γκουγκλ, χτύπησα το διαδίκτυο, και αφού όπως λέει και το Ευαγγέλιο άμα χτυπήσεις σου απαντούν, πήρα την απάντηση που ήθελα από την ιστοθέση "Μυριόβιβλος" που ανήκει στον πολιτιστικό οργανισμό "Artopos" της Εκκλησίας της Ελλάδος.
Εκεί βρήκα αποθησαυρισμένο το βιβλίο του Νικολάου Πολίτη"Ανθολογία Δημοτικού Τραγουδιού" που είναι κλασικό έργο για τα δημοτικά τραγούδια, όπου και περιλαμβάνεται το "Τώρα τα πουλιά" στην ίδια ενότητα με ένα άλλο γαμήλιο-ακριτικό τραγούδι. Το εισαγωγικό κείμενο λέει τα εξής:

Τα επόμενα άσματα, περιγράφοντα σκηνάς του ακριτικού ή του στρατιωτικού βίου, προσαρμόζονται εις τα γαμηλίους τελετάς και τραγουδιούνται συνήθως το μεν πρώτον αυτών κατά τας εωθινάς ώρας, το δε δεύτερον κατά τον χωρισμόν της νύμφης από των γονέων της. Συχνά συμφύρονται προς άλληλα.

Ακολουθούν οι στίχοι που έψαχνα:

Τώρα την αυγή, τώρα η αυγή χαράζει,
τώρα τα πουλιά, τώρα τα χελιδόνια,
τώρα οι πέρδικες γλυκολαλούν και λένε.
«Ξύπνα αφέντη μου, ξύπνα γλυκειά μου αγάπη,
ξύπνα αγκάλιασε κορμί κυπαρισσένιο,
κάτασπρο λαιμό, βυζιά σα δυο λεμόνια,
σαν το κρύο νερό, σαν του Μαγιού το δρόσο.
-«Ας με, λυγερή, ύπνο να πάρω λίγο,
γιατί ο αφέντης μου στη βίγλα μ’ είχε απόψε.
και στον πόλεμο πάντα μπροστά με βάνει,
για να σκοτωθώ ή σκλάβο να με πάρουν.
Κι έκαμε ο Θεός κι η Παναγιά η παρθένα
κι εξεσπάθωσα και μπήκα μεσ’ τ’ ασκέρι.
Πολλούς έκοψα στο έμπα και στο έβγα,
λίγοι μ’ έφυγαν κι εκείνοι λαβωμένοι
Πήρα το στρατί κι ήυρα το μονοπάτι
κι ήρθα κι έπεσα στο στρώμα που κοιμάσαι
να ξεκουραστώ, να πάρω λίγον ύπνο.
»

Έχω βρει κι άλλες παραλλαγές των στίχων (με το μαγικό ραβδάκι...), που διαφέρουν κάπως εδώ κι εκεί, πράγμα τελείως λογικό βέβαια καθώς το τραγούδι φαίνεται πως τραγουδιόταν από την Άρτα μέχρι την Κρήτη και τα Δωδεκάνησα και δεν ξέρω που αλλού. Κάπου διάβασα ότι είναι τραγούδι "επιθαλάμιο", τραγουδιόταν δηλαδή έξω από την πόρτα των νεονύμφων κατά τη διάρκεια της πρώτης νύχτας του γάμου τους (όπως λέει ο Πολίτης σεμνοπρεπώς "κατά τας εωθινάς ώρας").

Ο τρόπος της εκφοράς των στίχων είναι χαρακτηριστικός: κάθε ημιστίχιο τραγουδιέται δυό φορές, μιά τελειώνοντας τον προηγούμενο στίχο, μια ξεκινώντας τον επόμενο (Τώρα τα πουλιά, τώρα τα χελιδόνια / τώρα τα χελιδόνια, τώρα οι πέρδικες / τώρα οι πέρδικες γλυκολαλούν και λένε / γλυκολαλούν και λένε ξύπνα αφέντη μου κλπ.). Νομίζω πως κάπως έτσι δημιουργείται μια αίσθηση διαρκούς προσμονής και οι εικόνες ή μεταφορές που χρησιμοποιούνται γίνονται ισχυρότερες καθώς το τραγούδισμα τραβάει σε μάκρος. Δεν ξέρω βέβαια σε ποιο βαθμό η διαδικασία ήταν προσαρμοσμένη ώστε να ανταποκρίνεται "αντιστικτικώς" στα εντός του νυφικού θαλάμου τεκταινόμενα - νομίζω όμως ότι αυτό θα πρέπει να ήταν το γενικό νόημα ενός επιθαλάμιου άσματος. Ατυχώς δεν έχω παραβρεθεί σε παραδοσιακό γάμο που να συμμετέχουν και οι καλεσμένοι στο τραγούδι (εκτός Ικαρίας, βέβαια, όπου όμως το άσμα δεν ανευρίσκεται στο ρεπερτόριο, κι έναν γάμο στη Θήβα όπου τα πιο πολλά τραγούδια ήταν στα Αρβανίτικα που δεν σκαμπάζω ντιπ), οπότε δε μπορώ να φανταστώ πώς γινόταν.

Όπως λέει το προαναφερθέν Ευαγγέλιο, αν κάποιος σου ζητήσει το χιτώνα, δώσε του και το ιμάτιο. Έτσι, η ιστοσελίδα μου έβγαλε ένα δεύτερο τραγουδάκι-δώρο, για την ύπαρξη του οποίου μέχρι τότε δεν είχα ιδέα. Οι στίχοι του είναι οι εξής:

Ένας άγουρος, κι ένας καλός στρατιώτης,
κάστρο γύρευε, χωριό να πάει να μείνει.
Μαϊδέ κάστρο ηυρέ, μαϊδέ χωριό να μείνει,
βρίσκει ένα δεντρί, δεντρί ψιλό κι απόσκιο.
«Δέξου με δεντρί, καλοκαρτέρεσέ με,
για να κοιμηθώ, λίγον ύπνο να πάρω,
γιατί απόστασα στον πόλεμο ολημέρα.
- Να κι η ρίζα μου, και δέσε τ’ άλογό σου,
να κι οι κλώνοι μου και κρέμασ’ τ’ άρματά σου
να κι ο ίσκιος μου και πέσε να πλαγιάσεις
και σα σηκωθείς το νοίκι να πληρώσεις,
μια σταλιά νερό στη ρίζα μου να ρίξεις.»


Κάτι τα γαμήλια συμφραζόμενα του Πολίτη ("κατά τον χωρισμόν της νύμφης από των γονέων της"), κάτι η εικόνα του περιπλανώμενου αλλά ανέστιου πολεμιστή ως "αρσενικού" συμβόλου σε αντίθεση με τη ριζωμένη, "γήινη" (δηλαδή θηλυκή) ύπαρξη του δέντρου, μου προέκυψε αβίαστα ότι η εικόνα "μια σταλιά νερό στη ρίζα μου να ρίξεις" είναι μια μεταφορά της ερωτικής πράξης ως "γονιμοποιητικής" καταρχήν λειτουργίας. Με έκπληξη λοιπόν διάβασα στο συνοδευτικό κείμενο ενός δίσκου του Χρόνη Αηδονίδη που περιλαμβάνει μια εκτέλεση του τραγουδιού ότι πρόκειται για ένα "φυσιολατρικό" τραγούδι που δηλώνει ότι ο άνθρωπος πρέπει να σέβεται το περιβάλλον και το δάσος και δεν ξέρω γω τι άλλο.

Σύγχιση τρομερή με κατέλαβε (όπως αντιλαμβάνεστε αρνούμαι να δεχτώ ότι κάτι έχω καταλάβει λάθος) και αποφάσισα να προσφύγω στα φώτα των εξειδικευμένων φίλων μου που με αγαπάνε και μου δείχνουν τον ίσιο δρόμο με τον τρόπο τους χωρίς να με πληγώσουν (λέμε τώρα...). Έτσι, αφού εξέθεσα εν περιλήψει την κατάσταση σε μια αγαπημένη φίλη, ζήτησα την άποψή της ως επιστήμονος, ως γυναίκας και ως ανθρώπου. Υποθέτω ότι μου απάντησε υπό τις τελευταίες δύο ιδιότητες.

- Ξέρεις κάτι; Φοβάμαι ότι τελικά έχεις κι εσύ το ίδιο πρόβλημα που έχετε όλοι σας.
- Ποιοι όλοι μας;
- Οι άντρες.


Μπορούσα να φανταστώ τη συνέχεια - την έχω ξανακούσει. Μάλλον με το κείμενο του δίσκου θα ήτανε...

- Όλοι φαλλοκράτες είσαστε . Νομίζετε ότι τα πάντα ξεκινάνε και τελειώνουνε στο πουλί σας.

Την ευχαρίστησα θερμά και ξεκίνησα να γράφω το κείμενο που διαβάζετε.


(Στην κορυφή ο "Γάμος εν Κανά" του Θεοφάνους του Κρητός από τη Μονή Αναπαυσά στα Μετέωρα, που αλίευσα από την ιστοσελίδα http://users.tri.sch.gr/elianos/meteora_agiografisi.htm. Το "δε σκαμπάζω ντιπ" το έκλεψα από τον "Αρχαιολόγο" του Ανδρέα Καρκαβίτσα άνευ προφανούς λόγου. Να πω επίσης ότι προτιμώ την εκδοχή "Μέρα μέρωσε, τώρα η αυγή χαράζει..." για το πρώτο τραγούδι.)

25/3/08

Αιέν Αριστεύειν


Άκουγα πριν λίγο στο ράδιο για την παρέλαση λόγω της εθνικής επετείου και κάπως θυμήθηκα τη μοναδική φορά που έκανα παρέλαση μετά την έκτη δημοτικού: στην ορκομωσία, ως πιστός και φιλότιμος στρατιώτης. Το δεκαοχτάμηνο που πέρασα στο στρατό το έχω απωθήσει πλέον (τα πλημμελήματα παραγράφονται στη δεκαετία, έτσι δεν είναι;) αλλά από καιρού εις καιρόν μου έρχεται καμμιά φλασιά και θυμάμαι διάφορα σκηνικά της εποχής εκείνης αν δοθεί κάποια αφορμή ή αν ξεκινήσει κάποια σχετική κουβέντα. Γενικά οι άντρες περνάνε μια φάση μετά το στρατό που μιλάνε σχεδόν αποκλειστικά για τη σχετική εμπειρία (ειδικά αν δεν έχουν και πολλές άλλες), αλλά προϊόντος του χρόνου το πράγμα εξορθολογίζεται κάπως και η σχετική περίοδος παίρνει μια πιο φυσιολογική θέση ανάμεσα στις αναμνήσεις του καθενός.

Επειδή εγώ πήγα σχετικά μεγάλος και "γιωτάς" δεν πέρασα όσο φριχτά θα μπορούσα να είχα περάσει, αν και δεν απέφυγα τη γνωριμία με τις όχθες του ποταμού που ορίζει τα ελληνοτουρκικά σύνορα στη Θράκη. Η εμπειρία δε με έκανε "άντρα" (δε νομίζω ότι κάνει και κανέναν δηλαδή), αλλά μου δίδαξε ψυχραιμία και εγκαρτέρηση, με έφερε πιο κοντά στα όρια μου (τα κάτω...) και μου έδειξε όψεις της ελληνικής κοινωνίας των οποίων την ύπαρξη ή την έκταση αγνοούσα.

Αυτοί που πάνε στην αεροπορία ή το ναυτικό μάλλον δεν έχουν την ίδια εικόνα, αλλά ο στρατός ξηράς συγκεντρώνει έως σήμερα κατά προτίμηση όλη την "πίσω αυλή" του ένδοξου έθνους μας: τσιγγάνους, ρωσοπόντιους, μειονοτικούς διάφορους, δίπλα σε αναλφάβητους βοσκούς από το Οροπέδιο Λασιθίου, αλάνια μόρτικα από τη Δραπετσώνα, πρεζάκια από το Περιστέρι και σκληροπυρηνικούς Μπαοκτζήδες από την Επανωμή που δεν έχουν επαρκές βύσμα για να πάνε "κάπου καλά" και βρίσκονται να περνάνε την πύλη του κέντρου εκπαίδευσης δίπλα σε ημιλιπόθυμους αστούς που παίρνουν τη μαμά τους στο κινητό κάθε πέντε λεπτά.

Όπως γνωρίζουν οι έχοντες τη σχετική εμπειρία, οι πρώτες μέρες πριν την ορκομωσία περνάνε κυρίως με βήμα και πρόβες όρκου - ούτε όπλα υπάρχουν ακόμα, ούτε σκοπιές, ούτε υποχρεώσεις, πλην αγγαρειών βέβαια. Η υποτιθέμενη παρέλαση (αν δεν είναι κοντά καμιά εθνική ή τοπική εορτή) γίνεται ενώπιων γονέων και συγγενών κατά την τελετή της ορκωμοσίας, άντε και των αρχών του τόπου. Το καιρώ εκείνω, (πάλι Μάρτιος ήτανε, προ ένδεκα ετών), παρελαύναμε πρωί-απόγευμα στο επικλινές γηπεδάκι του Κέντρου Εκπαίδευσης Υλικού Πολέμου, πράγμα που ήταν πολύ ξεκούραστο στην κατηφόρα και πολύ κουραστικό στην ανηφόρα. Κάθε τόσο έβγαινε από το διοικητήριο δήθεν τυχαία ο Διοικητής ή ο Υποδιοικητής και απένειμαν εύσημα, προτροπές ή προειδοποιήσεις. Για την ακρίβεια, ο Διοικητής έπαιζε τον "Καλογιάννη" και έλεγε "μπράβο, παιδιά μου, έτσι, με ψυχή", ενώ ο Υποδιοικητής έπαιζε τον "Κακογιάννη" και έλεγε "ου να μου χαθείτε, ξεψυχισμένοι, είστε άντρες εσείς, δε ντρέπεστε, τι χάλια είναι αυτά" κλπ.

Η εμπειρία ήταν ολίγον καψόνι ακόμα και για τους καραβανάδες που ανεβοκατέβαιναν υποχρεωτικά μαζί με τις διμοιρίες των φαντάρων διότι κι αυτοί άκουγαν τα εξ' αμάξης αν η διμοιρία δεν τραβούσε και ο Κακογιάννης τους ξανάστελνε για βήμα πάνω που έλεγαν να το κόψουν - ειδικά για τον ελαφρώς χοντρομπαλά λοχία που τύποις διοικούσε τη διμοιρία μας, κάπνιζε ως φουγάρο, και βλαστημούσε την ώρα και τη στιγμή που ανέλαβε "να μας κάνει στρατιώτες" λες και του το είχαμε ζητήσει φορτικά...

Ένα απόγευμα που είχαμε ξεπατωθεί στα πάνω-κάτω και ο χαρμανιασμένος λοχίας είχε βαρεθεί τη ζωή του, αποφάσισε να μας πάει για πρόβα όρκου (ξεκούραστο) αντί για βήμα (κουραστικό), οπότε αρχίσαμε να βαδίζουμε (εν-δυο, εν-δυο, ένα στο αριστερό) προς τα κάτω, όταν ξεμύτισε ο Καλογιάννης από το Διοικητήριο. Ο λοχίας έδωσε "προοοσχή", χαιρετήσαμε και ο Καλογιάννης κάτι μουρμούρισε, που από τα συμφραζόμενα πρέπει να ήταν "μπράβο, παιδιά μου", κι έπειτα έκανε μεταβολή να φύγει, όμως σα να θυμήθηκε κάτι γύρισε στο λοχία και μουρμούρισε κάτι άλλο, ο λοχίας γκάριξε "μάλιστα κύριε Συνταγματάρχα" και μόλις ο Δίκας ξαναμπήκε μέσα, είπε καταπτοημένος "οι ψηλοί μπροστά, οι κοντοί πίσω", πράγμα που όφειλε να ισχύει by default αλλά μάλλον δεν ίσχυε απόλυτα, όπως ο Καλογιάννης είχε προφανώς επισημάνει.

Κακό σημάδι, βέβαια. Και για τους ψηλούς και για τους κοντούς που δίνουν στόχο - το βασικό στο στρατό είναι να είσαι στους μέτριους. Απαρατήρητος. Όλοι κοίταξαν το διπλανό τους, κάποιοι πήγαν λίγο μπρος, κάποιοι λίγο πίσω, εγώ παρέμεινα στη φυσική μου θέση πίσω πίσω όταν συνειδητοποίησα ότι υπήρχαν τρεις τουλάχιστον κοντύτεροι που είχαν πιάσει "λάθος" θέση μέχρι τότε και κατέλαβαν μουρμουρίζοντας την τελευταία τριάδα. Την ίδια στιγμή ο λοχίας μάζεψε το μεσαίο της δεύτερης τριάδας και τον έβαλε μπροστά αριστερά. Το παλληκάρι μάλλον ήταν όντως ο ψηλότερος αλλά έκανε σοβαρή προσπάθεια να μη δίνει στόχο - είχε τους λόγους του.

Ο λοχίας έδωσε "ανάπαυση", ¨προοοοσσχή" (Κραπ!), "εμπρός-μαρς" και - ατυχώς - μας ξαναπήγε προς το γηπεδάκι και - ατυχέστερα - προς τον ανήφορο, όπου η διμοιρία βογγούσε και βλαστημούσε υπογείως, και μετά ξαναπήραμε στροφή προς τον κατήφορο ανακουφισμένοι που θα τελείωνε το μαρτύριο, όταν - ατυχέστατα - από το Διοικητήριο ξεμύτισε ο Κακογιάννης. Μας παρατηρούσε εξεταστικά για λίγο και δεν κουνήθηκε από τη θέση του όσο πλησιάζαμε. Ο λοχίας ξεψυχισμένα ξεστόμισε ό,τι ακριβώς δεν θέλαμε επ' ουδενί να ακούσουμε:

-Διμοιρία, ΑΛΤ!
(Κραπ).

Έπεσε σιγή για λίγο. Η σιωπή πριν την καταιγίδα. Ο Κακογιάννης φούσκωνε και ξαναφούσκωνε μέχρι που ξέσπασε γκαρίζοντας:

- Ήτανε βήμα αυτό; Ήτανε εικόνα διμοιρίας αυτή;

Μέχρι εδώ καλά. Δυστυχώς η ένταση ανέβαινε σε ένα διαρκές κρεσέντο:

- Δε ντρεπόσαστε; Είστε στρατιώτες εσείς; Είστε άντρες εσείς; Σαν κοτόπουλα πηγαίνατε!

Έτρεμε το μουστάκι του από την τσαντίλα.

- ΕΤΣΙ ΘΑ ΠΑΡΟΥΜΕ ΤΗ ΠΟΛΗ ΜΩΡΕ;

Τότε έδειξε τον μπροστά αριστερά που ήταν πιο κοντά του:

- Να, ΜΟΝΟ ΑΥΤΟΣ ΕΔΩ πήγαινε σαν άντρας. Όλοι οι άλλοι για τα μπάζα είσαστε. Έτσι, σαν αυτόν σας θέλω, κοίτα παράστημα! ΜΕ ΤΕΤΟΙΟΥΣ ΘΑ ΠΑΡΟΥΜΕ ΤΗΝ ΠΟΛΗ, όχι με εσάς.

Γύρισε χαμογελαστός πλέον στο φαντάρο που τον κοιτούσε έντρομος.

- Αναφέρσου, παιδί μου.

Και ο κακομοίρης, τι να κάνει, αναφέρθηκε όπως του είχαν μάθει:

(Κραπ!).
- Στρατιώτης Υλικού Πολέμου Ιμάμογλου Χαλίλ, ενενηταεφτά βήτα ΕΣΣΟ, Δεύτερος Λόχος, Τρίτη Διμοιρία.
- Πώς σε λένε είπες;
- Ιμάμογλου.
- Το άλλο;
- Χαλίλ.
- Τον πατέρα σου πώς τον λένε;
- Λεβέντ.

Σιγή νεκρική έπεσε. Ο Κακογιάννης κοίταξε τα παπούτσια του. Ύστερα κοίταξε τον ουρανό. Ύστερα κοίταξε την παγωμένη διμοιρία. Ύστερα κοίταξε πολύ μακριά στο μέλλον, περιμένοντας μάλλον ότι πάλι με χρόνια και καιρούς πάλι δικά μας θα 'ναι, αλλά ενδεχομένως όχι με τη βοήθεια της ενενηνταεφτά βήτα ΕΣΣΟ. Ξεφούσκωσε, έκανε μεταβολή, κι έφυγε χωρίς να πει λέξη.

Το πρώτο τζούφιο γελάκι ακούστηκε. Ύστερα μερικά ακόμα, ακολουθούμενα από μερικά εμφανή χάχανα. Ο λοχίας ξεφυσούσε, ο Χαλίλ γύρισε και μας κοίταξε λέγοντας "Τι έγινε ρε παιδιά; Αφού έτσι με λένε, τι να πω;", ύστερα γύρισε στο λοχία και ρώτησε "Εγώ τι να κάνω τώρα;", "Ανάπαυση, ρε μαλάκα" είπε ο λοχίας που κρυφογελούσε κι αυτός, κι ύστερα είπε χαμηλόφωνα σε όλους "Σκασμός μαλάκες, πάμε να φύγουμε" κι έπειτα δυνατά "Διμοιρία - άκυρον. Διμοιρία - Προοοσχή. Εμπρός - μαρς" και πάνω στην ώρα χτύπησε καμπανάκι για βραδινό φαγητό και πήγε ο κάθε κατεργάρης στον πάγκο του.


(Ο τίτλος της ανάρτησης προέρχεται από το έμβλημα του ΓΕΕΘΑ. Δε βρήκα καλύτερη εικονογράφηση από το εξώφυλλο του "Ο Αστερίξ Λεγεωνάριος". Το όνομα του Χαλίλ Ιμάμογλου είναι βέβαια φανταστικό, αλλά το πρόσωπο και η σκηνή υπαρκτά. Την ορολογία Καλογιάννης-Κακογιάννης τη δανείστηκα από ένα αστυνομικό μυθιστόρημα του Πέτρου Μάρκαρη, με τον αστυνόμο Χαρίτο.)

21/3/08

Άσπρο μολύβι

Πριν από κάμποσα χρόνια, ένα μικρό κοριτσάκι (θα ΄χει μεγαλώσει αρκετά τώρα) μου ζωγράφισε τη ζωγραφιά που βλέπετε δίπλα. Η ζωγραφιά είναι αρκετά "έντεχνη" γιατί το κοριτσάκι είχε κάνει μαθήματα ιχνογραφίας στο σχολείο, κι έτσι έφτιαξε πρώτα τη (μισή) βαρκούλα δεξιά, μετά τα φυτά αριστερά, κι έπειτα την απέναντι στεριά με τα βουνά της με μια ψευδαίσθηση "προοπτικής". Άλλαζε τα χρώματα (δώδεκα χρωματιστά μολύβια ήταν) και τα δοκίμασε όλα σιγά σιγά: έτσι φτιάχτηκε η θάλασσα και ο ήλιος και το δίχτυ του ψαρά κι έπειτα ο γλάρος και τα άλλα πουλιά στο βάθος, ένας αστερίας ξεβρασμένος στην αμμουδιά και μερικά σύννεφα που δεν καλοφαίνονται στη σκαναρισμένη εικόνα, αλλά σας διαβεβαιώ πως υπάρχουν.

Προσωπικά δεν έχω την παραμικρή κλίση προς οποιαδήποτε ζωγραφική. Όταν ήμουν παιδί κάποια οικογενειακή φίλη μας είχε φέρει ένα φοβερό σετ χρώματα "κερομπογιά", 64 τον αριθμό, μαζί με ένα μπλοκ ακουαρέλας. Κάθε χρώμα έγραφε πάνω το όνομά του (στα Αγγλικά) - εμένα η όλη εμπειρία μου χρησίμευσε αποκλειστικά στο να μάθω την ύπαρξη διαφόρων άγνωστων λέξεων όπως magenta ή sepia ή turquoise, και να αναρωτηθώ γιατί στα εγγλέζικα λένε "sea green" ενώ η θάλασσα είναι μπλε φυσικά και όχι πράσινη. Το σετάκι με τα χρώματα μάλλον κάπου βρίσκεται ακόμα στο πατρικό μου, σχεδόν απείραχτο. Το μπλοκ με τις ακουαρέλες το χρησιμοποίησα για να φτιάχνω σαΐτες, μάλλον.

Όμως το κοριτσάκι χρησιμοποίησε όλα τα χρωματιστά μολύβια που είχε μπροστά του - και τα έντεκα. Ύστερα, πήρε το δωδέκατο μολύβι, που ήταν άσπρο, και βάλθηκε να ξαναπερνάει τα σύννεφα και τα απέναντι βουνά εδώ κι εκεί. Το άσπρο μολύβι ήταν ακριβώς η αιτία γι' αυτή τη ζωγραφιά - λίγες μέρες νωρίτερα μου είχε πει ότι στις πιο μικρές τάξεις, τους είχαν πει να φέρουν χρωματιστά μολύβια ιχνογραφίας για να ζωγραφίσουν στο μάθημα. Τα πιο πολλά παιδάκια φέρανε σετ με δώδεκα χρώματα, μερικά κιόλας με εικοσιτέσσερα. Όμως εκείνη (μάλλον για λόγους οικιακής οικονομίας) είχε ένα σετάκι μόνο με έξι. Και όπως μου εξήγησε, δεν την πείραζαν τα άλλα χρώματα, αλλά η άσπρη. Το δικό της σετάκι δεν είχε άσπρη...

Λίγες μέρες αργότερα μπήκα σε ένα ψιλικά-τσιγάρα-εφημερίδες στη γειτονιά. Μου άφησαν τα ρέστα πάνω στον διαφανή πάγκο - ακριβώς από κάτω ήταν τα χρωματιστά μολύβια. Ζήτησα ένα σετάκι με δώδεκα - και την άσπρη. Της το πήγα όλο χαρά. Δε μάσησε και πολύ.

- Καλέ παλιά δεν είχα άσπρη. Τώρα έχω, είπα στο μπαμπά μου και μου πήρε μετά.
- Δεν τη θέλεις δηλαδή;
- Τη θέλω, εντάξει, είπε σηκώνωντας τους ώμους σα να έλεγε "το ίδιο μου κάνει". Ύστερα όμως με ρώτησε:
- Να σου φτιάξω μια ζωγραφιά;

Έγνεψα "ναι" κι εκείνη έφτιαξε τη ζωγραφιά που βλέπετε. Την κράτησα και την έβαλα σε μίνιμαλ κορνίζα σπίτι μου. Τη βλέπουν οι φίλοι μου δίπλα σε κάτι σουβενίρ από μουσεία με Βαν Γκογκ και κάτι Cheap Art που έχω αποκομίσει κατά καιρούς και μου κάνουν πλάκα.

- Ιμπρεσσιονιστικό στυλ είναι;
- Από το δημοτικό σου έχει μείνει;

Αλλά εγώ ακάθεκτος, την κουβαλάω απο μετακόμιση σε μετακόμιση χωρίς τύψεις. Μου θυμίζει λίγο ένα παρόμοιο τοπίο που έχω δει κάποτε στον Κορινθιακό. Από την Πελοπόννησο, κοιτώντας απέναντι στη Στερεά.

Μπορεί να 'ναι το ίδιο, ποτέ δεν ξέρεις.


ΥΓ. Πριν λίγο καιρό η κόρη ενός συναδέλφου, η Άννα (θα ΄ναι πέντε-έξι χρονών), ζωγράφισε το κάτωθι εικονιζόμενο προβατάκι μια ηλιόλουστη μέρα στο βουνό.

- Γιατί χαμογελάει το αρνάκι σου;
- Γιατί είναι χαρούμενο. Έχει φρέσκο χορταράκι να βοσκήσει.

Της ζήτησα να μου χαρίσει τη ζωγραφιά αλλά δεν ήθελε - αρκέστηκα να τη φωτογραφίσω με την ψηφιακή. Με κοίταξε παραξενεμένη κι ύστερα έκανε μεταβολή κι έτρεξε στη μαμά της.

Άμα την ξαναδώ θα τη ρωτήσω αν ξέρει να ζωγραφίζει με άσπρο μολύβι. Μπορεί να της αρέσει η ιδέα και ίσως το αρνάκι της να είναι ακόμα πιο χαρούμενο τότε.

18/3/08

Περιπαθείς Άγγελοι...

Σε μια προηγούμενη ανάρτηση με τίτλο "Ο Όμηρος στο Βερολίνο" αναφέρθηκα στην ταινία "Τα Φτερά του Έρωτα" του Βιμ Βέντερς (μια από τις αγαπημένες μου ταινίες). Το ότι αγαπάμε κάτι δε σημαίνει κατ' ανάγκην ότι αυτό το κάτι είναι τέλειο ή δεν θα μπορούσε να είναι καλύτερο. Έτσι, αναφέρθηκα εν παρόδω στην πρωταγωνίστρια και ειδικότερα σε μια σκηνή της ταινίας - τη σκηνή της "αναγνώρισης" όπου βρίσκω τους διαλόγους (ή μάλλον το μονόλογο της Μάριον - του χαρακτήρα της ακροβάτισσας που παίζει η Solveig Dommartin) κάπως περιπαθείς, τουλάχιστον για τα δικά μου γούστα.

Όπως μπορείτε να δείτε διαβάζοντας τα αντίστοιχα σχόλια, δύο εκ των τακτικών σχολιαστών του ιστολογίου, ο αγαπητός Idom και ο φίλος Θανάσης ομονοούν (παραδόξως...) στο ότι η σκηνή είναι καταπληκτική, τα λόγια "προσγειωμένα" και καθόλου "αγγελικά" και εγώ υποβιβάζω μια σκηνή η οποία είναι συγκλονιστική κλπ. Επειδή ψοφάω για καλλιτεχνικούς καυγάδες που μπορεί ο καθένας να λέει το μακρύ του και το κοντό του χωρίς να υπάρχει "αντικειμενική" κρίση, είπα να το χοντρύνω λιγάκι το παιχνίδι, και για αρχή εντόπισα τη σκηνή από το YouTube, με αγγλικό υποτιτλισμό βέβαια (και ελπίζω να μη μας κυνηγήσουνε για το κλοπυράιτ).

Θυμίζω ότι πριν τη συγκεριμένη σκηνή, ο άγγελος Ντάμιελ έχει εξανθρωπιστεί, έχει ανταλλάξει τον αγγελικό του θώρακα με καινούργια ρούχα και κάτι λίγα λεφτά και περιφέρεται ενθουσιασμένος στο έγχρωμο πλέον Βερολίνο (οι άνθρωποι βλέπουν έγχρωμα στην ταινία, οι άγγελοι ασπρόμαυρα). Μπαίνει σε ένα κλαμπ - στη διπλανή αίθουσα γίνεται ένα live του Nick Cave. Φοράει ένα πολύχρωμο πανωφόρι που (ευτυχώς...) βγάζει και ακουμπάει στο διπλανό σκαμπώ του μπαρ, όπου κάθεται. Παράλληλα, η Μάριον περιφέρεται άνεργη στο Βερολίνο - το τσίρκο έχει πλέον διαλυθεί. Το συγκεκριμένο βράδι βάζει το κόκκινο φουστάνι της και πάει στη συναυλία του Nick Cave. O Nick τελειώνει τη συναυλία υπό το βλέμμα του σκεπτικού αγγέλου Κάσσιελ, ο κόσμος ζητάει encore, ο Nick σκέφτεται "δε θα σας πω για ένα κορίτσι, δε θα σας πω για ένα κορίτσι" και μετά γυρνάει στη σκηνή και λέει "θα σας πω για ένα κορίτσι" και το πλήθος παραληρεί από ενθουσιασμό ενώ το κορίτσι αισθάνεται την ανάγκη να πιει ένα ποτάκι και πάει στο μπαρ όπου διαδραματίζεται η κάτωθι σκηνή:



Σε μια συνέντευξή της στον Richard Raskin, η Solveig Dommartin αναφέρεται στον συγκεκριμένο μονόλογο, ο οποίος προέρχεται εξολοκλήρου από ένα βιβλίο του Πέτερ Χάντκε - είναι οι φράσεις που υπογράμμισε η ίδια όταν το διάβασε. Τόσο ο Idom όσο και ο Θανάσης (και άλλοι πολλοί, από όσο είδα στο διαδίκτυο) βρίσκουν τα λόγια συγκλονιστικά. Δεν αντιλέγω - αλλά τα ίδια συγκλονιστικά λόγια μπορούν να προφερθούν με διαφορετικούς τρόπους και διαφορετικά συμφραζόμενα. Στην περίπτωσή μας, νομίζω πως είναι κάπως πιο συγκλονιστικά από όσο θα χρειαζόταν, ειδικά τα εξής:

[...] Νομίζω, σήμερα είναι νέα Σελήνη. Η πιο ήσυχη νύχτα. Σταγόνα αίμα δεν θα τρέξει σε ολόκληρη την πόλη. [...] Η Νέα Σελήνη που κρίνει. Δεν ξέρω αν υπάρχει κάποιος προορισμός αλλά υπάρχει μία κρίση. Κρίνε για σένα. Εμείς είμαστε τώρα ο χρόνος. [...] Δεν υπάρχει μεγαλύτερη ιστορία από αυτή εμάς των δύο. Του Αντρα και της Γυναίκας. Θα είναι μία ιστορία γιγάντων. Αόρατη. Κληρονομική. Μία ιστορία καινούργιων προπατόρων. Δες! Τα μάτια μου. Είναι η εικόνα της Ανάγκης. Το μέλλον όλων πάνω στην πλατεία. Την τελευταία νύχτα ονειρεύτηκα έναν άγνωστο: τον άντρα μου. Μόνο με εκείνον μπορούσα να είμαι μόνη. Να γίνομαι ανοιχτή για αυτόν. Να είμαι ολόκληρη. Ολη για εκείνον. Ολη η ολότητα να είναι γι αυτόν να με περιβάλλει με το λαβύρινθο της αμοιβαίας αγιότητας. Το γνωρίζω, εσύ είσαι αυτός.

Να διευκρινίσω ότι δε με ενοχλεί καθόλου ούτε η "ιστορία γιγάντων - καινούργιων προπατόρων" ούτε "ο λαβύρινθος της αμοιβαίας αγιότητας" σε ό,τι αφορά τις σχέσεις των ανθρώπων, όμως εξακολουθώ να πιστεύω ότι μια τέτοια διατύπωση δεν είναι ό,τι πιο "προσγειωμένο" μπορεί να σου τύχει. Σκέφτομαι ότι θα είχε ενδιαφέρον κάποτε να εξομολογηθώ τον έρωτά μου σε κάποια λέγοντας "Δες! Τα μάτια μου. Είναι η εικόνα της Ανάγκης." και εκείνη να με αντιμετωπίσει περίπου ως εξανθρωπισμένο άγγελο, αλλά και πάλι δε μπορώ να ισχυριστώ ότι αυτά τα λόγια δεν είναι περιπαθή. Δεν εννοώ ότι είναι γλυκανάλατα - κάθε άλλο, όμως η μεγαλύτερη ιστορία του κόσμου, αυτή "του Άντρα και της Γυναίκας" είναι μια απλή καθημερινή ιστορία του καθενός από εμάς, και μπορεί κανείς να την εκφράσει με πιο καθημερινές κουβέντες, όπως φαντάζομαι γίνεται συνεχώς γύρω μας, χωρίς να καταφεύγει σε υπογραμμίσεις.

Στην αρχική ιδέα αυτής της ανάρτησης είχα σκεφτεί να πω και δυο κακές κουβέντες για την πρωταγωνίστρια, η ερμηνεία της οποίας μου φαινόταν κάπως επίπεδη. Στην πραγματικότητα βέβαια, ήμουν επηρεασμένος από τη μεταγενέστερη μέτρια ταινία "Μέχρι το τέλος του κόσμου" όπου συνυπογράφει και το σενάριο και την όλη σύλληψη. Στα "Φτερά του έρωτα" πρέπει να της πιστώσω κατ' αρχήν ότι έμαθε τα ακροβατικά (που τα εκτελεί μόνη της, χωρίς κασκαντέρ), καθώς και ότι είναι μια πολύ πιο "γήινη" παρουσία (όπως και θα όφειλε, ώστε να βάλει ολόκληρο άγγελο να εξανθρωπιστεί) από όσο θα ήταν, φαντάζομαι, διάφορες "αιθέριες" ηθοποιοί στο ρόλο. Επιπλέον, ψάχνοντας στο διαδίκτυο για διάφορες "πηγές" και διαβάζοντας τα σχόλια πολλών ανθρώπων για την ταινία, πρέπει να πω ότι σε πολύ κόσμο η ερμηνεία της έχει λειτουργήσει άψογα και στέκεται άνετα δίπλα σε αυτές του Γκανζ ή του Πήτερ Φολκ - άρα μάλλον δεν ήταν και τόσο "αντικειμενικά" επίπεδη τελικά, μάλλον σε εμένα ξύνισε υπερ το δέον.

Όμως, ένα άλλο πράγμα που είδα με τεράστια έκπληξη σε κάποια σχόλια και επιβεβαίωσα μετά (βλ. το σχετικό βιογραφικό λήμμα στο wikipedia), είναι ότι στην πραγματική ζωή η κοπέλα έχει πεθάνει - από καρδιακή προσβολή, στη δύσκολη ηλικία των 45, το Γενάρη του 2007. Αν και δεν ήμουν φαν - καθόλου μάλιστα - το νέο με στεναχώρησε πέραν του αναμενομένου. Ίσως γιατί είμαστε σχετικά κοντά ηλικιακά, αλλά μάλλον επειδή συνειδητοποίησα ότι παίζοντας εντέχνως ή ατέχνως την ακροβάτισσα Μάριον (ήταν μόνο 25 χρονών τότε) κατέλαβε άπαξ και διά παντός μια θέση στις προσωπικές μου μυθολογίες (όταν είδα την ταινία ήμουν 20 και υπήρχαν ακόμα κενές θέσεις στο μυθολογικό μου σύμπαν). Άρχισα λοιπόν να καταλαβαίνω λίγο καλύτερα τον Idom και το Θανάση που έβαλαν τις φωνές με τη "βεβήλωση" της συγκλονιστικής σκηνής. Βλέποντας σήμερα την ταινία μπορώ να κάνω λίγο "αφ' υψηλού" κριτική και να σχολιάζω το μπουφάν του Ντάμιελ και το φουστάνι της Μάριον. Σκέφτομαι όμως ότι το 1988 ίσως δεν υπήρχε κανένας Γκανζ και καμμία Ντομαρτέν στο πανί του σινεμά: ήταν ο Β. ή ο Idom ή ο Θανάσης που άκουγε από τα χείλη της Γυναίκας τα λόγια: "Την τελευταία νύχτα ονειρεύτηκα έναν άγνωστο: τον άντρα μου. [...] Το γνωρίζω, εσύ είσαι αυτός".

Όπως όλοι ξέρουμε, η πραγματική ζωή δεν είναι όπως στις ταινίες. Το σινεμά, έτσι κι αλλιώς, δεν είναι παρά μια ψευδαίσθηση. Όπως ο έρωτας, σχεδόν.

Όσο για τη Solveig Dommartin, δεν ξέρω τίποτα για το πώς έζησε και πώς ταξίδεψε, αλλά αν μπορούσα να της ευχηθώ κάτι αναδρομικώς, θα ήταν ίσως να συναντήσει αληθινούς αγγέλους.




17/3/08

Ο Όμηρος στο Βερολίνο

Ονόμασέ μου τούς άντρες και τις γυναίκες και τα παιδιά που με αναζητούν,
εμένα τον αφηγητή, τον αρχιτραγουδιστή και το μαέστρο τους,
επειδή με χρειάζονται όπως τίποτε άλλο στον κόσμο.

«Τα φτερά του έρωτα» του Βιμ Βέντερς είναι από τις πλέον αγαπημένες μου ταινίες. Διευκρινίζω ότι αναφέρομαι στην πρωτότυπη ταινία του 1987, όχι στο μετριότατο sequel που γύρισε ο Βέντερς στο ενωμένο Βερολίνο λίγα χρόνια αργότερα, ούτε βέβαια σε κάτι αμερικάνικα ριμεικ ή παρωδίες. Αν και η ταινία δεν είναι απαλλαγμένη απο ορισμένες ατυχείς επιλογές (π.χ. η κυρία που παίζει ατέχνως την ακροβάτισσα και λέει κάποια υπερβολικά περιπαθή λόγια στη σκηνή της αναγνώρισης, μεσούσης μιας συναυλίας του Nick Cave), η σύλληψη είναι εκπληκτική και έχει σκηνές-διαμάντια, από αυτές που μένουν στην ιστορία.

Στο σενάριο έχουν συνεργαστεί ο Βέντερς και ο συγγραφέας Πέτερ Χάντκε, που αρκετά χρόνια αργότερα βρέθηκε στο κέντρο του ενδιαφέροντος για τις πολιτικές αντιλήψεις του μάλλον παρά για την καλλιτεχνική του αξία, λόγω της υποστήριξής του στη Σερβία την εποχή των βομβαρδισμών και αργότερα. Δεν ξέρω ποια κομμάτια του σεναρίου έχει γράψει ο καθένας, νομίζω όμως ότι τα λόγια του γέρου ποιητή που στο σενάριο ονομάζεται «Όμηρος», και τον παίζει ο Curt Bois (στη φωτογραφία πάνω αριστερά με τον Otto Sander ως άγγελο Κάσσιελ) που περιπλανιέται στην πόλη «μόνος» (αγνοώντας την παρουσία του αγγέλου δίπλα του), καθώς και γενικά τα πιο «ποιητικά» τμήματα της αφήγησης πρέπει να είναι του Χάντκε.

Σ’ αυτά τα «ποιητικά» τμήματα περιλαμβάνεται και μια περίφημη σκηνή όπου ο άγγελος Ντάμιελ (ο χαρακτήρας που υποδύεται ο Bruno Ganz) συναντάει έναν τραυματισμένο μοτοσυκλετιστή που πρόκειται να πεθάνει. Ο άνθρωπος βρίσκεται μισοξαπλωμένος στο δρόμο, παραδομένος στις πιο παράταιρες σκέψεις, όταν ο άγγελος κατά κάποιο τρόπο του «υποβάλλει» τις σκέψεις που ορίζουν τα πιο σημαντικά εν τέλει πράγματα της ζωής που έζησε (ένα κομμάτι που στο σενάριο ονομάζεται "επίκληση" ή "προσευχή" του κόσμου). Οι δυο τους τα απαριθμούν για λίγο μαζί – ύστερα ο άγγελος τον αφήνει στη φροντίδα κάποιου νεαρού ανθρώπου που τον κρατάει και ο ίδιος ταξιδεύει αλλού. Εμείς ομως ακούμε τις σκέψεις του ανθρώπου που πεθαίνει για κάμποσα πλάνα ακόμα:

Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΠΟΥ ΠΕΘΑΙΝΕΙ (εσωτερική φωνή)

Μή με κοιτάτε έτσι ηλίθια! Δεν έχετε δει κανέναν να ξεψυχάει πριν; Σκατά, τόσο εύκολο είναι; Είμαι ξαπλωμένος σε μια λιμνούλα βρωμώντας σαν πετρελαιοφόρο. Δε μπορεί στ’ αλήθεια να τελειώσω εδώ σα μαραμένο λουλούδι! Τα πάντα τόσο καθαρά! Γιατί στέκονται εκεί και με χαζεύουν έτσι; Η μουτζούρα του λαδιού...

Κάριν, έπρεπε να της το είχα πει χτες... Αυτό το πράμα βγήκε εκτός ελέγχου. ...Συγγνώμη. Κάριν! Τώρα είμαι ξαπλωμένος εδώ. Δε μπορώ απλά... Πρέπει να... Κάριν, έχω ακόμα τόσα πολλά να κάνω! Κάριν, μωρό μου, μοιάζουν άσχημα τα πράγματα για μένα.


ΝΤΑΜΙΕΛ (μιλώντας για τον άνθρωπο που πεθαίνει):

Καθώς βγήκα από την κοιλάδα έξω από την ομίχλη στο φως του ήλιου...
Η φωτιά στην άκρη του λιβαδιού...
Οι πατάτες στις στάχτες...
Το σπιτάκι για τις βάρκες μακριά στη λίμνη...


ΝΤΑΜΙΕΛ και ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΠΟΥ ΠΕΘΑΙΝΕΙ:

Ο Σταυρός του Νότου,
Η Άπω Ανατολή,
Ο Μέγας Βορράς,
Η Άγρια Δύση,
Η Λίμνη της Μεγάλης Άρκτου!


ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΠΟΥ ΠΕΘΑΙΝΕΙ:

Η Νήσος Τριστάν ντα Κούνχα.
Το Δέλτα του Μισσισσιπή.
Το Στρόμπολι.
Τα παλιά σπίτια του Σαρλότενμπουργκ.
Ο Αλμπέρ Καμύ.

Το πρωινό φώς.
Τα μάτια του παιδιού.
Το κολύμπι στον καταρράκτη...


ΝΕΑΡΟΣ (δυνατά, στους αυτόπτες):

Τι στο διάολο κάνετε όλοι εδώ πέρα; Βλέπετε τι γίνεται! Τουλάχιστον τηλεφώνησε κανείς σας για γιατρό;

ΝΕΑΡΟΣ (εσωτερική φωνή):

Πολύ άσχημα! Αιμορραγεί από τα αυτιά! Το κρανίο του πρέπει να είναι κομμάτια!

ΦΩΝΗ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΠΟΥ ΠΕΘΑΙΝΕΙ (εκτός οθόνης):

Τα ίχνη από τις πρώτες σταγόνες της βροχής.
Ο ήλιος.
Ψωμί και κρασί.
Το χοροπήδημα.
Το Πάσχα.
Οι φλέβες των φύλλων.
Το γρασίδι που κυματίζει.
Τα χρώματα στις πέτρες.
Τα χαλίκια στην κοίτη του ρυακιού.
Το τραπεζομάντηλο στην εξοχή.
Το όνειρο του σπιτιού μέσα στο σπίτι.
Ο γείτονας που κοιμάται στο διπλανό δωμάτιο.
Η ηρεμία της Κυριακής.
Ο ορίζοντας.
Το φως από το δωμάτιο στον κήπο.
Η νυχτερινή πτήση.

Να κάνεις ποδήλατο χωρίς χέρια.
Η ωραία άγνωστη.
Ο πατέρας μου.
Η μητέρα μου.
Η γυναίκα μου.
Το παιδί μου.

Ο Richard Raskin αναλύει καρέ-καρέ τη σκηνή και την κίνηση της κάμερας στην ιστοσελίδα όπου βρήκα το κείμενο που μετέφρασα παραπάνω – προφανώς δεν είμαι ο πρώτος, διότι θυμάμαι καλά να έχω ακούσει τη φράση «Η Νήσος Τριστάν ντα Κούνχα» εκτός ταινίας. Η φράση μου τριβελίζει το μυαλό εδώ και καιρό (στο πρωτότυπο λέει «τα νησιά» και αν δε μου είχε σφηνωθεί «Η Νήσος» έτσι θα το μετέφραζα. Για την ιστορία, η Τριστάν ντα Κούνχα είναι ένα σύμπλεγμα νησιών στο Νότιο Ατλαντικό – νομίζω πως είναι το πιο απομακρυσμένο από στεριά κατοικημένο μέρος του πλανητη. Η "Λίμνη της Μεγάλης Άρκτου" είναι κάπως ελευθεριάζουσα απόδοση του "Great Bear Lake", μιας λίμνης στον Καναδά, στον αρκτικό κύκλο, που η ονομασία της μάλλον αναφέρεται σε αρκούδες και όχι σε αστερισμούς, αλλά μου άρεσε περισσότερο έτσι... Γενικά η απόδοση του κειμένου που έκανα διαφέρει από τους υπότιτλους, και έχει αρκετές ελευθερίες: με δεδομένο ότι γερμανικά δεν ξέρω, δεν καταλαβαίνω απευθείας παρά μόνο τις ατάκες του Πήτερ Φολκ - άντε και κάνα δυο ακόμα. Τα υπόλοιπα τα βρήκα στα αγγλικά από το διαδίκτυο...

Α, και μια και το έφερε η κουβέντα, να μνημονεύσω ότι ο Πήτερ Φολκ στην ταινία παίζει τον εαυτό του – που είναι εξανθρωπισμένος άγγελος. Οι υποτιθέμενες σκέψεις του που ακούμε είναι εκτός σεναρίου – αυτοσχεδιάζει. Σε μία από τις σκέψεις του αναφέρεται στη γιαγιά του, ωστόσο φαντάζομαι ότι ως άγγελος δεν αναμένεται να έχει γιαγιά... Ο Βέντερς υποτίθεται πως το πρόσεξε, αλλά δε θεώρησε απαραίτητο να το αλλάξει. Εγώ ομολογώ ότι μου χτύπησε ελαφρά μόνο τη δεύτερη φορά που είδα την ταινία – γνωρίζοντας πλέον ότι ο Πήτερ ήταν κάποτε άγγελος. Αλλά σε τελευταία ανάλυση, τι ξέρουμε για τους αγγέλους; Αν ήθελε ο Θεός, μέχρι και γιαγιάδες θα είχαν...

Τα λόγια του "Ομήρου" της ταινίας που έβαλα στην αρχή της ανάρτησης μου τα προμήθευσε σε ανύποπτο χρόνο ένας αγαπημένος φίλος. Αργότερα μου προμήθευσε και το DVD, άρα είναι εν μέρει συνυπεύθυνος για ό,τι διαβάζετε...


12/3/08

O Πιερ κι ο Μανταλόζης (Κενά μνήμης)

Μερικές φορές έχω κενά μνήμης. Να, πριν από λίγο την είδα
στην κρεβατοκάμαρα και παραλίγο να καλέσω το 100.


Τον πατέρα μου κατά καιρούς τον πιάνει ένα άγχος ότι μπορεί να αρχίσει να ξεχνάει. Ανησυχεί ότι κυκλοφορεί κάποιο κακό γονίδιο στην οικογένεια, γιατί κάποιες από τις θείες του έπαθαν γεροντική άνοια (πιθανώς Αλζχάιμερ) κάποια στιγμή μεταξύ ενενήντα και εκατό. Η μητέρα του δεν έφτασε τόσο πολύ και δε μάθαμε τι θα γινόταν. Ο πατέρας του πάλι πέθανε νωρίς (βλ. την ανάρτηση «Η κλάση του ‘22»), αλλά κάτι άλλες θείες από το πατρικό του σόι πήγαν και πάνω από εκατό χωρίς προβλήματα μνήμης.

Έχω γράψει νωρίτερα για τη θεία του τη Σταματούλα και τις περιπέτειές της στην Αμερική. Η θεία πέθανε πλήρης ημερών αλλά στο τέλος δε θυμόταν ούτε πώς τη λένε. Το αστείο είναι ότι τη γηροκομούσαν υποτίθεται κάτι ανήψια του άντρα της, τα οποία εν τέλει πέθαναν νωρίτερα – κάποιος κακεντρεχής σχολίασε πως αντί να την κληρονομήσουν, τους κληρονόμησε εκείνη. Εν αγνοία της, βέβαια, ούτε που το κατάλαβε.

Μία από της αδελφές της, η Ελένη, (αποκαλούμενη από το λοιπό σόι «η Εγγλέζα») ζούσε επίσης στην Αμερική. Είχε βρεθεί κι εκείνη τις πρώτες δεκαετίες του εικοστού αιώνα στην Αίγυπτο, όπου παντρεύτηκε έναν Άγγλο, αξιωματικό της αιγυπτιακής αστυνομίας επί Φαρούκ. Έτσι ο πατέρας μου είχε δυό «εγγλεζάκια» ξαδέλφια κι έχω δει κάτι προπολεμικές φωτογραφίες από μια κοινή τους επίσκεψη στην Ακρόπολη: η γιαγιά μου και η Εγγλέζα ντυμένες με τα πρότυπα του μεσοπολέμου, μακριές φούστες, καπέλα κλπ. και δίπλα τα παιδιά με κοντά παντελόνια, ούτε δέκα χρονών. Όμως, όπως είχε προβλέψει και ο ίδιος ο Φαρούκ, στον κόσμο εν τέλει θα μείνουν μόνο πέντε βασιλιάδες (τέσσερις στην τράπουλα κι ένας στην Αγγλία) κι έτσι μεταπολεμικώς πήρε πόδι και μαζί του πήραν πόδι και οι Άγγλοι αξιωματικοί της αιγυπτιακής αστυνομίας. Η οικογένεια της θείας πήγε στην Αμερική, κοντά στη μεγαλύτερη αδελφή μάλλον. Παρόμοια ήταν η μοίρα τους – και η Εγγλέζα τέλειωσε τις μέρες της σε οίκο ευγηρίας, μάλλον με Αλζχάιμερ, σε μια απροσδιόριστη ηλικία άνω των ενενήντα.

Από το εκ πατρός σόι του πατέρα μου δεν υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις άνοιας. Βέβαια αυτοί δεν πρόλαβαν να γεράσουν πολύ, τουλάχιστον οι αρσενικοί. Δυο θείες του όμως τις θυμάμαι - αυτές βαστούσαν γερά. Η θεία η Μαρία πρόλαβε αρχές του εικοστού αιώνα να πάει να δουλέψει στη Μικρά Ασία (στον Τσεσμέ, που η χερσόνησός του τις μέρες με διαύγεια φαίνεται δια γυμνού οφθαλμού από την Ικαρία ), να παντρευτεί και να κάνει παιδιά, να τα χάσει μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, να γυρίσει πρόσφυγας στην Κοκκινιά και να κάνει μια κόρη ακόμα, να πάει να δουλέψει σε εργοστάσιο όταν έμεινε χήρα στα 65 της, και να ζήσει μέχρι τα εκατόν έξι στην προσφυγική παράγκα με τα ελλενίτ χωρίς κανένα σύμπτωμα απώλειας μνήμης – τη θυμάμαι να λέει ιστορίες από τη Μικρά Ασία με εκπληκτικές λεπτομέρειες, με πατημένα τα εκατό. Μια άλλη αδελφή έμεινε στην Ικαρία και κάπου μέχρι τα ενενήντα τόσα που πέθανε τα είχε τετρακόσια. Φαίνεται ότι οι παλιοί αυτής της φύτρας ήτανε γερά σκαριά, και σκέφτομαι πως άμα δεν τους τύχαιναν κάτι πόλεμοι, κάτι προσφυγιές και κάτι πείνες ακόμα εδώ θα ζάλλανε (το ρήμα «Ζάλλω» στα καριώτικα - προφέρονται και τα δύο λ - σημαίνει περίπου «ζουζουνίζω» και μεταφορικά τριγυρίζω πέρα-δώθε).

Ωστόσο, μια ξαδέλφη του πατέρα μου από το ίδιο σόι έδειξε συμπτώματα παρακμής σχετικά νωρίτερα. Η Γεωργία είχε γεννηθεί στη Σμύρνη όπου η εξ’ Ικαρίας μητέρα της (αδελφή του παππού μου) είχε παντρευτεί κάποιον Ελλαδίτη. Προβλέποντας την καταστροφή ο άνθρωπος μάζεψε την οικογένεια και πήγε στην Ίμβρο, χωρίς όμως να προβλέψει και την ευμετάβλητη ελληνική κυριαρχία στο νησί. Η συνθήκη της Λωζάννης έστειλε την Ίμβρο στην Τουρκία και τη θεία Γεωργία στη Θεσσαλονίκη όπου και μεγάλωσε. Κάπου μέσα στην Κατοχή ή λίγο μετά η θεία μπλέχτηκε με κάτι ΕΑΜ και κάτι ΕΠΟΝ και απέκτησε φάκελο επαρκή ώστε ο διοικητής ασφαλείας να την απειλήσει ότι θα τη στείλει εξορία στην Ικαρία.
- Στην Ικαρία; Μια χαρά θα περάσω, αμέσως να με στείλεις.

Δεν την έστειλε τελικά – και δεν πέρασε και καλά, όπως μου είπε. Με είχε φιλοξενήσει μια δόση, το 1993. Την πέτυχα να κεντάει πούλιες σε ένα νυφικό – αυτή ήταν η δουλειά της. Περίτεχνη δουλειά όμως, έτσι ώστε να είναι περιζήτητη σε οίκους μόδας και νυφικών. Κάποια στιγμή είχε δουλέψει και στο Παρίσι «σ’ ένα ραφτάδικο», είπε. Έκανε και κάτι σχέδια, που το αφεντικό της, τα έστειλε σε ένα πρετ-α-πορτέ και πήραν βραβείο.
- Να κάτσεις εδώ, της είπε, να σχεδιάζεις.
- Τι λες βρε Πιερ, τι να κάνω εδώ, εργάτρια θα μείνω; Θα πάω στη Θεσσαλονίκη να παντρευτώ, να γίνω νοικοκυρά στο σπιτικό μου.

Κι άφησε τον Πιέρ και γύρισε πίσω. Δεν έκανε ποτέ οικογένεια όμως. Τη γηροκόμησαν στο τέλος κάτι ανηψιές ή βαφτιστικές που μας είπαν ότι στα τελευταία της δε θυμόταν πια καθόλου.

Όταν το άκουσε ο πατέρας μου τον ζώσανε τα φίδια:
- Λες να την πάθω σαν τη Γεωργία;

Κανονικά το άγχος τον πιάνει όταν ξεκινάει να πάει στο δίπλα δωμάτιο να φέρει κάτι και στο δρόμο ξεχνάει γιατί πήγε, αλλά εμένα αυτό δε με ανησυχεί – εγώ το παθαίνω χρόνια τώρα τρεις φορές την ημέρα και κανείς δε βρέθηκε να με κατηγορήσει ότι δεν έχω καλή μνήμη. Βέβαια δεν βρίσκομαι ακόμα σε κρίσιμη ηλικία. Είπα να τεστάρω τη μνήμη του, ξαναρωτώντας τον για παλιές ιστορίες.

- Θυμάσαι πότε είχατε πάει με την Εγγλέζα στην Ακρόπολη;
- Το ‘35, λίγες μέρες πριν το κίνημα των Βενιζελικών. Εσύ πού το ξέρεις;
- Είδα τις φωτογραφίες.
- Είδες που ο Γκόρντον κάνει μια γκριμάτσα στο φακό;
Ο Γκόρντον ήταν ο Εγγλέζος ξάδελφος. Δεν το είχα δει, αλλά μετά που τις ξαναείδα το πρόσεξα. Επανήλθα στις ερωτήσεις.
- Θυμάσαι πώς έλεγαν αυτόν που δούλευε η Γεωργία στο Παρίσι;
- Στον Πιερ Καρντέν δούλευε, γιατί ρωτάς;

Α, αυτό ήταν το «ραφτάδικο». Μάλιστα... Συνέχισα ακάθεκτος.
- Θυμάσαι ποιος ήταν τερματοφύλακας στον Εθνικό Πειραιά το ’50;
Η ερώτηση ήταν υποτίθεται δύσκολη διότι ο μπαμπάς είναι Ολυμπιακός, οπότε γιατί να θυμάται τον τερματοφύλακα του Εθνικού;
- Ο Μανταλόζης. Αγριόγατος. Αίλουρος. Μας είχε κλείσει το σπίτι σ’ έναν αγώνα, τον θυμάμαι. Αλλά από τον Εθνικό δεν έβλεπε Εθνική Ομάδα, άντε να έπαιξε δέκα φορές. Έπρεπε να είσαι του ΠΟΚ...*

Κοίταξα στο διαδίκτυο, την καταφυγή ημών των αμνημόνων: ο Μανταλόζης ήταν υπαρκτό πρόσωπο και η περιγραφή ταίριαζε (wikipedia: «Ο Στάθης Μανταλόζης γεννήθηκε στον Πειραιά το 1929. Ξεκίνησε το ποδόσφαιρο απο ανεξάρτητα σωματεία του Πειραιά για να καταλήξει το 1942 στον Ολυμπιακό και τον Εθνικό όπου και έκανε μεγάλη καριέρα. Αγωνίστηκε 10 φορές με την εθνική Ελλάδας»). Γύρισα στο μπαμπά.

- Το wikipedia το ξέρεις;
- Τι είναι αυτό;
- Καλά, άστο, πάντως από αμνησία δεν κινδυνεύεις.

Πριν λίγο καιρό έκλεισε τα ογδονταδύο. Σε καμιά δεκαετία, πρώτα ο Θεός, λέω να τον ξανατσεκάρω. Άμα το θυμηθώ, βέβαια...


(Α, ναι, στη φωτογραφία κάτω αριστερά, ο Pierre Cardin από την ιστοσελίδα της Brittanica. Πάνω δεξιά ο Μανταλόζης από μια ιστοσελίδα οπαδών του Εθνικού. Τον κ. Βαρετό από όπου αλίευσα το ευφυολόγημα στην κορυφή της ανάρτησης μου τον σύστησε η Αόρατη Μελάνη. Δεν γράφει πια, απ΄ό,τι φαίνεται.)


* ΠΟΚ: Κατ’ ευφημισμόν, «Ποδοσφαιρικός Όμιλος Κέντρου», δηλαδή οι τρεις ομάδες (Ολυμπιακός, Πανθηναϊκός, ΑΕΚ) που μονοπωλούν τους τίτλους στο ελληνικό ποδόσφαιρο.

11/3/08

Η θεία η Σταματούλα

"...Ελλάδα, σαν αγριόχορτο φύτρωσες κι εκεί..."

Στο σόι της εκ πατρός γιαγιάς μου υπήρχαν πολλά κορίτσια και ένα μόνο αγόρι. Ο πατέρας της φαίνεται πως ήταν λίγο πιο τυχοδιώκτης από το μέσο ικαριακό όρο: βρέθηκε μετανάστης στην Αμερική κάποια στιγμή την πρώτη δεκαετία του εικοστού αιώνα. Βρήκα κάποτε στα διαθέσιμα στο διαδίκτυο αρχεία του Έλλις Άιλαντ την είσοδο στις ΗΠΑ ενός ατόμου με αυτό το όνομα στις 21 Οκτωβρίου του 1910. Μπορεί να μην ήταν ο ίδιος - πάντως αυτός ο κάποιος ταξίδεψε με το πλοίο "Θεμιστοκλής" από τον Πειραιά. Το σκαναρισμένο απογραφικό δελτίο αριστερά (ο "δικός μας" είναι στη γραμμή 24) και το σκαρίφημα του πλοίου παρακάτω προέρχονται από αυτή την ιστοσελίδα.


Το να ταξιδέψει από τον Πειραιά είναι βέβαια κάπως παράξενο, εφόσον η Ικαρία τότε ήταν Οθωμανική Αυτοκρατορία και θα ήταν πιο φυσικό να είχε ξεκινήσει ίσως από τη Σμύρνη. Την εποχή εκείνη, η κοντινότερη πόλη που κάποιος Καριώτης θα μπορούσει να αναζητήσει την τύχη του ήταν η Σμύρνη. Μπορούσε να πάει και λίγο μακρύτερα, ας πούμε στην Αλεξάνδρεια, υπό προϋποθέσεις. Έτσι, μια και ο πατέρας δεν είχε στείλει κανένα έμβασμα ούτε είχε δώσει σημεία ζωής για καιρό, η γυναίκα του άφησε τα πιο μικρά παιδιά στη μεγάλη κόρη υπό την επίβλεψη της γιαγιάς τους, πήρε μαζί τη δεύτερή της κόρη – τη Σταματούλα – και πήγε παραδουλεύτρα στην Αλεξάνδρεια.

Η Σταματούλα πρέπει να είχε γεννηθεί κάπου μετά τα μέσα της δεκαετίας του 1890, και όταν πήγε στην Αίγυπτο πρέπει να ήταν περίπου δέκα-δώδεκα χρονών. Έμεινε εκεί λίγα χρόνια – η μάνα της γύρισε σύντομα στην Ικαρία – στο σπίτι μιας πλούσιας Αιγύπτιας μαζί με ένα άλλο κοριτσάκι από το χωριό. Κάποια στιγμή η Αιγύπτια πήγε στην Αμερική – και η θεία μαζί της. Άρχισε τότε να ψάχνει για καιρό τον αγνώστου διαμονής πατέρα της σε όλη την Ικαριακή παροικία της Ανατολικής ακτής. Κάποτε, κάποιος που ήξερε πρόσωπα και πράγματα τη συμβούλεψε πού ακριβώς πρέπει να ψάξει, κι έτσι ρωτώντας βρέθηκε εν τέλει σε ένα ελληνικό καφενείο στο Μπρούκλιν - στο πίσω μέρος κάποιοι άντρες χαρτόπαιζαν. Ρώτησε τον καφετζή αν ήξερε τον Τάδε – το όνομα του πατέρα της. Αυτός της έδειξε έναν από τους συμπαίχτες. Η θεία πήγε δίπλα στο τραπέζι και τον ρώτησε. Ο Τάδε κοίταξε με απορία την άγνωστή του κοπέλα (δεν θα ήταν και σύνηθες θέαμα τα κορίτσια στους καφενέδες).

- Εγώ είμαι, κόρη μου, εσύ τι θέλεις, ποια είσαι;
- Είμαι αυτή που είπες, η κόρη σου.
- Η κόρη μου; Ποια απ’ όλες;


Σε ένα τραγούδι του («Στην Αμερική»), από το οποίο προέρχεται και το στιχάκι στην κορυφή, ο Θανάσης Παπακωνσταντίνου αναφέρεται στους μετανάστες της εποχής εκείνης με το στίχο:

Άλλοι θα ‘χουν τον τρόπο τους και θα ευδοκιμήσουν
Κι άλλοι ως να πεθάνουνε τη δίψα δε θα σβήσουν

Ο προπάππους μου ανήκε αποφασιστικά στη δεύτερη ομάδα. Η Σταματούλα έκανε πακέτο τον πατέρα της και τον έστειλε συστημένο πίσω στην Ικαρία, όπου έφτασε εξίσου αδέκαρος όπως πήγε. Έζησε λίγα χρόνια ακόμα μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1920, αφού είχε προλάβει να κρατήσει διάφορα εγγόνια συμπεριλαμβανομένου και του πατέρα μου. Η ίδια έμεινε πίσω στην Αμερική - ήταν αποφασισμένη να παραμείνει στην πρώτη ομάδα ο κόσμος να χαλάσει.

Ο κόσμος χάλασε: στην Ικαρία είχε γίνει επανάσταση, απελευθέρωση, μετά Βαλκανικοί και άλλοι πόλεμοι, καταστροφές, εξορία, κατοχές, εμφύλιοι. Πέρασαν χρόνια και χρόνια, και στο μεταξύ η θεία παντρεύτηκε στην Αμερική (κάποιον από την Ικαρία, φυσικά, από τους Βρακάδες), έκανε κι ένα παιδί που αργότερα πέθανε. Στους δύσκολους χρόνους έστελνε στους συγγενείς κάμποσα εμβάσματα και νομίζω πως κι ένα μπαούλο που έχω εγώ σήμερα το είχε στείλει η Σταματούλα στη γιαγιά μου μετά την Κατοχή, γεμάτο τότε με ρούχα και διάφορα θεϊκά μπιχλιμπίδια που ήταν άγνωστα τότε στην Ελλάδα όπως νάιλον γυναικείες κάλτσες και πλαστικά παιχνίδια. Ωστόσο, ακόμα και στα εύθυμα χρόνια της ειρήνης δε θέλησε ποτέ να γυρίσει πίσω.

Ο άντρας της ερχόταν και μας έβρισκε τακτικά – τα μεγαλύτερα αδέλφια μου θυμούνται επισκέψεις του μέχρι και τη δεκαετία του 1970. Κι ο πατέρας μου, όποτε τα ταξίδια του τον έφερναν στη Νέα Υόρκη, πήγαινε και την έβρισκε. Έχω κάτι έγχρωμες φωτογραφίες ή σλάιντς από τη δεκαετία του ’60, μάλλον. Ο πατέρας μου ποζάρει κουστουμαρισμένος σε έναν κήπο γεμάτο τριαντάφυλλα ποικιλίας American Beauty δίπλα σε μια κυρία που με πολύ προσπάθεια καταλαβαίνει κανείς ότι δεν είναι η γιαγιά μου αλλά η αδελφή της. Τόσο ο άντρας της, όσο και ο πατέρας μου και όλο το υπόλοιπο σόι προσπαθούσαν να πείσουν τη θεία να ξαναταξιδέψει στην Ελλάδα – εις μάτην.

- Τι λες, παιδάκι μου, κι άμα έρθουν οι Τούρκοι;
- Ποιοι Τούρκοι, βρε θεία, πού τους θυμήθηκες αυτούς;
- Δεν ξέρετε εσείς, εγώ μεγάλωσα με τους Τούρκους και φοβούμαι.


Αραιά και που, όμως της ξέφευγε η αλήθεια.

- Δε μπορώ, παιδάκι μου, άλλη δυστυχία.

Η θεία νόμιζε ότι θα ξαναβρεθεί στις συνθήκες της απόλυτης φτώχειας που είχε αφήσει πίσω τη δεκαετία του 1900 - ενδομύχως μπορεί και να φοβόταν ότι θα την ξαναβάλουν στη δουλειά.

Το 1998 μου ήρθε να φτιάξω ένα οικογενειακό δέντρο των τριών τελευταίων γενεών – ανακάλυψα διάφορα άγνωστα ξαδέλφια σε διάφορα μέρη της Ελλάδας και του κόσμου. Το πέρασα στον υπολογιστή και έβαλα τους δικούς μου να το ελέγξουν. Ο πατέρας μου με ρώτησε γιατί μερικοί είναι με όρθια γράμματα και μερικοί με πλάγια. Του είπα ότι έβαλα με πλάγια τους πεθαμένους.

- Τότε να γυρίσεις τη θεία τη Σταματούλα όρθια μην έρθει και σε καταχερίσει.
- Ζει;
- Και βασιλεύει.


Πριν κάνα μήνα φρέσκαρα το αρχείο. Λίγες νέες αφίξεις, αρκετές αποχωρήσεις. Πλάγιασα τελικά και τη θεία τη Σταματούλα – πέθανε σε οίκο ευγηρίας, σε ηλικία περίπου εκατόν έξι ετών. Ήταν η τελευταία από όλα της τα αδέλφια.

Τα τελευταία χρόνια είχε προβλήματα μνήμης.

6/3/08

Η ανωνυμία

Τώρα που αρχίζει και καταλαγιάζει ο κουρνιαχτός από το press.gr και τους υποτιθέμενους κινδύνους που αντιπροσωπεύουν οι blogger (ή αντίστροφα, τους υποτιθέμενους κινδύνους που αντιμετωπίζουν από τον αυταρχισμό της εξουσίας και την παντοκρατορία των κατεστημένων media), για να μην επαναλαμβάνω τα ίδια και τα ίδια που κατέκλυσαν τις τηλεοράσεις και τα ιστολόγια τις προηγούμενες μέρες, να πω απλώς ότι προβληματίστηκα αρκετά γύρω από αν πρέπει (δηλ. "επιβάλλεται") το ιστολόγιο να είναι επώνυμο, με το "κανονικό" ονοματεπώνυμο του καθενός.


Η Ροβιθέ υπήρξε εξαρχής ψευδώνυμη, χωρίς όμως να οφείλεται αυτό σε κάποια διάθεση "δόλιας" απόκρυψης της πραγματικής ταυτότητας. Περισσότερο ήταν η διάθεση να γράφω στο ιστολόγιο χωρίς να κουβαλάω τους περιορισμούς που επιβάλλει η ταυτότητα σε συγκεκριμένους χώρους: άλλο να γράφεις για την Ικαρία όντας "ένας τύπος στο διαδίκτυο" και άλλο να είσαι ο Βασιλάκης της Καλίτσας, ή ακόμα άλλο να γράφεις (ημιεπικριτικά ενίοτε) για τους επιστήμονες ως "Ροβιθέ" και άλλο ως Δόκτωρ Τζέκυλ. Στην πρώτη περίπτωση μπορεί κάποιος να εκτιμήσει ή να απορρίψει αυτά που λες με βάση κυρίως το περιεχόμενό τους, στη δεύτερη η κρίση του ενδέχεται να επηρεαστεί κατά τι από το αν είναι συγγενής ή συγχωριανός της μαμάς σου, από το τι δείκτες απήχησης έχουν οι δημοσιεύσεις του Δόκτωρος Τζέκυλ ή πόσες αναφορές συγκεντρώνει στη βιβλιογραφία ο Μίστερ Χάιντ.

Ο χώρος του ιστολογίου είναι φυσικά δημόσιος, αλλά όπως δεν φοράει κανείς φυσιολογικός άνθρωπος στο δρόμο την ταυτότητά του με όλα του τα στοιχεία στο κούτελο ώστε να μπορεί να περπατήσει, έτσι και δεν είναι απαραίτητο να τη φοράει κανείς στο διαδίκτυο. Τουλάχιστον στο βαθμό που δεν γράφουμε εδώ πέρα ούτε "δημοσιογραφικά" ούτε για δημόσια πρόσωπα, δεν αισθάνομαι την ανάγκη να γράψω ούτε το δικό μου όνομα ούτε κανενός άλλου - το περιεχόμενο του ιστολογίου δεν το απαιτεί. Φυσικά, και οι τρεις αναγνώστες του ιστολογίου γνωρίζουν ποιος είμαι, όπως γνωρίζουν και ποιοι είναι αυτοί που γράφουν τα σχόλια (ενίοτε ανωνύμως ή ψευδωνύμως).

Για να είμαστε όμως δίκαιοι, και για να καλύψουμε την πιθανότητα να εμφανιστεί κάποτε και ένας τέταρτος αναγνώστης που δεν είναι μέλος του κλαμπ, πρέπει να παρέχεται επαρκής αναγνωρισιμότητα εφόσον ζητηθεί. Το πρώτο σχόλιο που έλαβα άλλωστε (από τον επώνυμο Blogger Γιάννη Καφάτο), τέτοια ερώτηση αφορούσε. Όπως αν ρωτήσεις καλοπροαιρέτως κάποιον με τον οποίον έχεις πιάσει κουβέντα στο δρόμο το όνομά του δικαιούσαι μια σοβαρή απάντηση (όπου άμα σου πει "Β." ή "Ροβιθές" ή "Καθιστός Βούβαλος" μπορείς αβίαστα να υποθέσεις ότι κάποιο λάκκο έχει η φάβα), έτσι και στο ιστολόγιο μπορεί πλέον καποιος να ρωτήσει "μα ποιος είσαι ρε φίλε" στέλνοντας ένα email στη διεύθυνση που παρέχεται στο προφίλ.

Αν τώρα κάποιος αναγνώστης επιθυμεί να εκβιαστεί μετ' ανταλλαγμάτων από των παρόν ιστολόγιο, στην ίδια διεύθυνση μπορεί να μας στείλει τα στοιχεία (φωτογραφίες και ντιβιντί εξωσυζυγικών σχέσεων, παραστατικά λαδωμάτων κλπ.) και εμείς θα αναλάβουμε την απόκρυψή τους (ή την παράδοση σε τυχόν υποδειχθέντες κυβερνητικούς αξιωματούχους) σε πολύ συμφέρουσες τιμές. Δεχόμεθα καταθέσεις μετρητών σε μαύρες πλαστικές σακκούλες ή καλύτερα σε μπλε απ΄αυτές που μοιράζουν οι δήμοι για την ανακύκλωση συσκευασιών, καθότι και περιβαλλοντικώς ευαίσθητοι είμεθα.

Για να δείξουμε ότι η δημοσιότητα δεν μας φοβίζει και δεν έχουμε τίποτα να κρύψουμε, πάνω αριστερά δημοσιεύεται φωτογραφία του blogger (με το πιάτο και επί το έργον). Το λευκοφορεμένο πόδι ανήκει στον τακτικότερο σχολιαστή του ιστολογίου.


ΥΓ . Και επειδή ορισμένοι κακόπιστοι θα ισχυριστούν ότι η ανωτέρω φωτογραφία είναι παραπειστική διότι δεν δείχνει πρόσωπα, αμέσως παρακάτω δημοσιεύω, με πλήρη συνείδηση της ιστορικότητας των στιγμών, τη φωτογραφία του blogger και του τακτικότερου σχολιαστή του παρόντος ιστολογίου όπως θα είναι σε μερικά χρόνια, αν όλα πάνε καλά.


4/3/08

Η πρόσφατη εφεύρεση του χρόνου

"Dali molecular clocks", από την ιστοσελίδα της Jessica Vamathevan

Σε μια παλιότερη ανάρτηση, είχα μεταφέρει εδώ ένα κείμενο της Άννας Δαμιανίδη με τίτλο "Σχέδια για το μέλλον". Ο αγαπητός Χριστόφορος, εκ των πυλώνων του παρόντος ιστολογίου, μας έκανε την τιμή (εμένα και της άγνωστής μου κυρίας Δαμιανίδη), να χρησιμοποιήσει την ανάρτηση ως καμβά για ένα δικό του κείμενο στο ιστολόγιό του, με τίτλο "Slowness". Η συζήτηση περί βραδύτητας, πέρα από το αναπόφευκτο "Ικαριακό" φολκλόρ (για τους γνωρίζοντες την αγαθή σχέση των συμπατριωτών μου με το χρόνο), μου έφερε στο νου ένα κείμενο που διάβαζα προ εικοσαετίας και βάλε στα πλαίσια κάποιων μαθημάτων αγγλικής γλώσσας. Πρόκειται για ένα απόσπασμα από το δοκίμιο "Time and the machine" του Aldus Huxley (1894-1963), προσαρμοσμένο μάλλον στα κάπως φτωχά αγγλικά μας, το οποίο εντόπισα στο "αναγνωστικό" της εποχής και παραθέτω μεταφρασμένο εκ του προχείρου:

Ο χρόνος, όπως τον γνωρίζουμε, είναι μια πολύ πρόσφατη εφεύρεση. Η σύγχρονη αντίληψη του χρόνου είναι μετά βίας παλαιότερη από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Eίναι ένα παραπροϊόν της εκβιομηχάνισης...

Ο χρόνος είναι ο τύραννός μας. Είμαστε χρονικά ενήμεροι για την κίνηση του λεπτοδείκτη, ακόμα και του δείκτη των δευτερολέπτων. Οφείλουμε να είμαστε. Υπάρχουν τραίνα που πρέπει να προληφθούν, ξυπνητήρια που πρέπει να χτυπηθούν, ενέργειες που πρέπει να πραγματοποιηθούν σε συγκεκριμένες περιόδους, ρεκόρ που πρέπει να σπάσουν κατά κλάσματα του δευτερολέπτου, μηχανές που ορίζουν το βηματισμό που πρέπει να τηρηθεί. Η αντίληψή μας για τις απειροελάχιστες μονάδες χρόνου είναι πλέον οξεία. Για μας, για παράδειγμα, η στιγμή 8.17 π.μ. σημαίνει κάτι - κάτι πολύ σημαντικό, αν συμβαίνει να είναι η ώρα αναχώρησης του καθημερινού μας τραίνου. Για τους προγόνους μας, μια τόσο μη ακέραια, εκκεντρική στιγμή ήταν άνευ σημασίας - δεν υπήρχε καν. Ανακαλύπτοντας την ατμομηχανή, ο Βατ και ο Στέφενσον ήταν εν μέρει εφευρέτες του χρόνου.

Μια άλλη χρονικά εμφατική οντότητα είναι το εργοστάσιο και ο ακόλουθός του, το γραφείο. Τα εργοστάσια υπάρχουν για το σκοπό της κατασκευής συγκεκριμένων ποσοτήτων αγαθών σε συγκεκριμένο χρόνο. Ο παλιός τεχνίτης δούλευε όπως τον βόλευε, με αποτέλεσμα ότι οι καταναλωτές γενικά έπρεπε να περιμένουν για τα αγαθά που είχαν παραγγείλει σε αυτόν. Το εργοστάσιο είναι μια διάταξη με σκοπό να εξαναγκάζει τους εργάτες να βιάζονται. Η μηχανή περιστρέφεται τόσο συχνά ανά λεπτό - τόσες κινήσεις πρέπει να γίνουν, τόσα τεμάχια να παραχθούν κάθε ώρα. Αποτέλεσμα: ο βιομηχανικός εργάτης (και το ίδιο ισχύει και για τον εργαζόμενο στο γραφείο) είναι εξαναγκασμένος να γνωρίζει το χρόνο στις μικρότερες υποδιαιρέσεις του. Στην εποχή της χειροτεχνίας δεν υπήρχε τέτοια υποχρέωση να είναι κανείς ενήμερος για τα λεπτά και τα δευτερόλεπτα.

Η αντίληψή μας για το χρόνο έχει φτάσει σε τέτοια κορύφωση έντασης ώστε υποφέρουμε οξύτατα όποτε τα ταξίδια μας μας οδηγούν σε κάποια γωνία του κόσμου όπου οι άνθρωποι δεν ενδιαφέρονται για λεπτά και δευτερόλεπτα. Η έλλειψη ακρίβειας της Ανατολής, για παράδειγμα, είναι απωθητική για εκείνους που έρχονται φρέσκοι από μια χώρα με καθορισμένες ώρες γευμάτων και τακτικές σιδηροδρομικές υπηρεσίες. Για έναν σύγχρονο Αμερικανό ή Άγγλο, η αναμονή είναι ψυχολογικό βασανιστήριο. Ένας Ινδός αποδέχεται τις άδειες ώρες με παραίτηση, ακόμη και με ικανοποίηση. Δεν έχει απωλέσει τη λεπτή τέχνη της αδράνειας. Η ιδέα μας για το χρόνο ως μιας συλλογής λεπτών, κάθε ένα από τα οποία πρέπει να γεμίζει με κάποια δουλειά ή διασκέδαση, είναι εντελώς ξένη στoν Ανατολίτη, ακριβώς όπως ήταν εντελώς ξένη στον Έλληνα. Για τον άνθρωπο που ζει σε έναν προβιομηχανικό κόσμο, ο χρόνος κινείται με ένα αργό και άνετο βήμα - δεν ενδιαφέρεται για το κάθε λεπτό, για τον πολύ καλό λόγο ότι δεν του έχει καταστεί συνειδητή η ύπαρξη λεπτών.

Δεν ξέρω ποια ακριβώς εποχή γράφτηκε το κείμενο αυτό. Στους παγκοσμιοποιημένους καιρούς μας, η διαδικασία που περιγράφει προφανώς θα έχει προχωρήσει και σε άλλες γωνιές του κόσμου που τείνουν να μοιάσουν στις μητροπόλεις της Δύσης. Παρατηρώ τον ενεστώτα χρόνο που χρησιμοποιεί για τους Ανατολίτες ("είναι" εντελώς ξένη), σε αντίθεση με τον αόριστο ("ήταν" εντελώς ξένη) για τους Έλληνες. Είναι προφανές ότι αν και δεν είμαστε ακριβώς βιομηχανική χώρα, δεν είμαστε - καιρό τώρα - προβιομηχανική.

Ίσως βέβαια όχι εξολοκλήρου. Το καλοκαίρι που μας πέρασε, ένας φίλος διηγήθηκε μια διδακτική ιστορία (που ελπίζω να αφορά υπαρκτά πρόσωπα και να μην είναι ένα ακόμα από τα πολλά τοπικά φολκλόρ που μας αρέσει να διηγούμαστε στην Ικαρία). Σύμφωνα με αυτήν, Ικαριακής καταγωγής μετανάστης στην Αμερική επιστρέφει κάποιο Πάσχα στο χωριό του και βρίσκει το εγκαταλελειμμένο πατρικό του σπίτι σε κακή κατάσταση, με τρύπια σκεπή, χαλασμένα παράθυρα κλπ. Έχοντας τα χρήματα, αποφασίζει να το επισκευάσει, οπότε προσφεύγει σε επαγγελματία κατασκευαστή κουφωμάτων που διαθέτει τοπικών προδιαγραφών "εργοστάσιο" και χαίρει εξαιρετικής φήμης για τον επαγγελματισμό του. Συζητάνε για τα σχέδια, παίρνουν μέτρα, συμφωνούν στην τιμή και ακολουθεί ο εξής διάλογος:



- Και πότε θα είναι έτοιμα; ρωτάει ο "Αμερικάνος".
- Ε, εσύ τώρα θα τα βιάζεσαι κιόλας..., λέει ο "επαγγελματίας".
- Μπα, όχι πολύ. Αυτό το καλοκαίρι δεν θα έρθω, ούτε του χρόνου που παντρεύω την κόρη μου. Το επόμενο Πάσχα όμως, σε δυο χρόνια από τώρα, λέω να έρθω και, όσο να 'ναι, θα ήθελα να μείνω μέσα.
- Ε, δε σου είπα... Βιάζεσαι...

Επιστροφή

Σε μια ανάρτησή του στο Barcabios με τίτλο "Plans", ο Χριστόφορος έγραψε μερικές κουβέντες για τα σχέδιά του (ή την έλλειψή τους), που ίσως αξίζει τον κόπο να διαβάσετε. Σε αυτά που γράφει δεν θα σχολιάσω ακόμα - τέλος του μήνα έχω γενέθλια και θα τα πούμε, ελπίζω, τότε. Τον θυμήθηκα όμως το πρωί του Σαββάτου που μας πέρασε.

Έλειψα για τρεις μέρες στην Αθήνα. Έφυγα την Παρασκευή το βράδι με το πλοίο - φτάσαμε στον Πειραια Σάββατο ξημερώματα. Οι λιμενεργάτες είχαν "αποχή από τις υπερωρίες" πράγμα που σήμαινε ότι το λεωφορειάκι του λιμανιού θα ερχόταν μετά τις έξι να μας πάει από την Πύλη Ε2 στην Ε5 που είναι ο σταθμός του ΗΣΑΠ. Επειδή ήταν πεντέμιση περίπου, είπα να μην περιμένω, και περπάτησα με τα πράγματα μέχρι το σταθμό. Βγήκα από την "στενή πύλη" πριν φτάσω στις κυλιόμενες σκάλες και διέσχισα την Ακτή Καλλιμασιώτη από το φανάρι απέναντι, προς το χώρο που γίνονται οι μανούβρες των συρμών.

Πριν λίγες μέρες ένας συρμός κάπως "λύθηκε" και πετάχτηκε μεχρι τη μέση της λεωφόρου, παίρνοντας μαζί και τη ζωή ενός αστέγου που κοιμόταν στο πεζοδρόμιο. Παρατήρησα ότι δεν υπήρχε πλέον πεζοδρόμιο - είχαν τοποθετηθεί κάποια αλουμινένια παραπετάσματα που απέκλειαν το χώρο. Μπροστά σε ένα από αυτά κάποιος είχε ακουμπήσει κάποια λουλούδια και ένα κερί που σιγόκαιγε - από αυτά που βάζουν στους τάφους. Μια γυναίκα έκανε περνώντας το σταυρό της.

Οι συρμοί στο σταθμό λειτουργούσαν κανονικά. Πήρα έναν και έφυγα.

Γύρισα σήμερα το πρωί, αεροπορικώς.