ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

Μια ρεβυθιά στο Ηράκλειο - Λέιντεν - Λισσαβώνα - Αθήνα - πάλι Ηράκλειο


31/1/08

Περιστέρια στο μπαλκόνι


Φαντάζομαι (δεν είμαι και ειδικός) ότι τα περιστέρια είναι από τα πιο ανθρωπόφιλα πλάσματα που κυκλοφορούν δημοσίως στον πλανήτη. Λέω δημοσίως διότι τα κατεξοχήν πιο ανθρωπόφιλα ζωάκια θα πρέπει να είναι οι κατσαρίδες ή τα ποντίκια, αλλά μάλλον οι άνθρωποι δε χαίρονται και πολύ για την αφοσίωση αυτών των τετράποδων και εξάποδων φίλων τους και κάνουν ό,τι μπορούν για να την υπονομεύσουν. Τουλάχιστον τα περιστέρια μπορούν να κυκλοφορούν χωρίς να υπόκεινται στις υστερικές αγριοφωνάρες όποιου ή όποιας περνάει από δίπλα. Σχεδόν...

Η γειτονιά που ζούσα όταν ήμουν στην Αθήνα είναι από τις πιο πυκνοκατοικημένες. Ο πολεοδομικός ιστός της περιοχής αποτελείται από τέλεια παραλληλόγραμμα (κοινώς μπακλαβάς) έτσι ώστε στη μία άκρη του δρόμου να βλέπεις την Ακρόπολη (ή περίπου) και στην άλλη τη θάλασσα (ή περίπου). Στην πραγματικότητα δεν έβλεπες τίποτα από τα δύο και ήταν μία από τις κλασικές περιπτώσεις γειτονιάς που η θέα από το μπαλκόνι σου είναι η μπουγάδα του γείτονα, ή στην περίπτωσή μου που ήταν γωνιακή και προνομιούχος, επιπλέον το σουβλατζίδικο "Ο Βασίλης" απέναντι.

Στην πολυκατοικία υπήρχαν τριανταένα (νομίζω) διαμερίσματα, διότι όπως όλοι γνωρίζουν στα τριανταδύο καίγεσαι. Από εφτά στο υπόγειο, το ισόγειο και τον πρώτο, από πέντε στους δύο πάνω ορόφους. Υπήρχε επίσης μια εμφανής κοινωνική διαστρωμάτωση καθ΄ύψος: ενοικιαστές στο υπόγειο, το ισόγειο και το μισό πρώτο, ιδιοκτήτες στον άλλο μισό πρώτο και ψηλότερα. Υπήρχε επίσης και μια εθνολογική αποκλιμάκωση εις βάθος: αμιγώς Έλληνες στους δύο πάνω ορόφους και αρκετοί στον πρώτο, αλλά εμφανώς ελάχιστοι πιο κάτω, μερικοί Ουκρανοί ή Ρώσοι στον πρώτο, περισσότεροι στο ισόγειο ανάμικτοι με Αλβανούς, κάποιοι Αιγύπτιοι ή Ιρακινοί Κούρδοι στο υπόγειο. Με βάση αυτές τις πληροφορίες μπορείτε αβίαστα να συνάγετε το συμπέρασμα ότι εγώ έμενα στον πρώτο. Κυριλέ πρώτο όμως, γωνιακός, μπαλκονάτος και με φάτσα στο δρόμο. Ενοικιαστής, βέβαια...

Όταν μετακόμισα στο σπίτι, κουβάλησα το κρεβάτι μου, το γραφείο, τα βιβλία, το PC, το στερεοφωνικό με τους δίσκους και τα ρούχα μου με τη βοήθεια των ΙΧ των φίλων μου και ενός αγροτικού που είχε ο παππούς του Άκη. Η φίλη που μου το νοίκιασε (σε εξευτελιστική τιμή, διότι αλλιώς θα κατρακυλούσα στο ισόγειο ή ακόμα παρακάτω) μου άφησε μέσα μια ηλεκτρική κουζίνα εποχής, ψυγείο, και λεπτομερείς οδηγίες χρησης για ένα σωρό πράγματα τα οποία ξέχασα φυσικά αμέσως, αλλά θυμήθηκα ότι έπρεπε να προσέξω α) την πόρτα του ψυγείου που ενίοτε αποχωρούσε από το υπόλοιπο σώμα και προσγειωνόταν απότομα πάνω σου και β) τη γλάστρα στο μπαλκόνι όπου είχαν γεννήσει τα περιστέρια.

Ως καλός φίλος που ακούει τις προτροπές των φίλων του, πρόσεχα πάντα πριν ανοίξω το ψυγείο, αλλά ένα βράδι καλοκαιριού που έκανε πολλή ζέστη πήγα να ανοίξω το ψυγείο λίγο απότομα και η πόρτα εγκατέλειψε τη φυσική της θέση και προσγειώθηκε φορτωμένη μπουκάλια παγωμένο νερό στα δάχτυλα του αριστερού μου ποδιού και ακολούθως τ΄ ανάσκελα πάνω στο υπόλοιπο σώμα μου που ήδη σφάδαζε (επίσης τ' ανάσκελα) κατάχαμα. Η εμπειρία θα ήταν πλήρως εξευτελιστική αν μπορούσε κάποιος να με δει, αλλά δεν με είδε κανείς, κι έτσι τώρα δράττομαι της ευκαιρίας να εξευτελιστώ στο διαδίκτυο που με βλέπει ο κόσμος όλος (σχεδόν). Δεν είμαι μνησίκακος άνθρωπος σαν τον Ξέρξη που έβαλε να μαστιγώσουν τη θάλασσα, αλλά το ψυγείο εξεμέτρησε το ζην με συνοπτικές διαδικασίες. Από την άλλη πλευρά και παρόλη την προσπάθεια δεν εντόπισα καθόλου περιστέρια στη γλάστρα. Δεν ήταν και πολύ δύσκολο, δεδομένου ότι η γλάστρα ήταν η μοναδική και δεν περιείχε παρά ένα αποξηραμένο κλαδάκι από γεράνι απότιστο επί μήνες. Κατά τα άλλα είχε τρία τέσσερα πούπουλα διάσπαρτα, αλλά ολόκληρο περιστέρι δεν ανευρίσκετο.

Όντας τύπος ανθρώπου που μπορεί να σπαταλήσει υπερβολικά πολλή ενέργεια σε χαμένες υποθέσεις, άρχισα να ποτίζω τακτικά το γεράνι με την κρυφή ελπίδα ότι θα βλαστήσει ωσαν το ραβδί του Αη-Βασίλη στα κάλαντα της Πρωτοχρονιάς (αυτό λένε άμα έχει κανείς την περιέργεια να τα ακούσει μέχρι τέλους). Το ραβδί γίνεται δέντρο, στο δέντρο κελαηδούνε πέρδικες μα και περιστεράκια, μαύρα μου γλυκά ματάκια, κάπως έτσι. Η γειτονιά βέβαια έβριθε περιστεριών, τα οποία οι γείτονες προσπαθούσαν να διώξουν από τα μπαλκόνια τους διότι κουτσουλούσαν ασυστόλως, και γι' αυτό επιστράτευαν καρφιά στα πεζούλια, κοτετσόσυρμα, κινέζικα κουδουνάκια για τα κακά πνεύματα και σι-ντι που κρεμόντουσαν σα χριστουγεννιάτικη διακόσμηση εκτός εποχής.

Κάποια στιγμή με έψησε η κυρία Τέφτα που καθάριζε να κρεμάσω κι εγώ τέτοια στολιδάκια για να μη σκίζεται με το γκουάνο στις βεράντες, οπότε κρέμασα μια ομιλία του Ανδρέα Παπανδρέου προσφορά από την Ελευθεροτυπία, μια άλλη προσφορά που τραγουδούσε ο Γιώργος Νταλάρας και κάτι παιδικά καρτούν Ραπουνζέλ που δεν τραγουδούσε, αλλά τα περιστέρια παρέμειναν ασυγκίνητα, υποδηλώνοντας ότι αυτό που απωθεί εμάς δεν απωθεί κατ' ανάγκην όλο τον κόσμο . Σίγουρα όχι τα περιστέρια, που τα έβλεπα γυρνώντας σπίτι τα βράδια να κοιμούνται πάνω από τις μπαλκονόπορτες με το κεφάλι χωμένο στο φτερό και άλλοτε πάλι τα άκουγα να γουργουρίζουν μέσα στον ύπνο μου, πράγμα που φυσικά με ενοχλούσε ελάχιστα σε σχέση με τα περαστικά μηχανάκια ή τα αμάξια με τα υπερβολικά ηχοσυστήματα που αφθονούσαν. Σύντομα βρήκαμε τις ισορροπίες μας: εγώ μπαινόβγαινα από την μπαλκονόπορτα πάνω από την κεντρική είσοδο, ενώ η πλαϊνή που έβλεπε στο σουβλατζίδικο παρέμενε διαρκώς κλειστή (επιλογή με σαφώς ευεργετική επίδραση στο βάρος μου) για να μην ενοχλούνται τα υπερκείμενα περιστέρια. Μια φορά το μήνα η κυρία Τέφτα ψευτοκαθάριζε, ο Ανδρέας, ο Γιώργος και η Ραπουνζέλ παρέμεναν στο μετερίζι τους, και όλοι ήμασταν πολύ ευτυχισμένοι. Μέχρι και το γεράνι πέταξε φύλλα και (με φρέσκο χώμα, αρκετό λίπασμα και μεταφυτεύσεις) έγινε περίπου γερανόδεντρο με ροζέ γερανολούλουδα. Καλού κακού όμως το κράτησα στη "δική μου" πλευρά του μπαλκονιού.

Πέρασαν τα χρόνια κι έφυγα κάποτε για να έρθω στο Ηράκλειο. Βρήκα μια μεταφορική εταιρία και πήρα μαζί μου ένα φορτηγό πράγματα, κρεβάτι, γραφείο (όχι τα ίδια που πήγα στο παλιό σπίτι, άλλα, μεγαλύτερα), τα βιβλία, laptop, μινι-στερεοφωνικό χωρίς πικάπ βέβαια, και επιπλέον καναπέ, τραπέζια, καρέκλες, παπλώματα, κουρτίνες, χαλιά, κουζινικά, βιβλιοθήκες, καδράκια, άλμπουμ με φωτογραφίες, κούπες αναμνηστικές, μπιμπελό και χριστουγεννιάτικα στολίδια (μετακόμισα αμέσως μετά την Πρωτοχρονιά). Ενοικιαστής και πάλι. Η πολυκατοικία έχει δύο διαμερίσματα ανά όροφο εκτός από το ισόγειο που έχει τέσσερα-πέντε, μάλλον δωμάτια παρά διαμερίσματα. Φυσικά υπάρχει κι εδώ διαστρωμάτωση, οι ξένοι κάτω. Αλλά με αντίστοιχα εισοδήματα στην επαρχία έχεις σαφώς ανώτερη κοινωνική θέση (μεταξύ των ελλήνων) και έτσι μένω πλέον στον τρίτο - ρετιρέ! Το μπαλκόνι μου βλέπει τη μπουγάδα του απέναντι, αλλά από μακριά. Ανάμεσά μας υπάρχουν δέντρα που βγαίνουν από τον κήπο του ισογείου. Δεν ακούγονται μηχανάκια ούτε αυτοκίνητα.

Το γεράνι δεν το πήρα μαζί, το άφησα στη μάνα μου να το επιστρέψει στην πραγματική του ιδιοκτήτρια. Φυσικά δεν το επέστρεψε, το κράτησε "προσωρινά" και θάλλει στο μπαλκόνι του πατρικού μου. Στο δικό μου μπαλκόνι δε θάλλει τίποτα (πέραν της απλώστρας ενίοτε) διότι δεν είμαι φίλος της κηπουρικής. Ο διπλανός όμως έχει δεκάδες γλάστρες που δεν του χωράνε πουθενά. Η γυναίκα του, η κυρία Γεωργία, τη μισή μέρα σκαλίζει και ποτίζει. Από το παράθυρο της κουζίνας μου βλέπω ακριβώς τα φυτά του. Μια μέρα είδα στην πιο κοντινή στο παράθυρο γλάστρα (ένα γεράνι...) να κάθεται ένα περιστέρι. Σηκώθηκα να δω καλύτερα - το περιστέρι πέταξε και πρόσεξα μέσα στη γλάστρα δυο στρογγυλά αυγά.

Τα πρόσεξε και η κυρία Γεωργία. "Σας ενοχλούν;" με ρώτησε. "Καθόλου" τη διαβεβαίωσα. "Δε σας λερώνουν;" επέμεινε. "Ούτε λόγος" της είπα, "αφήστε τα". Τα άφησε προσώρας και κάποια στιγμή (μετά από κάμποσο κλώσσημα) ξεμύτισαν δυο χνουδωτά γκριζωπά πουλάκια. Στη φωτογραφία πάνω αριστερά φαίνονται πια μεγαλούτσικα, πρέπει να ήταν δέκα-δεκαπέντε ημερών τότε. Αναρωτιώμουν αν θα τα δω να αλλάζουν πούπουλα και να πετάνε.

Ένα πρωί η γλάστρα έλειπε. Ρώτησα την κυρία Γεωργία. Μου είπε ότι την είχε πάει στην ταράτσα . Ανέβηκα - η γλάστρα ήταν εκεί με τρία τέσσερα πούπουλα διάσπαρτα, αλλά από περιστέρι τίποτα. Ξανακατέβηκα. "Για να μη σας λερώνουν τα πουλιά το μπαλκόνι", μου είπε, "ξέρετε πώς λερώνουν;". Ήξερα.

Της είπα ευχαριστώ και να ΄ναι πάντα καλά .

29/1/08

Η κλάση του '22

Ο παππούς γεννήθηκε το 1902 στην τότε Οθωμανική Αυτοκρατορία. Το 1912 έζησε για λίγους μήνες στην Ελευθέρα Πολιτεία της Ικαρίας και αργότερα στο Βασίλειο της Ελλάδας - όλα αυτά χωρίς να το κουνήσει ρούπι απο το χωριό του, φυσικά. Η φωτογραφία δίπλα είναι από τη θητεία του, έχει ημερομηνία 19/12/1923 και στάλθηκε μάλλον σε κάποια συγγενή ως ενθύμιο (συνηθιζόταν τότε). Με κάποιο τρόπο βρέθηκε ξανά στα πράγματα της οικογένειας από όπου και την ξετρύπωσα. Εδώ βέβαια έχει υποστεί αρκετό ρετούς ώστε να φαίνεται κάπως καλή - η αυθεντική είναι καφετί με μουτζούρες και η μάνα μου την έχει πλέον κορνιζάρει με άλλες φωτογραφίες άλλων παππούδων και γιαγιάδων στο πατρικό μου.

Ωστόσο, σε αντίθεση με τις φωτογραφίες των άλλων που τους δείχνουν όπως ήταν το '60 ή και πιο μετά (μ' άλλα λόγια στην ηλικία που είχαν όντως εγγόνια και έμοιαζαν ακριβώς σαν παππούδες και γιαγιάδες), ο συγκεκριμένος παππούς απεικονίζεται στα εικοσιένα του, κάποιους μήνες μετά το μακρύτερο ταξίδι που είχε κάνει ως τότε: Ικαρία-Πειραιά, κι από κει Σμύρνη-Εσκί Σεχίρ και ξανά πίσω σε μια Ελλάδα όχι πια των πέντε θαλασσών και των δύο ηπείρων, αλλά περίπου (ας με συγχωρήσουν οι Δωδεκανήσιοι) αυτήν που ξέρουμε σήμερα. Η κλάση του κλήθηκε στα όπλα λίγο καιρό πριν την Καταστροφή και στάλθηκε στη Μικρά Ασία ανέτοιμη για πόλεμο, ανεκπαίδευτη, σε ένα μέτωπο που κατέρρεε. Δεν έζησαν και πολλοί απ' αυτούς. Φαντάζομαι ότι όταν τραβήχτηκε η φωτογραφία, 13-14 μήνες αργότερα ίσως να κόντευε πια να απολυθεί, ίσως να είναι τις μέρες της πρώτης Ελληνικής Δημοκρατίας (δεν έχω ψάξει τις ημερομηνίες).

Γύρισε στην Ικαρία, παντρεύτηκε κι έζησε μετά στον Πειραιά, αρχικά φύλακας και μετά κλητήρας στη Λαϊκή τράπεζα (γεγονός που στοίχισε στη γιαγιά μου το παρατσούκλι "τραπεζίτα" αργότερα στο χωριό). Στον Πειραιά τον βρήκε ο πόλεμος του 40, κι όπως περνούσαν οι μήνες και καλούσαν όλο και παλιότερες κλάσεις στην επιστράτευση, περίμενε ότι θα ερχόταν κάποια στιγμή και η σειρά του. Όταν κλήθηκε η κλάση του 23, έκανε τα κουμάντα του, τακτοποίησε υποχρεώσεις, ετοίμασε τα πράγματά του και περίμενε. Αλλά κλήθηκε η κλάση του 21, αυτή του 22 δεν κλήθηκε ποτέ. Από ό,τι φαίνεται, πρέπει να είχαν μείνει τόσο λίγοι που δεν άξιζε πια τον κόπο να τους καλέσουν.

Στην πίσω πλευρά της φωτογραφίας διαβάζω ένα από τα ποιηματάκια του στρατού που φαίνεται πως ήταν δημοφιλή και τότε: "Δεν είναι άλλο να πονεί, άλλο να θανατώ[νει], όπως το ρούχο το χακί που το κορμί [...]λιόνει". Δεν είμαι απόλυτα σίγουρος τι γράφει στο σημείο που δεν φαίνεται, μπορεί να είναι "το λιόνει" ή "το κορμί σου λιόνει" ή ακόμα "τελιόνει". Κάτι κακό είναι πάντως, ακόμα και με όμικρον...

Ως μακρινή ανάμνηση από την παιδική μου ηλικία θυμάμαι την ανάγνωση κάποιου γράμματος που είχε στείλει σε κάποιον συγχωριανό - κάποιες παραγγελίες που ο άλλος του είχε ζητήσει να στείλει από τον Πειραιά στην Ικαρία. Έψαξα να το βρω, αλλά μάταια - φαντάζομαι κάπου θα το 'χει χώσει ο πατέρας μου ως ενθύμιο του δικού του. Ωστόσο, ψάχνοντας σε κάτι συρτάρια με παλιά χαρτιά στο πατρικό μου βρήκα μια δυό ακόμα προπολεμικές φωτογραφίες, καθώς και ένα δυσανάγνωστο πιστοποιητικό θανάτου.

Δεν ξέρω αν έφταιγαν οι συνθήκες της κατοχής - ίσως και όχι. Πάντως ο παππούς έφυγε για να συναντήσει τους άλλους της κλάσης του το 1942, σε ηλικία σαράντα ετών.

Πάνω-κάτω όσο είμαι εγώ τώρα.

28/1/08

Σχέδια για το μέλλον (Άννα Δαμιανίδη)

Πώς θα είναι άραγε η ζωή μας όταν θα σταματήσουμε να βιαζόμαστε; Όταν καταφέρουμε να ταχτοποιήσουμε όλες εκείνες τις εκκρεμότητες που μας ταλαιπωρούν τώρα και έχουμε κατακτήσει την επιθυμητή τάξη και γαλήνη; Όταν όλα τα πράγματα μπούνε στη θέση τους, όταν απαλλαγούμε από κάθε τι περιττό και μας περιτριγυρίζουν μόνο όσα επιθυμούμε. Όταν οι ώρες της μέρας γεμίσουν δημιουργία και δυνατότητες συγκίνησης;

Θα ξυπνάμε νωρίς και θα γλεντάμε τον καφέ μας, στον ήλιο από τα παράθυρα, στα σεντόνια και στον καναπέ. Θα πάρουν την αξία τους όλα, οι ήχοι από τα φλυτζάνια και τα κουταλάκια, το ρουθούνισμα της καφετιέρας, οι μυρωδιές οι πρώτες της μέρας, του καφέ και των κρουασάν από το φούρνο της γωνίας που έμαθε να τα φτιάχνει με γαλλική συνταγή. Όλη αυτή η κουλτούρα που μάταια μας καλλιέργησαν οι ταινίες και τα τραγούδια. Θα παίρνουν όλη την αξία τους τ' αχτένιστα μαλλιά, τα γυμνά μπράτσα, θα παραδίνεται το δέρμα στην αφή με πλήρη άνεση. Ναι αυτό κυρίως είναι που θα γίνεται όταν θα 'χουμε πάψει να βιαζόμαστε. Θα αφήσουμε ελεύθερη την αφή μας. Αυτή η αίσθηση θέλει χρόνο, θέλει αργούς ρυθμούς, θέλει ανεμελιά, θέλει γαλήνη. Και εμείς έχουμε γεμίσει τον τόπο κουμπιά, να πρέπει να τα πατάς και να συμβαίνουν όλα. Και μοχλούς, να τους τραβάς και να συμβαίνουν όλα. Τα δάχτυλα δουλεύουν, αλλά η αφή ξεχνιέται. Είναι μια αίσθηση πεθαμένη, χρειάζεται καλλιέργεια για να την ανακαλύψουμε ξανά.

Όταν σταματήσουμε να βιαζόμαστε, θα 'χει περάσει καιρός και βέβαια θα 'χουμε στο πρόσωπο κάμποσες ρυτίδες. Με την αφή θα βρίσκουμε το νόημα των ρυτίδων αυτών. Βλέπεις η εποχή μας έχει φυλακίσει την αίσθηση της αφής, πίσω στα βάθη του δέρματος. Γι' αυτό δεν χρειάζεται τις ρυτίδες και κάνει ό,τι μπορεί για να τις καταπολεμήσει. Εμείς όμως ξέρουμε από τώρα τι ευτυχία μας περιμένει, εμείς θα τις αφήσουμε να χαραχτούν κάτω από τα δάχτυλά μας. Θα 'χουμε φτάσει σε μια κατάσταση που δεν θα χρειάζεται πια να κρυβόμαστε, οι ρυτίδες, λοιπόν, δεν θα μας προδίδουν. Οι ρυτίδες θα μιλάνε με τρόπο απλό για ό,τι μας συμβαίνει. Και θα μάθουν τη γλώσσα τους στα δάχτυλα.

Ωραία που θα 'ναι! Με τα καινούργια μας εφόδια θα θυμηθούμε τα παλιά μας αιτήματα. Θα ζητήσουμε ξανά τα πάντα απ' τη ζωή, όπως τότε που 'μασταν φοιτητές. Η διαφορά είναι πως θα καταλαβαίνουμε, όταν η ζωή μας τα δίνει και δεν θα τ' αφήνουμε να φεύγουν χωρίς να τα παίρνουμε, όπως κάναμε πολύ συχνά όταν ήμαστε νέοι και άπειροι. Θα τα κάνουμε όλα πιο αργά, αλλά θα 'χουμε γρήγορες αντιδράσεις...

Όταν θα 'χουμε πάψει να βιαζόμαστε, μα τότε μου λες, η ζωή θα 'χει περάσει, θα 'μαστε γέροι, κουρασμένοι, με προβλήματα υγείας, αναπνευστικά από το νέφος, θα βαριόμαστε. Η ζωή είναι αυτό, αυτή η τρεχάλα από το ένα στο άλλο, αυτές οι ασταμάτητες αλλαγές, οι ακατάπαυστες διαδρομές στην Αθήνα, το ταλέντο μου να τηλεφωνώ διαβάζοντας τις εφημερίδες και να πλένω πιάτα λέγοντας παραμύθια στο γιο μου, οι συνδυασμοί για εξοικονόμηση χρόνου, τα στραβοκουμπωμένα πουκάμισα απ' τη βιασύνη, η αμέλεια κάθε σημαντικού πράγματος στη ζωή για να ανταποκρινόμαστε στα πολύπλοκα καθήκοντα και τις νέες κοινωνικές ανάγκες. Η ζωή είναι αυτή η βιασύνη, να ξεχνάς τα ραντεβού και τις υποσχέσεις που έχεις δώσει, να ξεγελάς το παιδί σου γιατί δεν προλαβαίνεις να παίξεις μαζί του όπως θέλει εκείνο, να μην αναπνέεις αλλά να ντύνεσαι μοντέρνα, να μην χαίρεσαι αλλά να φοράς γιορτινά, να μην χορταίνεις αλλά να 'χεις καλά πιάτα, να μην νιώθεις τίποτε αλλά να αλλάζεις θέση ασταμάτητα, να μην ερωτεύεσαι αλλά να συντηρείς σχέσεις που καλύπτουν την ανασφάλεια, να μην αφήνεσαι σε τίποτε, αλλά να πίνεις και να καπνίζεις σαν φουγάρο... Και πάει λέγοντας.

Εγώ όμως δεν το πιστεύω αυτό. Ίσως ποτέ να μην φθάσουμε την επιθυμητή άνεση χρόνου και την τέλεια ισορροπία δραστηριοτήτων. Ίσως να ονειρεύομαι εκείνο τον απέραντο χρόνο της παιδικής ηλικίας, ή την παράταση που μας είχε δοθεί όταν ήμαστε φοιτητές. Ίσως πρέπει να πάρουμε από τώρα με δαγκωματιές όλα τα κομμάτια και τα κομματάκια του χρόνου που περισσεύουν και να τα ενώσουμε μυστικά κάτω από την τρεχάλα που συνεχίζεται. Ίσως φοβάσαι πως όταν πάψουμε να βιαζόμαστε θα χαθεί και η νοστιμιά του πράγματος, όταν σταματήσουμε το κυνηγητό δεν θα 'χει νόημα ο θησαυρός που θα μας μείνει στα χέρια.

Ο χρόνος περνά, σ' αυτό έχεις δίκιο. Είναι γεγονός αναμφισβήτητο.

Άννα Δαμιανίδη
ΑΥΓΗ της Κυριακής, 6/11/1988

Η χώρα της Φαιδράς Πορτοκαλέας...

Καλύτερα αντί για σχόλια για την τρέχουσα επικαιρότητα, ένα επίκαιρο κείμενο που αλίευσα προ καιρού σε κάποιο ιστολόγιο (αλλά δεν θυμάμαι πλέον ποιο και ο/η συγγραφέας ας με συγχωρήσει). Το ακόλουθο:


Ο ρομαντικός ποιητής 'Αγγελος Βλάχος (1838-1920) είχε γράψει ένα ποίημα με τίτλο "Η ωραία Ελλάς".

"Η ωραία Ελλάς"

Ξεύρεις την χώραν που ανθεί
φαιδρά πορτοκαλέα
που κοκκινίζ' η σταφυλή
και θάλλει η ελαία;

Ω δεν την αγνοεί κανείς,
είναι η γη η ελληνίς

Το ποίημα διακωμωδήθηκε στο περιοδικό "Ραμπαγάς" και έκτοτε η φράση 'η χώρα της φαιδράς πορτοκαλέας' χρησιμοποιείται ως ειρωνική αναφορά σε παλαιότερη στομφώδη και εξωπραγματική ωραιοποίηση της Ελλάδας.

Φαιδρός: Αυτός που λάμπτει από χαρά. Αυτός που προκαλεί γέλιο ή ευχαρίστηση. Μεταφορικά - με κακή σημασία - αυτός τον οποίο δεν μπορεί κανείς να πάρει στα σοβαρά.

26/1/08

Γιατί να ψάχνεις τις λέξεις όταν άλλοι τα 'χουν πει καλύτερα;

Ειν’ οι γυναίκες π’ αγαπούμε σαν τα ρόδια
έρχονται και μας βρίσκουνε
τις νύχτες
όταν βρέχη
με τους μαστούς τους καταργούν τη μοναξιά μας
μεσ’ στα μαλλιά μας εισχωρούν βαθειά
και τα κοσμούνε
σα δάκρυα
σαν ακρογιάλια φωτεινά
σα ρόδια


ΝΙΚΟΣ ΕΓΓΟΝΟΠΟΥΛΟΣ
ΥΜΝΟΣ ΔΟΞΑΣΤΙΚΟΣ ΓΙΑ ΤΙΣ ΓΥΝΑΙΚΕΣ Π’ ΑΓΑΠΟΥΜΕ, ΕΛΕΥΣΙΣ

Ήρθαν οι φίλοι μου, δώρα φορτωμένοι...

Μαζεύω τα δωράκια τους και τα δείχνω σιγά σιγά...


Στην κουζίνα μου βρήκα ένα μικρό απολιθωμένο σαλιγκάρι ανάμεσα στα ξερά φύλλα @ τόσο.

Λίτσα Μ.
Σούγια, 1996