ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

Μια ρεβυθιά στο Ηράκλειο - Λέιντεν - Λισσαβώνα - Αθήνα - πάλι Ηράκλειο


31/12/08

Πλίνθοι και κέραμοι στην έξοδο του οκτώ

Αυτός δεν θα προλάβει να πάει στον ΟΑΕΔ

Όντας τυπικά άνεργος τον τελευταίο μήνα (και άγνωστο για πόσο ακόμα) βρίσκομαι σε μια κάπως ασταθή κατάσταση. Όχι άγχους, ούτε απελπισίας (προς Θεού), αλλά πάντως ασταθή. Αρκετά ώστε να μην κάνω σχέδια για το άμεσο μέλλον, και να μην έχω και τίποτα τρελά κέφια. Επιπλέον, έχει αραιώσει και το γρήγορο internet τώρα που ηρθα στην Αθήνα για τις γιορτές, με προφανείς επιπτώσεις στις επιδόσεις μου ως blogger – κυρίως ως προς τη δυνατότητά μου να διαβάζω μάλλον, παρά να γράφω.

Δεν ξέρω αν έχει τύχει να βρεθείτε ποτέ σε υποκατάστημα του ΟΑΕΔ. Εμένα είναι η δεύτερη φορά μου και είμαι λίγο πιο έμπειρος τώρα, πάντως η όλη ιστορία έχει πολλά διδακτικά στοιχεία. Όχι τόσο για το επίπεδο οργάνωσης των υπηρεσιών ή την προσήνεια και ευγένεια των υπαλλήλων (ισχύει ο ελληνικός μέσος όρος, φαντάζομαι). Περισσότερο για την ανθρωπογεωγραφία της «πελατείας». Στις ουκ ολίγες ώρες που πέρασα σε ουρές, είδα ανθρώπους που εμφανώς ντρεπόντουσαν για την ανεργία τους (γιατί άραγε;) και τη βίωναν ως φαίνεται κάπως δραματικά (χαμηλή φωνή, κόμπιασμα, αναψοκοκκίνισμα στις ερωτήσεις των υπαλλήλων). Αλλά και ανθρώπους (κυρίως γυναίκες) εξαιρετικά εξοικειωμένους με το χώρο και τη διαδικασία, που μοίραζαν καλημέρες δεξιά κι αριστερά ως παλιοί γνώριμοι, είχαν τα χαρτιά τους έτοιμα μέχρι τελευταίας σφραγίδας και ξεπέταγαν τη γραφειοκρατία τάχιστα, προλαβαίνοντας ακόμα να περάσουν από το φούρνο, να πάρουν το παιδί από το σχολείο και να βάλουν κατσαρόλα για μαγείρεμα πριν κλείσει τις πόρτες του το κτίριο στη μιάμιση. Φαίνεται πως οι γυναίκες μένουν πιο συχνά άνεργες. Αλλά και εργαζόμενες, πάντα έχουν πιο πολλά να κάνουν εκτός από τη κυρίως δουλειά τους, σε σχέση με τους πιο πολλούς άντρες.

Γενικά με εντυπωσιάζουν όσοι κάνουν πολλά πράγματα - ειδικά μάλιστα αν καταφέρουν και να τα κάνουν στην ώρα τους. Μάταιος κόπος βέβαια για έναν αμιγή Καριώτη με φυσική αποστροφή για τη γραφειοκρατία και τις σφραγίδες. Παρόλη την προγενέστερη εμπειρία επιδοτούμενης ανεργίας, χρειάστηκα μια μέρα για να πάρω κάρτα ανεργίας, μια δεύτερη να υποβάλλω δικαιολογητικά για επίδομα, και μια τρίτη να τα ξαναϋποβάλλω διότι φυσικά έλειψαν δυο σφραγίδες από ένα ανθυποέγγραφο και έπρεπε να περάσω ένα πρωινό στο ΙΚΑ για να μου τις βάλουν. Ας είναι, εν τέλει τα κατάφερα και οι επίμονες προσπάθειές μου θα ανταμοιφθούν στις 12 Ιανουαρίου με 430 ευρώ και 75 λεπτά. Θα πληρώσω το νοίκι και θα μου μείνει και μαγιά. Αν κάπνιζα θα τη μέτραγα σε τσιγάρα, αλλά πάει καιρός που τό έκοψα οπότε θα τη μετράω σε εφημερίδες: περισσεύουν 62 φύλλα περίπου (καμιά πενηνταριά αν είναι και κυριακάτικες μέσα, ακόμα λιγότερα με προσφορές DVD). Και πάλι είναι παραπάνω από όσες χρειάζομαι το μήνα, οπότε ίσως πάρω και πασατέμπο να περνάει η ώρα της σχόλης.

Πάντως όλη αυτή τη μεταφυσική πληροφορία τη μεταλαμπάδευσα στο σύντροφο μιας φίλης που είναι εξίσου άνεργος τυπικά (να διευκρινίσω ότι ουσιαστικά και οι δύο δουλεύουμε σα σκυλιά, με την ελπίδα να ξεμπερδέψουμε από τα projects μια ώρα αρχύτερα και να βρούμε μια αληθινή δουλειά χωρίς projects και άλλες μυστήριες λέξεις όπως deliverables, deadlines και άλλα ηχηρά παρόμοια). Ο άνθρωπος χτύπησε το κεφάλι του στον τοίχο διότι είχε ήδη χάσει δυο μηνών επιδόματα τζάμπα και βερεσέ, και έτρεξε και συμπλήρωσε όλη τη χαρτούρα την ίδια μέρα. Αξιοθαύμαστος – φυσικά δεν είναι Καριώτης, αλλά από τη διπλανή Σάμο, πράγμα που εξηγεί εν μέρει γιατί κατά την κοινή ικαριακή πεποίθηση όλα τα προνόμια του νομού τα χαίρονται οι αντιπαθείς διπλανοί κι όλη τη γκρίνα την έχουμε εμείς. Τοπικιστικές κακίες...

Θυμήθηκα πάντως έναν παλιό μου εργοδότη που έλεγε κοιτάζοντάς με σημασία προς το μέρος μου «το πρωινό πουλί πιάνει το σκουλήκι». Καμμία αντίρρηση, αλλά πρέπει να σου αρέσουν και τα σκουλήκια – ξέρω ένα σωρό είδη πτηνών που δεν τα γουστάρουν καθόλου, χώρια το υμενόπτερο της εικόνας. Τις προάλλες τον ξανασυνάντησα μετά από ένα αμφιλεγόμενο job interview. Αφού του εξιστόρησα τα καθέκαστα, μου είπε ότι πρώτον δεν θα με προσλάβουν και δεύτερον ότι αν με προσλάβουν καλύτερα να μην πάω. Σκέφτηκα προς στιγμήν να τον ακούσω και αντί να ψάχνω για δουλειά να επενδύσω τον πασατέμπο σε ομόλογα του ελληνικού δημοσίου τώρα που είναι πεσμένες οι μετοχές με την οικονομική κρίση, αλλά πάλι το σκέφτομαι. Ίσως πάρω στραγάλια, εναλλακτικά.

Γενικά δεν πιστεύω στην τύχη, οπότε δεν πήρα και πρωτοχρονιάτικο λαχείο. Ούτε η τύχη πιστεύει σε εμένα πάντως. Το πρωί πήρα ένα δανεικό αμάξι (είμαι Αθήνα αυτές τις μέρες και το δικό μου είναι ακόμα στην Κρήτη – ελπίζω) και στο δρόμο σκέφτηκα να πάρω μερικά δώρα για φίλους. Είπα να κατέβω στο κέντρο και για να μη μειώσω το απόθεμά μου σε στραγάλια πληρώνωντας το πάρκιγκ του Μετρό στο σταθμό Συγγρού-Φίξ, είπα να πάω στο τζάμπα στο σταθμό του ΗΣΑΠ στον Ταύρο. Την ίδια ιδέα είχαν μερικές χιλιάδες άλλοι κι ενώ περιφερόμουν σε απόγνωση ψάχνοντας θέση εμφανίστηκε απέναντι μια μπουλντόζα με φόρα κιόλας. Έστριψα ενστικτωδώς δεξιά – ατυχώς το βλαμμένο το δανεικό είναι αρκετά φαρδύτερο από το δικό μου και η πίσω δεξιά πόρτα και το φτερό χάιδεψαν τον προφυλακτήρα ενός παρκαρισμένου, πράγμα που το δικό μου αμαξάκι δεν θα έκανε ποτέ και θα περίσσευαν και είκοσι πόντοι. Το χάδι οδήγησε σε μια ανηλεή ανταλλαγή χρωμάτων – τώρα πλέον είχα μια μπλε λωρίδα στην πόρτα και ο άλλος ένα κόκκινο πουά στον προφυλακτήρα. Παρασυρμένος από μια μεγαλοπρεπή παρόρμηση, άφησα ένα σημείωμα στους υαλοκαθαριστήρες του με τηλέφωνα επικοινωνίας κλπ. Κατέβηκα στο κέντρο κοιτάζοντας κάθε τρία λεπτά το κινητό και γνωρίζοντας ότι τα στραγάλια και οι εφημερίδες (ίσως και το νοίκι) θα έπρεπε να επενδυθούν σε φαναρτζίδικα – και ούτε καν για το δικό μου σαραβαλάκι. Ήταν το αποκορύφωμα της «ασταθούς» κατάστασης που λέγαμε στην αρχή.

Κάπου στη Ακαδημίας συνάντησα έναν τύπο απροσδιορίστως γνωστό. Με χαιρέτησε εγκάρδια φωνάζοντας και το όνομά μου. Τον χαιρέτησα κι εγώ εγκάρδια, χωρίς ονόματα πάντως. Μου ευχήθηκε καλή κι ευτυχισμένη χρονιά – κι εγώ ομοίως. Ακόμα δε θυμάμαι ποιος είναι. Αλλά ήταν οι πρώτες ευχές που άκουγα.

Ξαναγύρισα μετά από τρεις-τέσσερις ώρες στο πάρκιγκ του σταθμού – το αμάξι και το χαρτάκι ήταν στη θέση τους. Πήγα σπίτι και περίμενα. Τώρα που γράφω αυτές τις γραμμές έχουν περάσει δέκα ώρες και βάλε. Περιμένω - ακόμα δεν έχει χτυπήσει το τηλέφωνο. Ο χρόνος θα αλλάξει σε μερικές ώρες.

Αντί για κάλαντα, ο χαιρετισμός μια φίλης στο Skype:

Ο νέος Χρόνος που ‘ρχεται χαρές πολλές να δώσει
κι αν ήταν λίγες του παλιού να σας τις συμπληρώσει!
Καλή χρονιά σε όλους μας, παιδιά.

18/12/08

Άνεμοι μεταβλητοί ασθενείς


Οι τελευταίες ιστιοδρομίες για το Christmas Cup, το μικρό χειμερινό πρωταθληματάκι ανοιχτής θάλασσας και κλάσης J24 που οργανώνει κάθε χρόνο ο Ιστιοπλοϊκός Όμιλος Ηρακλείου, πραγματοποιήθηκαν το διήμερο 6-7 Δεκεμβρίου. Χρονολογικά συνέπεσαν με σαφώς πιο επείγοντα και σημαντικά γεγονότα, οπότε όταν ο κόσμος καίγεται (κυριολεκτικά ενίοτε), πού καιρός και διάθεση να μιλήσεις για αγώνες και βαθμολογίες και παραλειπόμενα. Άλλωστε μικρή σημασία έχουν όλα αυτά, η καθημερινότητα του καθενός μας και οι εμπειρίες του, έξω από έναν κύκλο - συχνά πολύ μικρό - συγγενών και φίλων.

Από την άλλη, σκέφτομαι μήπως τελικά η Ιστορία (με κεφαλαίο) δεν είναι παρά μια συνισταμένη μικρών προσωπικών ιστοριών. Όχι βέβαια ένα "άθροισμα" ακατέργαστων αφηγήσεων, αλλά τα μικρά νήματα που συσχετίζουν τη ζωή του καθενός με τους γύρω του και μαζεμένα φτιάχνουν αυτά τα κάπως αφηρημένα σύνολα που ονομάζουμε π.χ. νεολαία, αστική τάξη, ελληνικό έθνος. Κάπου η "μεγάλη" ιστορία επηρεάζει και ενίοτε επικαθορίζει σε μεγάλο βαθμό τις "μικρές" - η καθημερινότητα όλων μεταβάλλεται από έναν πόλεμο, μια επανάσταση, ακόμα ακόμα κατά πως φαίνεται κι από έναν μόνο πυροβολισμό που ρίχτηκε κάπου μακριά σε ένα άγνωστο μέρος. Για να μην πάει το μυαλό σας σε κανέναν λάθος συνειρμό, θυμάμαι σε ένα βιβλίο του Βενέζη (την "Αιολική Γη" νομίζω) τον παππού του αφηγητή κάπου στη Μικρασία να αναρωτιέται πού να βρίσκεται αυτό το "Σεράγεβο", όπου η δολοφονία του διαδόχου του Αυστριακού θρόνου ήταν η αφορμή για το ξέσπασμα του πρώτου παγκοσμίου πολέμου: ο αντίλαλος αυτού του πυροβολισμού έφτασε εν τέλει πολύ μακρύτερα, μέσα στις προσωπικές ιστορίες των παππούδων και των γιαγιάδων της γενιάς μου.

Αλλά τούτο το ιστολόγιο δεν φιλοδοξεί να καταγράψει τη "μεγάλη" ιστορία. Σχεδίαζα λοιπόν να γράψω απλώς για την ομάδα "Χύμα στο κύμα" και τη συμμετοχή μας στις ιστιοδρομίες που έγιναν, και λίγο περισσότερο σε αυτές που δεν έγιναν. Τη μια φορά γιατί δε φυσούσε καθόλου και μέσα στην απόλυτη άπνοια φύγαμε με τη μηχανή για τη Δία και στο δρόμο πέσαμε σε ένα κοπάδι δελφίνια (που για λίγο μας παρακολούθησαν και έπαιξαν στην πλώρη μας όπως δείχνουν οι φωτογραφίες που τράβηξε η Μανταλένα). Την άλλη γιατί φυσούσε υπερβολικά και το κύμα ήταν τόσο που δε μπορούσες με κανέναν τρόπο να μείνεις στεγνός πάνω στο σκάφος παρά τις νιτσεράδες και τις ζώνες ασφαλείας. Την τρίτη γιατί φυσούσαν άνεμοι μεταβλητοί ασθενείς, και η επιτροπή αγώνα δε μπορούσε να στήσει σωστά το στίβο για όρτσα-πρύμα καθώς μόλις έβαζε τις σημαδούρες στις 340 μοίρες (βορειοδυτικά), ο άνεμος ξαφνικά γύριζε στις 60 (ανατολικά, σχεδόν κάθετα με πριν) και έπρεπε να τις αλλάξουν πάλι. Ακόμα κι έτσι, πρόλαβαν να γίνουν τρεις αγώνες - ήρθαμε δεύτεροι και στους τρεις, όπως και στη γενική κατάταξη. Μας έδωσαν κάτι αναμνηστικά διπλώματα κι ένα συμπαθητικό κυπελλάκι - είχε την πλάκα του, δε λέω.


Την άλλη μέρα πήγαμε για μάθημα θεωρίας και η "μεγάλη" ιστορία χτύπησε διακριτικά την πόρτα των "μικρών" ιστοριών μας, με τη μορφή μιας διάχυτης οσμής δακρυγόνου πάνω από το κέντρο της πόλης. Μιλήσαμε για τη δολοφονία και την αστυνομία, τους κουκουλουφόρους και τα σπασίματα, τις τράπεζες και την οικονομική κρίση. Δεν συμφωνήσαμε σε πολλά. Ύστερα είπαμε για αγκυροβολία σε κλειστό όρμο, ξεκόλλημα της καρίνας από αβαθή, για το Christmas Cup και τους μεταβλητούς ανέμους. Βγαίνοντας από το μάθημα είδαμε ότι έβρεχε καταρρακτωδώς και ότι οι Λιμενικοί είχαν κόψει την κυκλοφορία στην παραλιακή, καθώς στο κέντρο γίνονταν επεισόδια. Εγώ έφυγα αριστερά και ανηφόρισα έξω από τα τείχη - δε συνάντησα τίποτα ασύνήθιστο. Ο κακομοίρης ο Ίμερος (νέος, μακρυμάλλης, ποδηλάτης) συναπαντήθηκε με μια διμοιρία ΜΑΤ που τον θεώρησαν ύποπτο - ευτυχώς ακολουθούσαν με αυτοκίνητο δυο-τρεις άλλοι από την ομάδα που κατέβηκαν να εξηγήσουν στα όργανα ότι ο άνθρωπος δεν είχε σχέση. Θα ήταν μάταιος ο κόπος τους αν ο Λάζαρος δεν ξετρύπωνε τη δικηγορική του ταυτότητα που ως επιχείρημα λειτούργησε πολύ αποτελεσματικότερα από τις μαρτυρίες και τις διαβεβαιώσεις.

Η βροχή κάποια στιγμή σταμάτησε - σκέφτηκα ότι την ίδια ώρα κάπου αλλού, σε κάποιο πέλαγος, τα δελφίνια θα ταξίδευαν ακόμα.

17/12/08

Ένα κείμενο του Νίκου Δήμου

«Ολοι είχαμε ακούσει πως η βία φέρνει βία – αλλά αυτές τις μέρες το ζήσαμε. Καταλάβαμε πώς μπορεί ένας πυροβολισμός να φέρει μιαν εξέγερση. Παράξενοι οι δρόμοι της βίας. Από τους αλλοτριωμένους στους ελεύθερους. Από την εξουσία προς την αντιεξουσία. Γι' αυτό μια επανάσταση δεν είναι δράση. Είναι αντίδραση. Και οι εφημερίδες σκέτη ναυτία: "Σκότωσαν 15χρονο αναρχικό". Τι πλεονασμός! Κάθε δεκαπεντάχρονος είναι αναρχικός (αλίμονο αν δεν είναι!). Αυθόρμητη, καθαρή φύση. Αλλά και κανένας δεκαπεντάχρονος δεν είναι συνειδητός και υπεύθυνος οπαδός του Μπλανκί ή του Μπακούνιν. Ενα παιδί! Καθαρή φύση.

Ομως η βία δεν ξεχωρίζει ποιότητες. Σκοτώνει. Ερχεται από το μηδέν και θέλει να μηδενίσει. Η βία μισεί το Είναι. Ο "νόμος και η τάξη" οδηγούν τελικά στους πιο εύτακτους, ασφαλείς και ήσυχους χώρους: τα κοιμητήρια. Προσέξτε, προσέξτε καλά τους αναρχικούς. Είναι το θερμόμετρο της κοινωνίας. Οταν αγανακτούν, σημαίνει πως η "νόμιμη" βία έχει ξεπεράσει τα όρια επιφυλακής. Βέβαια οι περισσότεροι αναγνώστες μου, άνθρωποι σοβαροί και ευπρεπείς, δεν θα δέχονταν υποδείξεις από έναν αναρχικό.

Ομως, στο βάθος, ο αναρχικός έχει πιο πολλά να πει από τον μικροαστό. Οσο κι αν δεν σας είναι συμπαθής, αξίζει να τον ακούτε από καιρό σε καιρό. Γιατί δείχνει προς τη σωστή κατεύθυνση. Κάθε οργανωμένη κοινωνία προϋποθέτει –δυστυχώς– ένα ποσοστό ανελευθερίας. Οσο μικρότερο αυτό το ποσοστό τόσο υψηλότερο το επίπεδο της οργάνωσης. (έως εδώ συμφωνούμε όλοι: προτιμότερη η πιο ελεύθερη Αγγλία από την καταπιεστική π.χ. Ουγκάντα).

Ε, λοιπόν, ο αναρχικός είναι αυτός που ζητάει να ελαχιστοποιήσει το ποσοστό ανελευθερίας (Περισσότερο να το μηδενίσει –ο ουτοπικός αναρχισμός!). Στην επιδίωξή του αυτή συμπίπτει και με τα πιο σοβαρά κόμματα (Μόνο που αυτός το εννοεί). Και βλέπει την ανελευθερία, την κατάχρηση εξουσίας, εκεί που ελάχιστοι τις αντιλαμβάνονται. Οι αναρχικοί είναι τα πιο ευαίσθητα μέλη της κοινωνίας μας. Οταν αντιδρούν έχουν πάντα κάποιο δίκιο.

Οπως οι καλλιτέχνες σηματοδοτούν το αόρατο, έτσι και οι αναρχικοί διαμαρτύρονται για μορφές βίας που εμείς (στην αλλοτρίωσή μας) δεν τις βλέπουμε. Τις έχουμε συνηθίσει. Αλλά δεν παύουν να είναι αυθαίρετες και ίσως περιττές. Π.χ., σίγουρα θεωρείτε αυτονόητη την ύπαρξη της αστυνομικής ταυτότητας. Ξέρετε πως σε άλλα κράτη είναι άγνωστη; Και πως θα το θεωρούσαν προσβολή της προσωπικότητας αν έπρεπε να αποδείξουν ποιοι είναι; Και ξέρετε ακόμα πως, όταν πριν από μερικά χρόνια η κυβέρνηση της Δυτικής Γερμανίας θέλησε να εφοδιάσει όλους τους πολίτες με αριθμημένες ηλεκτρονικές ταυτότητες, ξεσηκώθηκε τέτοιος σάλος για το "φακέλωμα", που τελικά αποσύρθηκε το νομοσχέδιο; Εμείς όμως αποκαλούμε τη Δυτική Γερμανία αστυνομικό κράτος (το έχω διαβάσει συχνά!), ενώ υποδεχόμαστε με αδιαφορία ένα παρόμοιο νομοσχέδιο, το οποίο θα μας φακελώσει όλους ενάριθμα. Να σε τι χρειάζονται οι αναρχικοί. Αποτελούν τη ζωντανή συνείδηση της κοινωνίας μας. Υπενθυμίζουν συνεχώς, με την παρουσία και τη δράση τους, ότι ο δρόμος οφείλει να οδηγεί προς την περισσότερη ελευθερία!

• Μα προκαλούν! (Είναι μέσα στον ρόλο τους).

• Μα υπερβάλλουν ! (Μήπως η άλλη πλευρά;).

• Μα επιτίθενται! (Σχεδόν ποτέ. Είναι μόνιμα σε άμυνα. Αλλά δεν μαθαίνουμε τη δική τους άποψη!).

• Μα βάζουν βόμβες! Προσοχή: μίλησα για αναρχικούς –όχι για τρομοκράτες (ή προβοκάτορες!). Οποιος τους συγχέει, πάσχει από νοητική μυωπία. Διότι είναι πόλοι αντίθετοι. Αυτός που ζητάει ελευθερία, δεν μπορεί να χρησιμοποιεί βία –έστω και ως μέσο. Η βία φέρνει μόνο καταπίεση –ποτέ αυτονομία. Οι αναρχικοί βλέπουν μακριά. Το ζητούμενο είναι μια κοινωνία ελευθερίας –από την αλλοτρίωση, την ανάγκη, την καταπίεση κάθε μορφής. Η εξουσία, όποια κι αν είναι, πρέπει να συρρικνωθεί στο ελάχιστο. Γιατί από τη φύση της είναι απάνθρωπη. "Εξουσιάζω" σημαίνει "δυναστεύω". Καλή εξουσία δεν υπάρχει. Είναι ένα αναγκαίο κακό, που θα εξαφανισθεί όταν περάσουμε σε άλλες, ανώτερες μορφές οργάνωσης. (Σε χίλια χρόνια; Εστω. Αλλά αρχίζουν σήμερα!). Προσέξτε λοιπόν καλά τους αναρχικούς. Είναι οι αλαφροΐσκιωτοι, οι ποιητές της κοινωνικής δράσης. Είναι οι άνθρωποι του μέλλοντος. (Αλίμονό μας και αν δεν είναι!). Δείχνουν τον δρόμο. Ατσαλα, βάρβαρα, φανατικά. Είναι νέοι, δεν έχουν καλούς τρόπους (ευτυχώς!). Κάποια μέρα, όμως, γι' αυτούς θα μιλάνε τα βιβλία μας –κι όχι για τους διάφορους μεγαλοσχήμονες κυβερνήτες, κατακτητές, εξουσιαστές. Αν συμφωνούμε για την ελευθερία πρέπει να συμφωνήσουμε και για τους αναρχικούς. Πως είναι όχι μόνο χρήσιμοι, αλλά αναγκαίοι. Ακούστε το μήνυμά τους: έρχεται από το μέλλον. Που το θυσιάζουν καμιά φορά στα δεκαπέντε τους χρόνια...».

Νίκος Δήμου
ΤΟ ΒΗΜΑ - 24/11/1985


Σ.Σ. Ο κ. Νίκος Δήμου είναι ένας άνθρωπος με τις απόψεις του οποίου κατά κανόνα διαφωνώ - από την εποχή του "Η δυστυχία του να είσαι Έλληνας" μέχρι πολύ πρόσφατες αναρτήσεις στο ιστολόγιό του. Το παραπάνω κείμενο, γραμμένο τη μετά Καλτεζά περίοδο, είναι μια ενδιαφέρουσα εξαίρεση - την ανακάλυψή του οφείλω στο Χρίστο Χαραλαμπόπουλο από το σημερινό φύλλο της (αθλητικής...) εφημερίδας Sportday. Το αντιγράφω για τυχόν αναγνώστες που δεν διαβάζουν αθλητικές εφημερίδες.

11/12/08

Ένα κείμενο του Μάνου Χατζιδάκι

«...Μια μωβ σκιά Μαΐου ξάπλωσε στον τόπο. Όσα συνέβησαν στα Εξάρχεια και στη Νομική Σχολή. Και στην οδό Σκουφά και Σόλωνος, Μαυρομιχάλη και Ιπποκράτους, ενόχλησαν τους Έλληνες πολίτες και αγανάκτησαν τον Τύπο ολόκληρο. Γιατί δεν τους εξολοθρεύουν και δεν τους σπάνε το κεφάλι. Γιατί δεν ρίχνουν δακρυγόνα. Και η Σύγκλητος και οι φοιτητές όλων των παρατάξεων, όλοι αγανακτισμένοι με τα τριάντα - εκατό παιδιά που δεν το βάζουν κάτω, δεν εννοούνε να παραδεχτούν πως η όποια ελευθερία ανήκει μόνο στους αστυνομικούς και τους ηλικιωμένους. Που δεν μπορούν να αντιληφθούν γιατί καταδιώκονται αδιάκοπα, προπηλακίζονται ατελείωτα και συνεχώς υποχρεούνται να δέχονται εξευτελισμούς. Κι ο προπηλακισμός αρχίζει από τον δάσκαλο, τον επιστάτη του σχολείου, από τον οδηγό και τον εισπράκτορα του λεωφορείου, απ' τον καθηγητή και τον δημόσιο λειτουργό ως τον δημόσιο υπάλληλο, από τους αξιωματικούς κι εκπαιδευτές στο κέντρο κατατάξεως ως τον τυχαίο μοτοσικλετιστή της τροχαίας που θα του ζητήσει άδειες, ταυτότητες και πιστοποιητικά. Ως τον γιατρό του νοσοκομείου που θα τον πάνε σηκωτό, ύστερα από τη γροθιά του οργάνου της τάξεως. Και το γνωρίζουμε πολύ καλά.

Εξύβριση αρχής - έτσι ονομάζεται η απαίτηση εξηγήσεων. Χειροδικία κατά της αρχής - έτσι είθισται ν' αποκαλείται η ενστικτώδης κίνηση του αμυνόμενου νέου. Και η ιστορία δεν έχει τέλος. Η ανωνυμία και η εισαγγελική αρχή θα του προσφέρει ή μια τραυματική αγανάκτηση ισόβια ή τον επιζητούμενο από την πολιτεία ευνουχισμό του. Αυτή είναι μια καθημερινή πραγματικότητα και δυστυχώς γνησίως ελληνική τα πρόσφατα και τελευταία σαράντα χρόνια - όσα είχα δηλαδή την ευτυχία να ζήσω σαν επώνυμος πολίτης εις τούτον τον ένδοξον κατά τα άλλα τόπον μας.

Μια μωβ σκιά Μαΐου σκέπασε την Αθήνα. Κι όμως δεν βρέθηκε ένας δημοσιογράφος, μια εφημερίδα ν' αγανακτήσει και να διαμαρτυρηθεί, να καταγγείλει την αλήθεια για αυτό το τρίγωνο του αίσχους. Σκουφά, Μαυρομιχάλη και Ιπποκράτους. Κι άρχισε μια σκόπιμη, ύποπτη κι έντεχνη σύγχυση τριών ασχέτων μεταξύ των περιπτώσεων. Οι νεαροί των Εξαρχείων να παρουσιάζονται ίδιοι με τους αλήτες των γηπέδων, τους επονομαζόμενους χούλιγκανς, και επιπλέον να καλλιεργείται η εντύπωση στην κοινή γνώμη, με στήλες ολόκληρες των θλιβερών εφημερίδων μας, ότι οι νέοι αυτοί, οι αναρχικοί, είναι οι βομβιστές και ίσως οι πιθανοί δράστες των δολοφονιών ή εμπρησμών. Και φυσικά, όταν με το καλό τελειώσει η δίωξη των εκατό, σαράντα ή είκοσι παιδιών και η όλη επιχείρηση στεφθεί μ' «επιτυχία», να πάρει τις διαστάσεις ενός πραγματικού θριάμβου... κατά του εγκλήματος. Την ίδια ώρα που δολοφονούνται εκδότες και οι δολοφόνοι δεν ανευρίσκονται. Δολοφονούνται πολίτες και οι δολοφόνοι δεν αποκαλύπτονται. Πεθαίνουν νέοι από ξυλοδαρμούς και οι δράστες κυκλοφορούν ανενόχλητοι και, τέλος, δεν ...ανακαλύπτονται.

Την ίδια ώρα η πολιτεία αγανακτεί διότι υπάρχουν μερικά ζωντανά της κύτταρα που αντιδρούν άτεχνα, ανοργάνωτα, ίσως μ' αφέλεια, σ' όλην αυτή την οργανωμένη κρατική ασχήμια, αντί να βλογάμε τον Θεό που βρίσκονται ακόμη μερικοί που δεν συνήθισαν στην «παρουσία του τέρατος». (...) Κορίτσια κι αγόρια με γυαλιά, έτσι καθώς κοιτάτε με απορία κι αγανάκτηση για ό,τι συμβαίνει γύρω σας, είμαι μαζί σας. Και σας αγαπώ.»


Άρθρο του Μάνου Χατζιδάκι για τα επεισόδια που έγιναν τον Μάιο του 1986….
Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό "Το Τέταρτο".



Σ.Σ. Ευχαριστώ τον Κώστα Σ. που μου το έστειλε.

9/12/08

Οι παλιοί μας φίλοι

Μη μου το πεις
οι παλιοί μας φίλοι, μην το πεις
για πάντα φύγαν

Μη, το 'μαθα πια
τα παλιά βιβλία, τα παλιά τραγούδια
για πάντα φύγαν

Πέρασαν οι μέρες που μας πλήγωσαν
οι μέρες που μας πλήγωσαν γίνανε
παιχνίδι, στα χέρια των παιδιών

Η ζωή αλλάζει
δίχως να κοιτάζει τη δικιά σου
μελαγχολία

Κι έρχεται η στιγμή
για ν' αποφασίσεις με ποιους θα πας
και ποιους θ' αφήσεις

Πέρασαν για πάντα οι παλιές ιδέες,
οι παλιές αγάπες, οι κραυγές γίνανε
παιχνίδι, στα χέρια των παιδιών

Όμορφη είν' αυτή η στιγμή
να το ξαναπώ, όμορφη,
να σας μιλήσω

Βλέπω πυρκαγιές,
πάνω από λιμάνια, πάνω από σταθμούς
κι είμαι μαζί σας

Όταν ο κόσμος μας θα καίγεται
όταν τα γιοφύρια πίσω μας θα κόβονται, εγώ
θα είμαι εκεί να σας θυμίζω
τις μέρες τις παλιές


Διονύσης Σαββόπουλος
Φορτηγό (1966)

7/12/08

Ανάθεμα τη Γένοβα

Η είσοδος του μεσαιωνικού κάστρου του Κοσκινά

Το καλοκαίρι του 1991, ένας φίλος "ξένος" (η λέξη με την τοπική νοηματοδότηση δηλώνει οποιονδήποτε δεν είναι Καριώτης), είχε έρθει στην Ικαρία φιλοξενούμενός μου. Το πρόγραμμα περιελάμβανε και κάποιες εκπαιδευτικού χαρακτήρα εκδρομές με νοικιασμένο αυτοκίνητο. Εγώ δεν ήξερα οδήγηση και ο φίλος που υποτίθεται πως ήξερε, επέμενε να νοικιάσουμε τζιπάκι, ιδέα που βρήκα λίαν δελεαστική. Κατά τη διάρκεια μιας περιπετειώδους ανάβασης στα ορεινά αποκαλύφθηκε ότι είχε πάρει δίπλωμα στο στρατό και μάλιστα είχε εκπαιδευθεί ακριβώς σε τζιπάκι (πολύ ωραία μέχρι εδώ) αλλά πριν και μετά τη θητεία του (λήξασα από τριετίας) δεν είχε πιάσει τιμόνι. Η εκ των υστέρων γνώση των συγκεκριμένων λεπτομερειών δε με είχε προβληματίσει και τόσο, μέχρι που αναζητώντας το δρόμο για το κάστρο του Κοσκινά προσγειωθήκαμε μέσα σε ένα αμπέλι (ατυχώς με τον αμπελουργό παρόντα). Οφείλω να παραδεχθώ ότι έφταιγα κι εγώ που επέμενα ότι από δω είναι ο δρόμος, όπως με είχαν διαβεβαιώσει στην Ακαμάτρα οι σοφοί γέροντες που λιάζονταν στο καφενείο του Παμεινώντα. Πάντως, μετά από μισή ώρα διαρκούς μανούβρας υπό αυστηρή επιτήρηση για να μην πατήσουμε κανένα κλήμα, το τζιπ έστριψε 180 μοίρες και ο φίλος απεφάνθη ότι δεν υπάρχει λόγος να δούμε το κάστρο και καλύτερα να κατηφορίσουμε κατά τις παραλίες με τις γκόμενες και τις ντισκοτέκ. Σοφή απόφαση - ειδικά αν ληφθεί υπόψιν ότι, όπως έμαθα αργότερα, ο δρόμος που αναζητούσαμε δεν είχε κατασκευαστεί ακόμα. Ωστόσο η επίσκεψη στη συγκεκριμένη τοποθεσία μου είχε στοιχειώσει τη φαντασία για χρόνια.

Κάποτε φτάνει το πλήρωμα του χρόνου, και μετά παρέλευση δεκαετίας (αφού είχε πλέον ανοιχτεί ο δρόμος και εγώ είχα μάθει οδήγηση) βρέθηκα μια μέρα στους πρόποδες του κάστρου. Κουτσοκατάφερα να περπατήσω τα τελευταία διακόσια μέτρα, από ένα σημαδεμένο ανηφορικό μονοπάτι ανάμεσα στις πέτρες. Το κάστρο ήταν σαν την Ιθάκη του Καβάφη - κι αν φτωχική τη βρεις, σου έδωσε το ωραίο ταξίδι και λοιπά. Αν κάποιος έχει στο μυαλό του τα Σατώ της κοιλάδας του Λίγηρα ή το Λαλούδι της Μονεμβασιάς και Κάστρο της Λαμίας και Παλαμήδι τ' Αναπλιού, θα απογητευτεί σφόδρα, καθώς θα βρεί απλώς μια υποτυπώδη οχύρωση με κάτι καχεκτικές πολεμίστρες γύρω από το άρτι ανακαινισθέν (κάπως τσαπατσούλικα, φοβάμαι) εκκλησάκι του Αη-Γιώργη του Δοργανά. Θα βρει επίσης ενδεχομένως και μερικούς new age γκρούβαλους που ισχυρίζονται ότι κάπου εκεί γύρω υπάρχουν συσσωρεύσεις ενεργειακών πεδίων και ψάχνουνε να τις βρούνε, αλλά η συγκεκριμένη κατηγορία γκρούβαλων είναι γενικώς άκακη και δεν ενοχλεί (εξαιρουμένης της πιθανότητας να βρουν όντως ενεργειακά πεδία, οπότε δεν ξέρεις τι μπορεί να γίνει).

Αντιγράφω (copy/paste) μερικές τουριστικές πληροφορίες από το http://www.nikaria.gr/:

"Φρούριο Βυζαντινής εποχής που σώζεται σήμερα σε καλή κατάσταση. Βρίσκεται στο βόρειο τμήμα του νησιού, στην περιοχή της Μεσαριάς πάνω στο όρος Κοσκινάς. Το κάστρο του Κοσκινά, όπως φαίνεται, έπαιξε σημαντικό αμυντικό ρόλο στο νησί. Ήταν το επικρατέστερο και σημαντικότερο από τα υπόλοιπα φρούρια της Ικαρίας και για αυτό πήρε και το όνομα Κάστρο της Νικαριάς. Κατά την παράδοση, το κάστρο αυτό υπήρξε ένα από τα βασικά αμυντήρια τον καιρό του Βυζαντίου, κάτι που συνεχίστηκε και επί Φραγκοκρατίας. Όπως λέει η παράδοση, μάλιστα, το φρούριο ήταν απάτητα και κατακτήθηκε μονάχα μια φορά, από προδοσία. Για το περιστατικό αυτό υπάρχει σχετικό κείμενο δημοτικής ποίησης, η "Ρήμα της αλώσεως". Μάλλον συνέβηκε τον καιρό της πολιορκίας του από Γενουήνσιους πειρατές, και μάλλον από τον Βιγνιόζη. Υπολογίζεται πως έγινε μεταξύ των ετών 1346 και 1566. Και πράγματι, η φυσική του θέση, που επιβλέπει όλη τη γύρω περιοχή μέχρι τη θάλασσα, και η κατασκευή του, μαζί με τον απαράμμιλο ηρωισμό των μαχητών του, το κράτησε, όπως φαίνεται, απόρθητο για αιώνες. Στο πλευρό των αντρών, για να υπερασπιστούν τον τόπο τους, πολεμούσαν με το ίδιο θάρρος και ηρωισμό και οι γυναίκες. Μέσα στα τείχη του κάστρου υπάρχει από τον καιρό εκείνο εκκλησάκι αφιερωμένο στον Άγιο Γεώργιο."

Το εκκλησάκι του Αη-Γιώργη στο Κάστρο

Αν εξαιρέσουμε ότι είναι ρίμα (ρίβα στα καριώτικα) και όχι ρήμα, και επισημάνουμε πέραν της ορθογραφίας και κάποιον υπερτονισμό της γενναιότητας των υπερασπιστών (απαράμιλλος ηρωισμός κλπ.), ο οποίος δεν προκύπτει από ανεξάρτητες πηγές, οι πληροφορίες είναι σχετικά ακριβείς. Υπάρχει μια αβεβαιότητα ως προς τη χρονολογία - μία από τις παραλλαγές της ρίβας που διασώζωνται αναφέρει το 1283, ενώ οι πληροφορίες της ιστοσελίδας αναπαράγουν μια εκτίμηση που έκανε μάλλον ο Ε. Σταματιάδης στα "Ικαριακά", στις αρχές του 20ου αιώνα. Παραθέτω εδώ τους στίχους περίπου όπως τους μεταφέρει ο Αλέξης Πουλιανός στο βιβλίο του "Λαϊκά τραγούδια της Ικαρίας" (Αθήνα, 1964), καταγράφοντας την προφορική αφήγηση της κ. Μαριγώς Γλαρού, ετών 90 (Εύδηλος, 1947). Έχω πειράξει λίγο την κάπως "φωνητική" ορθογραφία του κειμένου και έχω "επιδιορθώσει" κάποιες λέξεις ώστε να βγαίνει νόημα (ελπίζω να μην έχω κάνει σοβαρά λάθη):
Ανάθεμα τη Γένοβα με τονε Κρυφοράφτη
που ήρταν να πατήσωσι της Νικαριάς το κάστρι
οπου 'ταν κάστρο ξακουστό, παντού εξακουσμένο,
στην Πόλη και στη Βενετιά ήτο ζωγραφισμένο.
Σαν ήρτασιν ηράξασι μπροστά εις το Φανάρι
ζερβά ρίχνουν τις άγκουρες, πίσω τα παλαμάρια
και πάνω εις την όστρια ρίχνουν τις σιγουράντζες,
εκεί ήβρασιν τον 'πο δα να όπου καλά γνωρίζει
Τη νύχτα το σκοπεύγανε κι ολονυχτίς ηζάλλαν
και σαν ηγλυκοχάρασσεν ηπήξαν οι Ατσίδες
και όταν ηνεφάνασι στον κάμπον του Φιλίππου
εκεί φωνήν ηβγάλασιν ν' ακούσουν αφ' το Κάστρο.
Κανένας εν ηυρέθηκεν απόκριση να πέψει,
μονάχα ο κακόβουλος ο γέρων ο Ατζίδης:
-Μπας και θαρρείς, ω Γένοβα, και συ, ω Κρυφοράφτη,
πως ειν' τα Δώδεκα Νησιά όπου τα 'χμαλωτίζεις;
Κι ούλλα τα κάστρα πολεμάς, κι ούλλες τις χώρες παίρνεις;
Εδώ ‘ναι κάστρο φοβερό, παντού εξακουσμένο,
στου βασιγιά τες κάμαρες τό 'χουν σταμπαρισμένο.
Για να 'ρτουν οι εννιά αερφοί οι καστροπολεμίτες,
τότες να πολεμήσετε, ν’ αντιπαραταχτήτε.
-Και πού 'ν' τους οι εννιά αερφοί ν’ αντιπαραταχτούμε;
-Μιαν αδερφήν παντρεύγουσιν επάνω στη Λαγκάδα.
Τότες αυτοί σιμώσασι με τόση γληγοράδα,
γυρίζουν, τριγυρίζουν το, παραδομόν δεν έχει
κι ένας μικρός απ' όλους των π’ αναθεματισμένος
ήτον περίσσα απ΄ αυτούς πολλά δασκαλεμένος
και βγάλλει τα μαχαίριαν του και κάμει τα σκαλάκια
κι όλοι του κουλουθήσασι να κάμουσι ρισάλτα
Ένα κορίτσιν κάθεται απανωδιό του κάστρου
και στέκει και παρακαλεί εξ’ όλης της καρδιάς του:
-Άγιε μου Γιώργη Δοργανά, μεγάλο τ' όνομά σου,
μεγάλη που 'ν' η χάρη σου και το προσκύνημά σου.
Να σύρω την πλακίτσαν μου, να πάρω δέκα κάτω.
Και ξαναδευτερώνει την κι ησκότωσεν πενήντα
και πάλι ξανατρίτωσεν και πάσιν ενενήντα.
Ένας από τ' ανάθεμαν από τους Χαλικάδες
αυτήν την κόρην αγαπά μα εκείνη δεν τον δέχει.
-Ένα κορίτσιν κάθεται απανωδιό του κάστρου
αυτό να μου χαρίσετε κι εγώ να σας διδάξω.
Κι αυτοί του υπεσχέθηκαν πως θα του το χαρίσουν
κι άλλα πολλά δωρήματα, ώστε να των ανοίξει.
Και τα κλειδιά των ήριξε όξω αφ’ το μπεντένι,
τότες αυτοί εμπήκασιν ούλλοι αρματωμένοι.
Οι πέντε γιοι της Κώσταινας, οι καστροπολεμίτες
Αρπάξαν τη μαννούλαν τους, μεσ’ στο πριόνιν πάσιν.

Το "πριόνι" στο Κάστρο, στενή κορυφογραμμή με βάραθρο και από τις δύο πλευρές

Από τότε που κατάφερα πρώτη φορά να ανέβω στο κάστρο, συνηθίζω να κάνω την ίδια βόλτα κάθε χρόνο, συνήθως παρέα με διάφορους φίλους επισκέπτες. Δεν διασκεδάζουν όλοι με την εμπειρία (άλλος έχει υψοφοβία, άλλη φοράει ξώφτερνο, άλλος έχει άσθμα), αλλά κουτσά-στραβά σχεδόν όλοι φτάνουν απάνω και τότε συνήθως τους διηγούμαι την ιστορία, περιλαμβάνοντας απαραιτήτως έναν αναθεματισμό της Γένοβας. Συνήθως οι επισκέπτες κουνάνε το κεφάλι όλο ευγένεια και λένε κάτι σαν "αχά" ή "χμ" ή "μάλιστα", όμως η φετινή μου παρέα για πρώτη φορά εξέφρασε λογικές αντιρρήσεις:

- Δηλαδή σαν πόσοι χώραγαν εδώ πάνω;
- Ορίστε;
- Οι υπερασπιστές. Πόσοι ήτανε; Εδώ είναι μια σταλιά τόπος και ξεραΐλα. Σιγά μη χώραγαν εκατοντάδες - χώρια τα γυναικόπαιδα. Πώς θα ζούσαν όλοι αυτοί; Σε τρεις μέρες θα παραδίνονταν από την πείνα και τη δίψα.
- Ε, αν ήταν λίγοι μπορεί να άντεχαν παραπάνω.
- Πόσοι λίγοι, δηλαδή;


Έκατσα και τους μέτρησα.

- Είκοσι, ανακοίνωσα στην ομήγυρη.
- Πώς είκοσι; με ρώτησαν.

Κατά σειρά εμφανίσεως: ένας ο κακόβουλος ο γέρων ο Ατζίδης και εννιά οι αδελφοί οι καστροπολεμίτες - αν αναφέρεται σε αυτούς το "σιμώσανε με τόση γληγοράδα" και όχι στους πολιορκητές - μας κάνουν δέκα (την αδελφή τους την αφήνουμε στη Λαγκάδα, μαζί με το γαμπρό και όλο το σόι). Το κορίτσι-αντικείμενο του πόθου, έντεκα. Ο Αη-Γιώργης που οπλίζει την πλακίτσα της κοπέλας, δώδεκα (εδώ ακούγονται γέλια από το ακροατήριο αλλά εγώ συνεχίζω την καταμέτρηση), ο Εφιάλτης της ιστορίας, δεκατρείς, οι πέντε γιοι της Κώσταινας, δεκαοχτώ, συν η ίδια η Κώσταινα, δεκαεννιά...

- Και εικοστός;
- ... ο ποιητής - αυτός που επέζησε για να διηγηθεί την ιστορία.




Σ.Σ. Την ιδέα αυτής της ανάρτησης μου την υπέβαλαν τα σχόλια του Idom στην ανάρτηση Η νεκρή πριγκίπισσα στο Μεσαιωνικό Κάστρο της Λεμεσού που δημοσίευσε παλιότερα στο ιστολόγιό της η Πόλυ Χατζημανωλάκη. Αν και το περιστατικό που αναφέρει ο σχολιαστής είναι φυσικά παντελώς άσχετο με αυτά που σας γράφω παραπάνω, είναι εκπληκτικό τι παιχνίδια συμπτώσεων παίζει η μοίρα καμιά φορά... ;-)

Στη ρίβα πρόσθεσα το στίχο "στην Πόλη και στη Βενετιά ήτο ζωγραφισμένο" που αποκαθιστά την ομοιοκαταληξία, προερχόμενος όμως από άλλη παραλλαγή. Επίσης ο "'πο δα να" είναι καριώτικα ο "από-εδώ-να", ο εντόπιος - υπέθεσα ότι αυτός είναι ο μυστηριώδης "Ποδατα" που γράφει ο Πουλιανός ότι οδηγεί τους πολιορκητές, εισάγοντας μια άγνωστη λέξη ως κύριο όνομα. Ελπίζω πάντως ο Κρυφοράφτης να είναι όντως όνομα και όχι ιδιότητα (ο εξυφαίνων δόλια σχέδια, κατά μία εκδοχή που μεταφέρει επίσης ο Πουλιανός). Για τους μη εξοικειωμένους με τον τόπο και τη ντοπιολαλιά να εξηγήσω ότι Φανάρι, Ατσίδες, κάμπος του Φιλίππου, Λαγκάδα, είναι τοπωνύμια (έως και σήμερα) και ακόμη ότι το ρήμα "ζάλλω" (αόριστος "ήζαλλα") σημαίνει τριγυρίζω, περιφέρομαι, στους παρελθοντικούς χρόνους τα ρήματα παίρνουν ήτα όπως στα αρχαία και όχι έψιλον (π.χ. "ηνεφάνασι" σημαίνει "εμφανίστηκαν") και ο βασιλιάς ακολουθεί τον ικαριακό κανόνα και προφέρεται βασιγιάς (κατά το ήγιος, χίγια, κλπ.).

Οι φωτογραφίες τραβήχτηκαν Αύγουστο του 2008.

2/12/08

Συνοδός υποψηφίου διδάκτορος

Φωτογραφία καφενείου στα Ανώγεια από εδώ.

Στα Ανώγεια έχω πάει κάνα-δυο φορές ως εκδρομούλα - σήμερα ήταν η πρώτη φορά που ανέβηκα για κάτι σαν "δουλειά". Όχι δική μου δουλειά, ενός ξαδέρφου μου που στα σαρανταφεύγα του, οικογενειάρχης άνθρωπος, αποφάσισε να ξεκινήσει ένα διδακτορικό στα Παιδαγωγικά και βρέθηκε από την αθηναϊκή παραζάλη στις υπώρειες του Ψηλορείτη να ψάχνει ένα δείγμα μαθητών "ημιαστικών περιοχών" για να του συμπληρώσουν κάτι ερωτηματολόγια για τις ανάγκες της διατριβής του. Βρήκε το δείγμα του στην έκτη τάξη του Δημοτικού Σχολείου Ανωγείων, συμφώνησε με τη διευθύντρια να εμφανιστεί στο πρώτο διάλειμμα, κι έτσι βρεθήκαμε (εγώ ως συνοδός) νωρίς νωρίς στο δρόμο για να προλάβουμε.

Προλάβαμε - η διευθύντρια μας καλωσώρισε ευγενώς, παρέλαβε τις συνοδευτικές επιστολές και άδειες του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου, μας κέρασε καφέ και νερό και μια καλή κουβέντα, και μας ρώτησε από πού ερχόμαστε. Λογικά θα περίμενε να της απαντήσουμε "Ρέθυμνο" ή "Ηράκλειο", αλλά σαν συνεννοημένοι απαντήσαμε "Ικαρία". Την εντυπωσιάσαμε, μάλλον. Η συζήτηση περιστράφηκε λίγο στις ομοιότητες και διαφορές Ικαρίας και Ανωγείων, ο ξάδερφος της είπε εν είδει φιλοφρόνησης ότι η περιοχή τους είναι "ευλογημένος τόπος", γεμάτος πλουτοπαραγωγικές πηγές (πράγμα που μάλλον δεν ισχύει και τόσο, εκτός αν πλούτος θεωρηθούν τα πρόβατα) και η διευθύντρια μας διευκρίνισε ότι η ίδια δεν κατάγεται από εκεί. Ύστερα συγκρίναμε τους πληθυσμούς των χωριών (διόμισι χιλιάδες οι χειμωνιάτικοι Ανωγειανοί, εκατόν πενήντα οι Ακαματριώτες) και ακολούθως και των νησιών (εξακόσιες κάτι χιλιάδες οι Κρητικοί, έξι-εφτά εμείς) και κάπου τότε χτύπησε το κουδούνι και οι μαθητές μαζεύτηκαν στην τάξη.

Χάζεψα λίγο τον ξάδερφο που εξηγούσε στα παιδάκια πώς πρέπει να συμπληρώσουν το ερωτηματολόγιο και ότι καλύτερα να κάνουν ένα Χ πάνω στα τετραγωνάκια παρά να τα ζωγραφίζουν με το μολύβι όπως το κοριτσάκι χτες στο Ρέθυμνο που της πήρε κάνα πεντάλεπτο ίσα για να απαντήσει ότι είναι κοριτσάκι. Μετά βγήκα έξω διότι ένας ακόμα αμίλητος ξένος στην τάξη μάλλον περίσσευε, και άρχισα να περιφέρομαι στο σχολείο. Είχα να μπω σε δημοτικό από το 1979 που αποφοίτησα από ένα - στα εικοσιεννέα χρόνια που μεσολάβησαν μερικά πράγματα είχαν αλλάξει, αλλά κάποια άλλα έμειναν εντελώς ίδια. Σε ένα αμφιθέατρο με σκηνή (ναι, είχε αμφιθέατρο με σκηνή) κάποια παιδάκια πρόβαραν τη γιορτή των Χριστουγέννων: άλλοι έκαναν τους αγγέλους, άλλοι τον Ιωσήφ και τη Μαρία, άλλοι τους βοσκούς. Σκέφτηκα ότι η εικόνα μάλλον θα τους ήταν οικεία, καθώς οι τοίχοι του σχολείου ήταν διακοσμημένοι με βουκολικές εικόνες, κοπάδια, την κουρά των προβάτων, τέτοια. Εδώ κι εκεί υπήρχαν εικόνες των ισοπεδωμένων Ανωγείων της Κατοχής και κάπου η σχετική διαταγή ισοπέδωσης και εκτελέσεων της γερμανικής διοίκησης.

Τη διαταγή του Στρατηγού Μίλλερ αλίευσα σε ένα άρθρο του Λεωνίδα Αντωνόπουλου από την ιστοσελίδα world-music.gr, το οποίο αναφέρεται στη μουσική της περιοχής.

Χάζεψα σημαιούλες και ποιηματάκια, ζωγραφιές και κολάζ, ένα αντίγραφο του Συντάγματος της Επιδαύρου, προσφορά της Βουλής των Ελλήνων, και εργασίες μαθητών με θέμα το χωριό που περιείχαν από τυροκομεία και αρνί οφτό μέχρι την ομάδα του Αετού Ανωγείων και το Νίκο Ξυλούρη. Κάποια στιγμή η ησυχία διακόπηκε βίαια από ιαχές παιδιών - ο ξάδελφος είχε τη φαεινή ιδέα να επιβραβεύσει τη συμπλήρωση του ερωτηματολογίου με ένα σοκολατάκι, πράγμα που προκάλεσε έκρηξη στο μαθητόκοσμο. Μέσα στη χλαπαταγή ο ξαδερφος φάνηκε στην πόρτα αγκαλιά με μια στοίβα ερωτηματολόγια ενώ ξωπίσω του τα αφιονισμένα πλήθη προσπαθούσαν να βάλουν χέρι στη σακούλα με τα σοκολατάκια και η δασκάλα (εις μάτην) να επιβάλλει τάξη στην τάξη. Ευχαριστήσαμε τη δασκάλα, τη διευθύντρια, την κυρία του κυλικείου και την καθαρίστρια και βγήκαμε με το τρόπαιό μας ανά χείρας. Ύστερα αρχίσαμε να κατηφορίζουμε προς το Ηράκλειο για να προλάβουμε πριν το τελευταίο διάλειμμα το δείγμα των αστικών περιοχών.

Από την όλη εμπειρία πάντως, ένα πράγμα θα θυμάμαι περισσότερο (και αυτό είναι ουσιαστικά που ήθελα να διηγηθώ ξεκινώντας αυτή την ανάρτηση). Ανηφορίζοντας το πρωί, σταμάτησα κάποια στιγμή στη Γωνιά μπροστά σε έναν μεγαλούτσικο κύριο για να ρωτήσω αν πηγαίναμε καλά για Ανώγεια. Ο κύριος μας διαβεβαίωσε ότι μια χαρά πάμε, και μας ρώτησε - βέβαια - από πού είμαστε. Όπως ήταν φυσικό απαντήσαμε ομοθυμαδόν "από την Ικαρία". Τότε ο κύριος Μανόλης (όπως μας συστήθηκε) μας χαμογέλασε, έβγαλε από τον κόρφο του ένα αυτοσχέδιο κομπολογάκι (από φελλό και πετονιά) και το έδωσε στον ξάδερφο, κι άλλο ένα σε εμένα, και μας ευχήθηκε καλό δρόμο.

Ήτανε καλός ο δρόμος. Να 'σαι καλά, κύριε Μανόλη.

25/11/08

Σταχτοτσικνιάς με δρυοκολάπτη

Την εποχή που σπούδαζα στο Βιολογικό, εκτός από τα υποχρεωτικά μαθήματα που ήταν κοινά για όλους, υπήρχαν και καμμιά τριανταριά μαθήματα επιλογής, από τα οποία έπρεπε να διαλέξεις τουλάχιστον δεκαέξι ώστε να πάρεις πτυχίο. Αν και δεν υπήρχε τότε περιορισμός "κατεύθυνσης" για το είδος ή τη συνάφεια των μαθημάτων που διάλεγες να παρακολουθήσεις, υπήρχε η τάση να παρακολουθεί κανείς ομοειδή μαθήματα, σε γενικές γραμμές "μοριακά" ή "περιβαλλοντικά", ανάλογα με τα ενδιαφέροντα του καθενός, τη φημολογούμενη "ευκολία" στο να περάσεις και μερικούς αστάθμητους παράγοντες (π.χ. την ύπαρξη εκπαιδευτικών επισκέψεων ή ακόμα καλύτερα εκδρομής, τη δημοφιλία ορισμένων διδασκόντων, την απουσία υποχρεωτικών εργαστηριακών ασκήσεων).

Η αρχική τάση μου όταν σκέφτηκα να σπουδάσω στο Βιολογικό ήταν να ασχοληθώ γενικώς με οικολογία - μετά από δυόμιση έτη στο Πανεπιστήμιο είχα μάθει πια καλά ότι σε άλλα μονοπάτια με καλούσε η μοίρα. Διάλεξα δέκα αμιγώς "μοριακά" μαθήματα, συμπλήρωσα με άλλα δέκα που είχαν εκδρομές ή εθεωρούντο εύκολα ή τα είχαν διαλέξει χαριτωμένες συμφοιτήτριες (φυσικά δεν τα πέρασα όλα - αρκέστηκα στα απαραίτητα για το πτυχίο) και ολοκλήρωσα τις βιολογικές μου σπουδές χωρίς ποτέ να μάθω τίποτα σοβαρό για την πανίδα και τη χλωρίδα και τα οικοσυστήματα. Άλλοι συμφοιτητές μου πάλι είχαν μάθει διάφορα μανιτάρια και αγριόχορτα με το μικρό τους όνομα, αλλά είχαν μια πολύ θολή εικόνα για το τι είναι DNA και τι κύτταρο. Μπορούσαν όμως να δουν τη φωτογραφία του πελαργοειδούς πτηνού που βρίσκεται στην κορυφή της ανάρτησης και να καταλάβουν αμέσως ότι πρόκειται για έναν αντιπρόσωπο του είδους Ardea cinerea - κοινώς (πόσο κοινώς;) για έναν σταχτοτσικνιά.

Ο περισσότερος κόσμος δεν ξυπνάει με τη λέξη "σταχτοτσικνιάς" στο στόμα, αλλά κανονικά δεν πρέπει να έχω παράπονο διότι ούτε η "οξειδάση του κυτοχρώματος c" λέει τίποτα στους περισσότερους. Ατυχώς οι σπουδές μου δεν με είχαν προετοιμάσει επαρκώς για να αντιμετωπίσω την ερώτηση που έκανε προ καιρού μια (ξένη) συνάδελφος στην επιστημονική μας ομύγυρη. Ζώντας πολλά χρόνια εδώ τα ελληνικά της ήταν πολύ καλά πια, αλλά με την ορολογία είχε κάποια μικροπροβλήματα (κι εμείς, όπως αποδείχθηκε):

- Πώς λέτε εδώ στην Ελλάδα "cocostârc";
- Ορίστε;
- Cocostârc. Κάτι σαν πελαργός, αλλά όχι πελαργός ακριβώς. Γκρι.


Εκεί που η επιστημοσύνη δε βοηθάει, αναλαμβάνει το γκούγκλ. Γκουγκλιάζοντας επαρκώς τη λέξη σε διάφορες γλώσσες (η μητρική της κοπέλας ήταν η ρουμανική) βρήκα το όνομα του είδους, και καταφεύγοντας στους καταλόγους της καθ' ημάς Ορνιθολογικής Εταιρίας, εντόπισα το "κοινό" όνομα που αναζητούσα - ήταν, όπως μαντέψατε ήδη, σταχτοτσικνιάς. Αλλά και σκέτος τσικνιάς να ήταν, μία ή άλλη...

- Μα πώς σου ήρθε;

Η κοπέλα χαμογέλασε κοιτάζοντας σεμνοπρεπώς το πάτωμα. Μου εξομολογήθηκε ότι όταν ήταν μικρή, η θεία της ή η νονά της (δε θυμάμαι ακριβώς) την είχε παρομοιάσει με διασταύρωση cocostârc με...

- ...με πώς το λέτε; Woodpecker. Όπως ο Γούντι.

Αυτό μάλιστα. Χωρίς καμμία ιδιαίτερη επιστημοσύνη, όλοι ξέρουν το Γούντι τον τρυποκάρυδο. Δηλαδή, σχεδόν όλοι, διότι η καθ' ημάς Ορνιθολογική Εταιρία μάλλον τον αγνοεί ως είδος. Υπάρχουν όμως διάφορα άλλα παρόμοια, και η κάτωθι φωτογραφία ενός Dendrocopos major αποδεικνύει του λόγου το ασφαλές. Φαντάστηκα ότι θα έβρισκα πολλές σχετικές πληροφορίες κάτω από τον τίτλο "Δρυοκολάπτες". Προς μεγάλη μου έκπληξη σε μερικές ιστοσελίδες (όχι στον κατάλογο της Ορνιθολογικής) είδα το "κοινό" όνομα του πτηνού αυτού να είναι "Τσικλητάρα".


- Πώς το λέτε το woodpecker στην πατρίδα;
- Ciocãnitoare. Εδώ πώς το λέτε;


Της είπα "δρυοκολάπτης" - το "τσικλητάρα" μου έπεφτε βαρύ και το "τρυποκάρυδος" ελαφρύ, μάλλον. Της έδωσα τις φωτογραφίες που βλέπετε κι εσείς - δεν διαπίστωσα να μοιάζει ιδιαίτερα με κανένα από τα δύο είδη. Αλλά μετά από λίγο καιρό άρχισε να με προβληματίζει η ιδέα της διασταύρωσης ανάμεσά τους - όχι με την "επιστημονική" έννοια αλλά μεταφορικά. Σαν μια ιστορία που διηγείται κανείς, ή καλύτερα ενός παραμυθιού. Που θα μπορούσε να ξεκιναει με τη φράση "Μια φορά κι έναν καιρό", περίπου κάπως έτσι:

Μια φορά κι έναν καιρό, στο δάσος που βρισκόταν στο δέλτα του μεγάλου ποταμού, φύτρωνε ένας μεγάλος γέρικος πλάτανος, και στην κορυφή του ήταν η φωλιά μιας πελαργού, ή τέλος πάντων ενός πτηνού που έμοιαζε με πελαργό και που στα μέρη εκείνα το φώναζαν cocostârc. Μια μέρα, την ώρα που η cocostârc τέντωνε τα μακριά πόδια και το δεξί φτερό της και τη στιγμή ακριβώς που ετοιμαζόταν να τεντώσει και το αριστερό, άκουσε ξαφνικά ένα γρήγορο ρυθμικό χτύπημα «τοκ-τοκ-τοκ-τοκ» κι ένιωσε το κλαδί που βρισκόταν να τραντάζεται aνεπαίσθητα. Για μια στιγμή ο θόρυβος σταμάτησε, αλλά αμέσως μετά ξανάρχισε πιο δυνατά και παρατεταμένα – το ίδιο και το τράνταγμα. Η cocostârc χαμήλωσε το μακρύ λαιμό της, έσκυψε το κεφάλι και κατάφερε να δει φευγαλέα ένα κόκκινο σημαδάκι να ταλαντώνεται ταχύτατα μέσα στα πυκνά φύλλα, κάμποσα μέτρα χαμηλότερα από τη φωλιά. Ύστερα ο θόρυβος σταμάτησε απότομα και το κόκκινο σημαδάκι μετατράπηκε στο σκουφί ενός δρυοκολάπτη, που στα μέρη εκείνα τον φώναζαν ciocãnitoare, και που τώρα κοιτούσε προς τα πάνω παραξενεμένος...
Χμ... Έχουν περάσει κάμποσα χρόνια από κείνη τη συζήτηση και ακόμα δεν έχω καταφέρει να σκεφτώ πώς ακριβώς ένας δρυοκολάπτης και ένας (ή μάλλον μία) σταχτοτσικνιάς θα συναντιόντουσαν κάπου στο δέλτα του Δούναβη (ή ίσως λίγο βορειότερα) και πώς θα ερχόντουσαν τόσο κοντά ο ένας στον άλλο. Από λογοτεχνικής απόψεως, φοβάμαι ότι είναι πολύ δυσκολότερο να γράφεις παραμύθια για ζώα (που θα διαβαστούν από παιδιά - ή περίπου), από ό,τι είναι να γράφεις ιστορίες για σαραντάρηδες blogger (που θα διαβαστούν από σαραντάρηδες blogger - ή περίπου). Αλλά λέω να το παλέψω λίγο ακόμα πριν το παρατήσω τελείως, ελπίζοντας ότι η (πάλαι ποτέ) συνάδελφος θα αναλάβει τη μετάφραση στη μητρική της γλώσσα για να διηγηθεί την ιστορία στη μικρή ανηψιά της πίσω στην πατρίδα τους (αν βέβαια η μικρή διαβάζει ακόμα παραμύθια μέχρι να το τελειώσω - μπορεί να μου πάρει χρόνια).

Αλλά σήμερα που γιορτάζει, είναι μια καλή ευκαιρία να της το θυμίσω, δε νομίζετε;

20/11/08

Hasta na pane project

Έχω ένα συνάδελφο στη δουλειά που είναι παράλληλα και μουσικός - κλασικός κιθαριστής. Ο άνθρωπος έχει έναν παθολογικό έρωτα με τη μουσική του Μάνου Χατζιδάκι. Το γεγονός αυτό δεν είναι κατ' αρχήν κακό, καθώς στη δουλειά έχουμε κατά καιρούς διάφορα μουσικά διαλείμματα όπου ακούγεται μια κιθάρα να παίζει τον "Κεμάλ" ή το "Τα παιδιά κάτω στον κάμπο" ή και διασκευασμένα αποσπάσματα από το "Χαμόγελο της Τζοκόντας". Ωστόσο, όπως συμβαίνει με όλους τους μεγάλους έρωτες, ο αγαπώμενος είναι ιερός: κάθε πράξη, κάθε λέξη, κάθε νότα του είναι διαποτισμένη από το πνεύμα του μεγαλείου. Έτσι, καμιά φορά χρειάζεται μια κάπως βίαιη παρέμβαση για να βγει από το CD το δισκάκι όπου για 16η συνεχή φορά ακούγεται η Αλίκη Βουγιουκλάκη συνοδεία ναυτικής χορωδίας να αναμέλπει το "Τράαααβα μπρος, κι όσα έρθουν κι όσα πάααανε".

[Παρέμβαση του ενδιαφερομένου: Ούτε καμιά παθολογία υπάρχει, ούτε το "Τράβα μπρος" είναι καμιά τραγουδάρα - ο blogger παραποιεί τα γεγονότα.]

Δεδομένης της εν λόγω ιερότητας της μουσικής του Χατζιδάκι, ο συνάδελφος είναι λίαν επιφυλακτικός σε διάφορες πρόσφατες διασκευές τύπου Κωνσταντίνος Β. ή Raining Pleasure (λογικόν). [Ψέμματα! Μια χαρά μου αρέσουν αυτές οι διασκευές!] Ως εκ τούτου μου έκανε μια σχετική εντύπωση που ήρθε προχτές με χορευτικό βήμα, ύφος τριαλαρά-τριαλαρό, και τη γιαλάδα στο βλέμμα που δηλώνει ότι κάποια μεγαλοφυής ιδέα τον έχει συνεπάρει, για να μου δείξει στο youtube ένα βιντεάκι από μια διασκευή που είχαν κάνει οι μαθητές του Μουσικού Λυκείου Αλίμου στον Κεμάλ και το Στα παιδιά κάτω στον κάμπο. Όχι στο καθένα χωριστά. Και στα δύο μαζί. Σε μια ραπ ή χιπ-χοπ (με διόρθωσε: R'n'B) διασκευή υπό τον ευφάνταστο τίτλο "Hasta na pane project".



- Μα δεν είναι στο στυλ σου, είπα δειλά.
- Το ξέρω. Αλλά από χτες που το είδα μου έχει φτιάξει το κέφι.

Είχε δίκιο. Προσωπικά θεωρώ υπερβολικά "εύκολες" αυτού του τύπου τις διασκευές, και σκέφτομαι ότι θα μπορούσε στο ίδιο μπητ να κολλήσει κάποιος στίχους από άλλα τριάντα τραγουδάκια, από Ημισκούμπρια και Μικρούτσικο μέχρι τον Εθνικό Ύμνο και (φρίξον, ήλιε!) Μίκη Θεοδωράκη. Ωστόσο, ακούγοντας το κομμάτι (προσπέρασα γρήγορα το πρώτο μέρος του βίντεο με τα πρόσωπα) δε μπορώ παρά να παραδεχτώ ότι κι εμένα μου έφτιαξε το κέφι - και σπεύδω να το μοιραστώ πριν περάσει η επίδραση και ξεμείνουμε με τη συνήθη μιζέρια που επάγουν η αστραφτερή λογική και οι βαθυστόχαστες αναλύσεις μας.

Και τώρα που γράφω, κάπου στην απέναντι πλευρά του εργασιακού μας χώρου, παίρνει το αυτί μου την κιθάρα να παίζει κάτι από Λιλιπούπολη, καθώς ο αγαπητός συνάδελφος επιχειρεί να ξεκολλήσει μια νεαρή εκπαιδευόμενη από τα τωρινά της ακούσματα του συρμού και να της διδάξει το φως το αληθινό, όπως αυτό μετουσιώνεται στη μελωδία του "το χοντρό μπιζέλι χορεύει τσιφτετέλι στο χορό των μπιζελιών".

Τρέχω να βοηθήσω - ο ρόλος του μπιζελιού μου πάει γάντι.

Καλή ακρόαση.


ΥΓ. Ο "Κεμάλ" νομίζω ότι πρωτοεμφανίστηκε με αγγλικούς στίχους στο δίσκο "Reflections" που έκανε ο Χατζιδάκις στη Νέα Υόρκη με τους New York Rock'n'roll Ensemble - η μεταγενέστερη εκδοχή στα ελληνικά σε στίχους Νίκου Γκάτσου είναι απείρως καλύτερη στιχουργικώς. "Τα παιδιά κάτω στον κάμπο" τα πρωτοάκουσα στην ταινία Sweet Movie του Ντούσαν Μακαβέγιεφ, αλλά το τραγούδι λειτουργεί αυτόνομα - ευτυχώς. Οι στίχοι είναι του ίδιου του Χατζιδάκι, νομίζω.

"Ο χορός των μπιζελιών ή το πράσινο χρώμα" από τη Λιλιπούπολη είναι σε μουσική Λένας Πλάτωνος και στίχους Μαριανίνας Κριεζή.

Το σχόλιο δίπλα στο όνομα του Μίκη αφορά τον αγαπητό συνάδελφο που αναβιώνοντας μια ξεχασμένη - ακόμα και από τους πρωταγωνιστές της - διαμάχη των αρχών της δεκαετίας του '60 διαχωρίζει τον κόσμο σε Χατζιδακικούς και Θεοδωρακικούς, [Άρες μάρες κουκουνάρες - κανέναν δε διαχωρίζω. Μην τον πιστεύετε!] αλλά ευτυχώς εμείς οι Σαββοπουλικοί τα 'χουμε ξεπεράσει αυτά...



ΥΓ2. Όπως βλέπετε με πορτοκαλί γράμματα, είμαστε δημοκρατικό μπλογκ...

16/11/08

Η μέθοδος του «άρα» (Οδυσσέας Ελύτης)

Μπαίνοντας ο εικοστός αιώνας στο τελευταίο του τέταρτο, αισθάνομαι άστεγος και περιττός. Όλα είναι κατειλημμένα – ως και τ’ άστρα. Οι άνθρωποι έχουν απαλλαγεί από κάθε παιδεία, όπως στην εποχή του Τσέγκις Χαν, και δεν ερωτεύονται ούτε κατ’ ιδέαν. Πρωθυπουργοί συναλλάσσονται με προσωπιδοφόρους, ποικίλες ομάδες καταλαμβάνουν αεροπλάνα και συλλαμβάνουν ομήρους, ενώ οι κολεγιόπαιδες λύνουν εκπληκτικές εξισώσεις με ευκολία που είναι ν’ απορείς: συν, πλην, δια, επί – άρα. Το μυστικό στη ζωή αυτή, φαίνεται, δεν είναι αν είσαι δούλος ή όχι. Καθόλου. Είναι να οδηγείσαι με συνέπεια σε κάποιο «άρα» και να έχεις έτοιμη την απάντηση. Πολύ ωραία. Μπροστά όμως σε μια φράση ποιητική, για ποιο λόγο αυτό το «άρα» στομώνει;

Το μυαλό μας κάνει μαιάνδρους απίθανους προκειμένου στο μέλλον να σταδιοδρομήσει στα εργαστήρια, στους ηλεκτρονικούς εγκεφάλους, οπουδήποτε οσφραίνεται όφελος χειροπιαστό. Προκειμένου όμως να καταλήξει σε μια συνειδητοποίηση του είναι παραμένει στην πρώτη Δημοτικού. Γιατί; "Λευκό βουνάκι πρόβατα κινούμενο βελάζει" - άρα; Μηδέν ο μαθητής. "Ο ήλιος κυκλοδίωκτος ως αράχνη μ' εδίπλωνεν" - άρα; Κενό. Το τρανζίστορ μας ναι• αυτό ξέρουμε να το λύνουμε και να το επανασυνδέουμε στο άψε-σβύσε. Όλα γίνεται να τα λύσεις και να τα επανασυνδέσεις, εκτός από τα λόγια που έγραψε ο ποιητής. Κάποια βίδα στο τέλος θα σε μπερδέψει. Μήτε που θα εφαρμόζει πουθενά, μήτε που χωρίς αυτήν θα λειτουργεί το μηχάνημα. Και ο ίδιος ο ποιητής, εάν κληθεί να δοκιμάσει, θ’αποτύχει […] Την αδεξιότητά του, που εντούτοις ευστόχησε, δεν μπορεί παρά να τη δικαιολογήσει με κάποιο ψέμα. Εκ των υστέρων, όλοι οι ποιητές, εξηγώντας τα ποιήματά τους, λένε ψέματα. […]

Το διδακτικό προσωπικό των λυκείων και των πανεπιστημίων είναι σε θέση να μας πληροφορήσει με πάσαν ακρίβεια ποιες και πόσες παραλλαγές από κάθε στίχο του Σολωμού υπάρχουν […] Να μας πει, όμως, για ποιο λόγο συνιστά ποίηση της αυγής το δροσάτο ύστερο αστέρι και, από το άλλο άκρο, το μια Κυρία Ειρήνη Ανδρονίκου Ασάν, ποτέ. Ούτε θα ήτανε δυνατόν […] Κάποια μέρα, πιθανόν, οι ηλεκτρονικοί εγκέφαλοι, καταμετρώντας τη διαδοχή φωνηέντων και συμφώνων σε όλους τους ενδεχόμενους συνδυασμούς, να «καρφώσουν» κάπου τον μαγικό εκείνον συνδυασμό που το αίσθημα του ποιητή συνέλαβε ακαριαία. Θά' τανε όμως, ας τ' ομολογήσουμε, κι από λίγο δολοφονία. Δεν αφαιρεί κανείς τους πέπλους της Θεάς ατιμωρητί, ούτε και θα καταφέρει τίποτε, τουναντίον, θα γελοιοποιηθεί όποιος δοκιμάσει τον αντίθετο δρόμο και στηριχθεί στον συμβολισμό των εικόνων. […]

Κι όμως κάποιο άλλο «άρα» θα πρέπει να υπάρχει. Κάπου εκεί, κατά το μέρος του μυστηρίου, ή κατά το μέρος της φωνητικής, ή και τα δύο μαζί. […] Τον καιρό που δεν καταλάβαινα τα μαθηματικά, θυμάμαι, μου λέγανε ότι δεν είχα παρά να μετατοπισθώ κατά ένα βήμα, σαν συλλογιστικός μηχανισμός, για να διατρέξω την απέραντη και συνάμα μηδαμινή απόσταση που ένιωθα να με χωρίζει απ' αυτόν τον χώρο. Και αναρωτιέμαι: μήπως θα ήταν χρήσιμο να το αντιστρέψουμε αυτό σήμερα; Και από τη μεριά τη δική μας να εξηγήσουμε στα παιδιά ότι μια διαφορετική από μέρους τους διαχείριση των στοιχείων της πραγματικότητας θα μπορούσε πάλι να τα βγάζει σε αλλιώς αυστηρά και αλλιώς αποδεικτέα μαθηματικά; Ο ποιητής διαχειρίζεται τα περιουσιακά του στοιχεία κατά τρόπο λευκό, μη προσοδοφόρο, ανεπίκαιρο, αλλά και για τούτο απρόσβλητον. […] «Ο ηνιοχεύων την των κινουμένων πνοήν…» Αλήθεια, εδώ πού πάει το «άρα»; Φοβούμαι, στο Α του Κενταύρου. Και είναι άδικο. Δεν επιτρέπεται να παραμένει ο άνθρωπος πάνω σ’ αυτή τη γη με τα τέσσερα. Τα υλικά του αγαθά που αέναα εκμηδενίζονται «συν τη αναλώσει» - και πώς να γίνει αλλιώς; - τον καταδικάζουν ουσιαστικά σε ισόβια: γραφείο-αυτοκίνητο-κρεβάτι-αποχωρητήριο-φέρετρο. Κι’ όμως, γι’ αυτά παθαίνεται και σκοτώνεται σ’ όλη του τη ζωή.

Πόσο ευπρόσδεκτος λοιπόν θα ήταν εδώ ένας λιγάκι λοξός, που θα ‘πιανε από την άλλη άκρη το πρόβλημα και θα τους έλεγε χωρίς ενδοιασμούς: Εθισθείτε στην ιδέα ότι η πραγματικότητα είναι μια ωραία γυναίκα που σας προσφέρεται – και δράσετε. Μη διστάσετε να εκλάβετε τα μαλλιά της για σύννεφα ή τη λύπη της για σιγανόφωνο τραγούδι. Μόνον ακούτε και χαϊδεύετε, χαϊδεύετε κι ακούτε. Δίνετε τις ιδιότητες που αφορούν τα έμψυχα στα άψυχα ή τα απτά στα νοητά και τανάπαλι. Με την ίδια ελευθερία που παρέχει το όνειρο να συνθέτει κομμάτια των καθημερινών σας εντυπώσεων και παλιές κρυφές σας επιθυμίες. Η πόρτα τότε μπορεί ν’ ανοίξει. Το σύννεφο να περάσει μέσα. Οπόταν, βέβαια, θα ρωτήσει ο άλλος: Και το κέρδος; Ποιο είναι; Απάντηση: Όλα και τίποτα. Είναι η μυστική κίνηση των πραγμάτων, κάτι που διπλασιάζει την ικανότητά σου ν’ αντιλαμβάνεσαι τη ζωή και που αποτελεί μια πρόσβαση στο πραγματικό νόημα της ελευθερίας. Επειδή – να το πούμε κι αυτό - ελευθερία δεν είναι να κινείσαι ανεμπόδιστα στο πεδίο που σου έχει δοθεί. Να διευρύνεις αυτό το πεδίο, και δη κατά τη διάσταση της αναλογίας των αισθήσεων, αυτό είναι. Διαθέτοντας καινούριες μονάδες για τη μέτρηση του κόσμου. […]

Ένα ρυάκι δεν είναι απλώς λίγό νερό που κατρακυλάει τον κατήφορο. Είναι η λαλούσα κι εύχαρις υποδήλωση της παιδικής ηλικίας των πραγμάτων. Λίγη ξερή, τριμμένη στα δάχτυλά σου, μέντα σε πάει ολόισια στη σκέψη των Ιώνων. Τα χάδια σου είναι η μετάθεση μιας απαλής μουσικής, με όλα τα andante και τα allegro της, πάνω στην επιδερμίδα. Κι εκείνο το φυτό αντικρύ σου, που διαιρεί άνισα πλην σωστά τον χώρο, είναι η αόρατη γεωμετρία που διέπει στο βάθος ολάκερη την οικουμένη. Να, αυτή είναι μια ελευθερία πραγματική, που έχει τη δύναμη τη γενική ν’ αναστέλλει όλες τις επιμέρους αναστολές σου και να σε κάνει, κάθε φορά που τρως μια συναγρίδα ψητή, να τρως κι από λίγο Αιγαίο, με αντίς λεμόνι δυο τρεις οξείς στίχους του Αρχίλοχου. Υπερβολές; Δε νομίζω. Μάλλον ακριβολογίες. Ιδέστε πώς μια συκιά μαλώνει τον άνεμο με τα ροζιάρικα κλαδιά της• ακούστε, την ώρα που βραδιάζει, τα γαβγίσματα των σκύλων, πώς σχηματίζουν έναν ορίζοντα πέρα εκεί στην ακροποταμιά, και θα καταλάβετε. Κι αν δεν καταλαβαίνετε, τότε ρεμβάσετε. Μείνετε πολλή ώρα, μέχρις απελπισίας, μόνος, και ρεμβάσετε. Αλλά προσοχή: όχι καθόλου αναμασώντας τα αισθήματά σας• απλώς ανατοποθετώντας τα πράγματα γύρω σας.


Από το δοκίμιο Η μέθοδος του «άρα»
του Οδυσσέα Ελύτη (1976)


Σ.Σ. Δεν έχω καταφέρει ποτέ να διαβάσω ολοκληρωμένο το κείμενο του δοκίμίου. Μια-δυο παραγράφους είχα αντιγράψει από ένα άρθρο της Ελευθεροτυπίας, που σχολίαζε το αφιέρωμα στον Ελύτη που έκανε το περιοδικό «Χάρτης», τ. 21,22,23, Νοέμβριος 1986. Χρόνια μετά, ψαχουλέυοντας στο διαδίκτυο βρήκα διάφορα σπαράγματα του κειμένου εδώ κι εκεί, ως αποσπάσματα από τη συλλογή «Εν Λευκώ», εκδ. Ίκαρος, σελ. 168. Δεν έχω το βιβλίο ούτε το περιοδικό - προσπάθησα να ανασυνθέσω τα αποσπάσματα σε ενιαίο κείμενο που να βγάζει νόημα, αλλά δεν είμαι σίγουρος αν και πόσο έχω λαθέψει. Τα εντός αγκύλης αποσιωπητικά είναι σημεία αμφιβολίας, όχι κατ' ανάγκην παραλείψεις. Τυχόν αναγνώστες που έχουν υπόψιν ολόκληρο το κείμενο ας μου στείλουν διορθώσεις εφόσον το κρίνουν σκόπιμο, ώστε με την κοπτική-ραπτική μου να μην έχω αδικήσει τον ποιητή. Ζητώ προκαταβολικά συγγνώμη πάντως.

Για την ακούσια συμμετοχή της στη διαδικασία συρραφής των αποσπασμάτων ευχαριστώ ιδιαιτέρως τη
Λορελάη.

B.

14/11/08

Καφές με γάλα (και άλλα μίγματα)


Πριν είκοσι χρόνια και βάλε, ένα βράδι που περιφερόμουν στην Αθήνα, συνάντησα τυχαία ένα φίλο σε ένα σουβλατζίδικο των Εξαρχείων. Αφού χαιρετηθήκαμε, μου σύστησε τη συνοδό του (την κοπέλα του, όπως αποδείχτηκε). Ήταν μια μικροκαμωμένη, λεπτή κοπέλα. Μιλήσαμε για λίγο οι τρεις μας, και αφού της είπα πόσο χάρηκα για τη γνωριμία, χαιρετηθήκαμε ξανά και πήγε ο καθένας στον προορισμό του. Εκείνη δε μου είπε ότι χάρηκε - εικάζω ότι το αμήχανο, απορημένο βλέμμα μου δε θα την άφησε να χαρεί πολύ. Την έλεγαν Ειρήνη, ήταν ελληνίδα - και μαύρη. Όχι "μελαχροινή". Μαύρη.

Δεν την ξαναείδα. Έμαθα από το φίλο μου ότι η αφρικανική της ρίζα ήταν μια γιαγιά από την πλευρά της μητέρας της, η οποία είχε μεγαλώσει ωστόσο στην Ελλάδα. Η ίδια η Ειρήνη ήταν ολοσχερώς ελληνίδα - δεν ήξερε καμμία άλλη γλώσσα, δεν είχε καμμία άλλη πατρίδα, ούτε οι γονείς της. Ήταν μία από εμάς, δική μας. Λεπτή, μικροκαμωμένη, μαύρη. Χώρισαν γρήγορα με το φίλο μου και δεν έμαθα ποτέ κάτι παραπάνω για εκείνην - όπως άλλωστε συμβαίνει για τους περισσότερους "πρώην" των φίλων. Τη θυμήθηκα προ ημερών όταν ένας γνωστός μου στο Ηράκλειο έφερε την κοπέλα του στην παρέα που ακούγαμε τους "Bob y Bomb?" (παλιότερα γνωστοί ως "Μπομπ και Μπόμπος") να παίζουν "ακουστικό ροκ" (;;;) σε ένα μαγαζί. Μας είχε μιλήσει γι' αυτήν και για το πόσο την αγαπούσε και πόσο σημαντική ήταν, μας είχε αραδιάσει όλα της τα χαρίσματα. Για το χρώμα του δέρματός της δεν μας είχε πει κουβέντα.

Εικοσικάτι παραπάνω χρόνια στο κουρμπέτι σε μαθαίνουν πέντε πράγματα οπότε αυτή τη φορά είπα πόσο χάρηκα για τη γνωριμία και η κοπέλα μου απάντησε ότι χάρηκε κι εκείνη. Εικοσιπέντε χρονών, επίσης Ειρήνη, με μαμά αφρικανικής καταγωγής. Γεννήθηκε και μεγάλωσε εδώ - ελληνίδα. Και μαύρη. Όχι πολύ μαύρη, σαν καφές με πολύ γάλα. Αλλά με τα σαρκώδη χείλη, τα μαύρα μάτια και τα πυκνά μαλλιά της μητέρας της. Μιλήσαμε κάμποσο, καθώς είμασταν στο τραπέζι οι μόνοι που δεν είμαστε ντόπιοι. Είπαμε για την Κρήτη, για τη μουσική, για την Ικαρία, τον Ψαραντώνη, την ιστιοπλοΐα, τον ερωτευμένο της σύντροφο. Κάποια στιγμή έφυγαν αγκαλιασμένοι.

Στην εποχή της ολυμπιονίκου Νέρι Νιαγκουάρα και του επευφημούμενου Σοφοκλή Σχορτσιανίτη, η εικόνα ελλήνων "μιγάδων" μοιάζει λιγότερο περίεργη από όσο πριν είκοσι χρόνια. Αναρωτιέμαι βέβαια πώς θα αντιδρούσαν οι γονείς μου αν τους πήγαινα μια μαύρη νύφη (και την πιθανότητα να έχουν μαύρα εγγονάκια). Δεν έτυχε, βέβαια, αλλά αν και μάλλον δεν θα έλεγαν κουβέντα, εικάζω ότι δεν θα είχαν ακριβώς αυτή την εικόνα για τα εγγόνια τους. Αναρωτιέμαι πώς θα αντιδρούσα εγώ ως γονιός σε μια αντίστοιχη περίπτωση. Κι ύστερα κοιτάζω γύρω μου και παύω να αναρωτιέμαι.

Έχω αναφέρει ξανά ότι τυχαίνει να εργάζομαι σε ένα χώρο πολυεθνικό και πολυπολιτισμικό. Αυτό το τελευταίο (η πολυπολιτισμικότητα) δεν είναι απόλυτα ακριβές, καθώς οι περισσότεροι συνάδελφοι μοιράζονται την ίδια ευρωπαϊκή (δυτική) κουλτούρα ανεξαρτήτως εθνικής καταγωγής, σε βαθμό που εγώ συχνά να αισθάνομαι ο πιο παράταιρος ή εξωτικός με τις υποβόσκουσες εμμονές μου περί της καθ' ημάς ανατολής. Η πολυεθνικότητα πάντως υφίσταται, κι έτσι τώρα που γράφω αριστερά μου κάθεται ένας Άγγλος και στην πλάτη μου μια μισογαλλίδα-μισοαλγερινή. Απέναντι μου χαμογελάει η Ιταλίδα σύζυγος του Έλληνα εργοδότη μου και πίσω της διακρίνω τη φιγούρα της μισογερμανίδας-μισοκορεάτισσας συναδέλφου καθώς συζητάει με την άλλη γερμανίδα και πιο πέρα η νεοσύλλεκτη Κύπρια κουβεντιάζει με την ινδικής (Σιχ) καταγωγής Αγγλίδα υπό τα όμματα του Πολωνού. Βγαίνοντας στο κυλικείο θα συναντήσω την παρέα των Ισπανών και θα χαιρετήσω τη Σουηδέζα από δίπλα (χρόνια παντρεμένη στην Ελλάδα) και τον Κενυάτη των διπλανών. Ξαναμπαίνοντας, η κουβέντα είναι για το πότε θα έρθει ο καινούργιος μας Χιλιανός.

Η δουλειά μου είναι η εξαίρεση, σκέφτομαι όμως ότι ακόμα και ο κόσμος που δεν εργάζεται σε τέτοιους χώρους έχει πλέον αρχίσει να εκτίθεται σε πολλαπλές εθνικότητες και κουλτούρες, ακόμα και πολύ πιο πέρα από τους συνήθεις και τετριμμένους πλέον βαλκάνιους γείτονες. Οι μικτοί γάμοι (ή οι μικτές σχέσεις, συχνά μεταξύ διαφορετικών "φυλών") είναι πια αρκετά συνηθισμένοι, ακόμα και σε μικρά μέρη της επαρχίας (π.χ. στην Ικαρία έχω συναντήσει νεαρούς έλληνες μαθητές με ένα γονέα από τις Φιλιππίνες ή την Ινδία ή τη Γαλλία ή την Πολωνία, χώρια οι ουκ ολίγοι πλην ενσωματωμένοι μετανάστες). Στις γενιές που έρχονται, οι δύο Ειρήνες που γνώρισα θα είναι πολύ περισσότερες. Δεν ξέρω αν θα υπάρξει κάποιος έλληνας Ομπάμα - δεν είναι απαραίτητο, κυρίως γιατί δεν είναι πολύ σημαντικό, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά το χρώμα του δέρματος. Άλλωστε στην ελληνική πολιτική τάξη υπάρχουν αρκετά παιδιά μικτών γάμων (ο Ανδρέας Παπανδρέου είχε μητέρα πολωνικής καταγωγής και τα παιδιά του έχουν Αμερικανίδα μητέρα). Αμφιβάλλω βέβαια αν θα είχαν την ίδια επιτυχία στην πολιτική αν είχαν ένα γονέα μαύρο (ή κινέζο ή άραβα). Αλλά κανείς δεν ξέρει τι επιφυλάσσει το μέλλον.

Την Ειρήνη νούμερο δύο πάντως την ξαναείδα προχτές, περίπου με την ίδια παρέα στον ίδιο χώρο. Μου είπε ότι χάρηκε που με ξαναείδε. Της είπα ότι χάρηκα που χάρηκε - και το εννοούσα. Οι Μπόμπηδες έπαιζαν κάτι από Θανάση Παπακωνσταντίνου αντί για τους συνήθεις Πυξ-Λαξ, πράγμα που συντελούσε επίσης στο να είμαστε όλοι μέσα στην καλή χαρά, τραγουδώντας για κάτι όντα περίεργα κι ωραία, άιντε που 'ναι μόνα και ψάχνουν για παρέα.

Ύστερα μιλήσαμε για ιστιοπλοΐα, βέβαια, τι άλλο;

10/11/08

Μεταξύ ανθρώπων και ζώων

Τον τελευταίο καιρό η πόλη που ζω έχει κατακλυστεί από πορτοκαλί σηματάκια, αφισούλες και αυτοκόλλητα. Από το κτίριο των δικαστηρίων κρέμονται πανώ και ακούγονται κατά καιρούς επαναστατικά άσματα. Η πορτοκαλί επανάσταση που ζώνει την πόλη όμως, δεν έχει να κάνει με την εκτελεστική εξουσία, ούτε καν τη νομοθετική, παρά μόνο με τη δικαστική. Αυτουργοί της είναι τα μέλη του Δικηγορικού Συλλόγου Ηρακλείου (και Λασηθίου) και συμπαραστάτες της το συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος του τοπικού πληθυσμού. Το αίτημα είναι η ίδρυση Εφετείου Ανατολικής Κρήτης, που όλο την τάζουν και όλο την αναβάλλουν οι εκάστοτε κρατούντες. Ο λόγος της αναβολής είναι η επαπειλούμενη άλλου χρώματος επανάσταση στην άλλη μεριά του νησιού - αν ιδρυθεί Εφετείο στο Ηράκλειο, τότε το Εφετείο Κρήτης που λειτουργεί στα Χανιά θα γίνει "Δυτικής Κρήτης" και θα μείνει να ασχολείται μόνο με τις υποθέσεις Χανίων και Ρεθύμνου. Μικροπράγματα δηλαδή για μια πρώην πρωτεύουσα που έχει ήδη χάσει όλα της σχεδόν τα πρωτεία προς όφελος της νυν πρωτεύουσας, εκτός ίσως της έδρας του Εφετείου.

Γι' αυτό και φημολογείται ότι οι βουλευτές Χανίων (και των δύο μεγάλων κομμάτων, τέσσερις τον αριθμό) θα παραιτηθούν ρίχνοντας την κυβέρνηση αν τυχόν τολμήσει να φτιάξει το εξαγγελθέν δικαστήριο στα ανατολικά της νήσου (εξαγγελία που ήδη έγινε γαργάρα κατόπιν παρεμβάσεως Μητσοτάκη, σύμφωνα με τους διαμαρτυρόμενους Ηρακλειώτες). Σε αντιστάθμισμα, οι οκτώ από τους εννέα βουλευτές Ηρακλείου φημολογείται ότι συμφώνησαν να κάνουν το ίδιο αν ΔΕΝ ιδρυθεί το Εφετείο. Ο ένατος είναι ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ κ. Αλέκος Αλαβάνος, ο οποίος αν και Τήνιος εξελέγη εδώ - η θέση του υπέρ της ίδρυσης Εφετείου στο Ηράκλειο ίσως δεν είναι άσχετη με την πρόσφατη έκρηξη βόμβας (ευτυχώς χωρίς θύματα) στα γραφεία του κόμματός του στα Χανιά. Το πράγμα χοντραίνει όσο περνάει ο καιρός και δεν δίνεται λύση.

Προσωπικά είμαι εξίσου ξένος στην Κρήτη με τον Αλέκο, αλλά δεν είμαι πολιτικός και έτσι δε σκάω και πάρα πολύ με τις τοπικές συγκρούσεις (που δεν είναι και λίγες). Ούτε με τα Εφετεία, ούτε καν με τα πρωτοδικεία δεν έχω τραβήγματα, κι έτσι ελπίζω να μη μου ρίξουνε καμιά μπαλωθιά χάριν παιδιάς, καθώς περιφέρομαι στη νήσο από άκρου εις άκρον. Άλλωστε, με το αθηναϊκών πινακίδων αμαξάκι μου δεν δίνω εύκολο στόχο στους τροχονόμους του εκάστοτε "εχθρικού" νομού (είναι γνωστό ότι αυτοκίνητο με πινακίδες Ηρακλείου κινδυνεύει πολύ σοβαρά με κλήση στην πόλη των Χανίων, και αντίστροφα - εν τινί μέτρω). Μου έχουν πει ότι αντίστοιχες συγκρούσεις υπήρξαν ή υπάρχουν για διάφορα άλλα θέματα, όπως τα ΚΤΕΛ, οι θαλάσσιες συγκοινωνίες, η ίδρυση Πανεπιστημιακών Τμημάτων, η εκλογή Αρχιεπισκόπου Κρήτης, ακόμα και το ακριβές ύψος των Λευκών Ορέων σε σχέση με τον Ψηλορείτη (αν και η κορυφή του τελευταίου είναι στο ουδέτερο Ρέθυμνο).

Το πράγμα θα ήταν πολύ διασκεδαστικό, αν δεν ήταν ενδεικτικό μιας αντίληψης που ενυπάρχει σε ένα σωρό κόσμο ανεξαρτήτως καταγωγής. Με κάποια θλίψη οφείλω να παραδεχτώ ότι και στην προγονική μου Ικαρία υπήρξαν επί μακρόν Βόρειοι και Νότιοι, και ακόμα και σήμερα που έχουμε μείνει τρεις κι ο κούκος υπάρχουν κάτι αστείες κοντρίτσες (σε μικροκλίμακα βέβαια) για τη συχνότητα των ακτοπλοϊκών γραμμών προς Εύδηλο και Άγιο Κύρηκο αντίστοιχα, την έδρα της Αστυνομίας, τη θέση της μαρίνας, τη βόρεια σύνδεση του αεροδρομίου και τη θέση των αντίστοιχων ποδοσφαιρικών ομάδων στο τοπικό πρωτάθλημα δεύτερης κατηγορίας της Σάμου. Αντίστοιχα, οι Καριώτες στο σύνολό τους δε χωνεύονται με τους Σαμιώτες, οι Κεφαλλονίτες με τους Κερκυραίους, οι Βολιώτες με τους Λαρισαίους και οι Θεσσαλονικείς (με επικεφαλής το Νομάρχη) με τους Αθηναίους.

Έχω την αίσθηση ότι στον καιρό της παγκοσμιοποίησης, οι εξάρσεις μικροτοπικισμού φαντάζουν εντελώς εκτός τόπου και χρόνου, τη στιγμή μάλιστα που το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού έχει πολλαπλές τοπικές καταγωγές, και αναδύεται ήδη ένα σημαντικό ποσοστό με πολλαπλές εθνικές καταγωγές. Οι άνθρωποι γίνονται όλο και πιο "κινητικοί" και η κουλτούρα τους όλο και πιο πολυμερής. Εργάζομαι όλη μέρα σε ένα χώρο συνειδητά και βαθύτατα πολυεθνικό και πολυπολιτισμικό - βγαίνοντας στην πόλη με τις πορτοκαλιές αφίσες βλέπω την αντιπαράθεση για το Εφετείο ως σημάδι μιας παρωχημένης εποχής. Και μου έρχονται στο μυαλό διάφορα "χαριτωμένα" περιστατικά που έχω συναντήσει εδώ κι εκεί και είναι ενδεικτικά μιας αντίστοιχα παρωχημένης νοοτροπίας.

Ας πούμε, πριν λίγο καιρό που το περιοδικό ένθετο Γεωτρόπιο της Ελευθεροτυπίας είχε ένα αφιέρωμα στην Ικαρία με την υπογραφή μιας συμπατριώτισσας - το υπέδειξα σε διάφορους φίλους και φίλες, μία εκ των οποίων μου έστειλε ένα μήνυμα που περιείχε μια ορισμένη απορία: "Μα αυτή είναι αποσταβέντου." (Σ.Σ. Νότια...). Θυμάμαι ακόμα το συστρατιώτη που μου είχε πάρει τα αυτιά με τους τίτλους που είχε στερήσει από τον συμπαθή ΠΑΟΚ το αθηναϊκό κατεστημένο (σκασίλα μου μεγάλη και δέκα παπαγάλοι), και απορούσε που συμφωνούσα μαζί του και δεν υπερασπιζόμουν το ΠΟΚ αν και οπαδός του (απορία που του λύθηκε εν μέρει μόνο όταν του διευκρίνισα ότι η Ικαρία δεν είναι προάστιο της Αθήνας, αν και δεν ήταν αυτός ο λόγος). Θυμάμαι επίσης ένα φιλικό μου ζευγάρι που η κοπέλα ήταν ημι-Χανιώτισσα και ο μνηστήρ της Ηρακλειώτης, και περιέγραφαν την υποδοχή που του επιφύλαξε οικογενειακός φίλος της κοπέλας, εντελώς μα εντελώς Γαλλικής καταγωγής, παντρεμένος χρόνια στα Χανιά, όταν μπήκαν στο μαγαζί του πριν πάνε επίσκεψη στα μελλοντικά πεθερικά για να αγοράσουν ένα δώρο:

- Από πού είναι το παλληκάγι;
- Από το Ηράκλειο.

- (αναστεναγμός) Ε, ντεν πειγάζει, άμα είναι καλό παιντί... Τι να κάνουμε...

Kαι τέλος, την απάντηση στην αιώνια απορία για το τι διαχωρίζει τους ανθρώπους από τα ζώα.

Το Ρέθυμνο, φυσικά - αν και ποικίλουν οι εκτιμήσεις για το ποιος είναι ποιος...



Το σύνθημα "Ηράκλειο, κουασιμόδια πόλη" είναι γραμμένο σε διάφορες γωνίτσες της επαναστατημένης πόλης μας. Η φωτογραφία είναι από την πίσω πλευρά των - υπό κατάληψη - δικαστηρίων και έχει αλιευθεί από το ιστολόγιο του Τρελογιατρού (http://trelogiatros.blogspot.com/) όπου ορισμένοι εκ των σχολιαστών το αποδίδουν σε Χανιώτικο δάκτυλο...

31/10/08

Χύμα στο κύμα


Η φωτογραφία είναι τραβηγμένη στη Δία το καλοκαίρι. Αχνά φαίνεται στο βάθος η παραλιακή ζώνη στα ανατολικά της πόλης του Ηρακλείου. Για τα σημερινά δεδομένα όμως η εικόνα είναι παραπειστική - αυτή την εποχή ο ουρανός δεν είναι γαλάζιος και η θάλασσα δεν είναι "λάδι". Κι εμείς δεν είμαστε πια η Sea'n'dream (ή Συντρίμ...) team. Έχουν υπάρξει κάποιες αλλαγές.

Κατ' αρχήν, τυπικά δεν είμαστε πλέον αρχάριοι - έχουμε όλοι πάρει το δίπλωμα ιστιοπλοΐας, και αρκετοί πέρασαν και κάποιες βδομάδες σε εκπαιδευτικού χαρακτήρα εκδρομές και ταξίδια. Εγώ δεν ανήκω στους τελευταίους, καθώς τα καλοκαίρια μου είναι δοσμένα αλλού όπως όλοι γνωρίζουμε. Ωστόσο, επειδή για τα φθινόπωρα δεν ισχύει το ίδιο, σαν έτοιμος από καιρό, σα θαραλλέος, μάζεψα εγκαίρως τα απαιτούμενα φράγκα και γράφτηκα στο τμήμα προχωρημένων του ΙΟΗ για την 36η Σχολή Ιστιοπλοΐας Ανοιχτής Θαλάσσης, από μέσα Οκτώβρη μέχρι αρχές Δεκέμβρη.

Την ίδια έμπνευση είχαν κάμποσα από τα μέλη της Συντρίμ, κι έτσι όλο χαρά ξαναβρεθήκαμε με τη Μανταλένα, τη Μαρίστρα, την Κάντυ, το Λάζαρο και το Νέτο επί του σκάφους "Οδυσσέας", με καπετάνιο-εκπαιδευτή αυτή τη φορά το Νώε (που το συνηθέστερο παράγγελμά του είναι "πόδισε" εξ' ου και το σκάφος ενίοτε καλείται "Ποδισσέας"). Στην ομάδα προστέθηκαν ο Ίμερος (παλιός εξωτερικός συνεργάτης της Συντρίμ από το ιστιοφόρο Χριστίνα, ή κακεντρεχώς "Αχρηστίνα"), ο Σφίχτης (άρτι υποδειχθέν παρατσούκλι για το συνάδελφο που έσφιξε το μαντάρι της μαΐστρας τόσο που κάναμε μία ώρα πάνω κάτω στο λιμάνι μέχρι να το ξεσφίξουμε) και μια κοπέλα που ακόμα δεν έχει υποστεί ονοματοθεσία, αλλά δεν τη βλέπω να αντέχει για πολύ.

Η σχολή προχωρημένων δεν έχει τίποτα φοβερά καινούργιο να μάθει κανείς, πέραν της εκμάθησης της χρήσης μπαλονιού στα πρίμα και κάπως πιο εξεζητημένων χειρισμών αγκυροβολίας και του ότι το σκάφος έχει κάπως διαφορετικά χειριστήρια (λαγουδέρα αντί τιμόνι, κάποιες μικροαλλαγές στα σχοινιά και τα βαρδάρια). Το βασικό είναι ότι σου δίνει τη δυνατότητα να κάνεις οχτώ ακόμα εβδομάδες εκπαίδευσης, και μάλιστα - λόγω εποχής - σε συνθήκες αρκετά πιο σκληρές από αυτές που συναντήσαμε το περασμένο καλοκαίρι.

Έτσι, την περασμένη εβδομάδα βγήκαμε με ένα εξάρι μποφώρ που στην πορεία έγινε εφτάρι. Το αποτέλεσμα ήταν να έχουμε τρεις-τέσσερις κρεμασμένους σταβέντο (σ.σ. υπήνεμα) να μοιράζονται με τη θάλασσα τον εσωτερικό τους κόσμο (κυρίως το εσωτερικό του στομαχιού τους) και τους λοιπούς να τρέχουμε πανικόβλητοι γύρω-γύρω, δεμένοι πάνω στο σκάφος με ζώνες ασφαλείας και σχοινιά, για να διασφαλίσουμε τα απαραίτητα. Φυσικά τα καταφέραμε άψογα - μάλιστα χάρη στους ακριβείς χειρισμούς στη λαγουδέρα ενός μέλους του πληρώματος που κάνει καριέρα και ως blogger, όλη η ομάδα λούστηκε στα γαλανά νερά του Αιγαίου καθώς τα κύματα ανηφόρισαν πολλάκις κατά το σκάφος και κατέβρεξαν το σύμπαν όταν ο συμπαθής τιμονιέρος έμπλεξε τα "όρτσαρε" με τα "πόδισε", τη λαγουδέρα με το τιμόνι και το δεξιά με το αριστερά.

Φυσικά, ό,τι μάθει κανείς σ' αυτή τη ζωή καλό είναι, οπότε το ηθικό δίδαγμα της ιστορίας είναι ότι ο καλός ιστιοπλόος κουβαλάει πάντα μια καλή νιτσεράδα από την κορφή ως τα νύχια - ή μια δεύτερη αλλαξιά ρούχα, καλού κακού. Είμαι σίγουρος ότι οι αγαπημένοι μου συμμαθητές θα εμφανιστούν πάνοπλοι στο αυριανό μάθημα, αν και δεν προβλέπονται πάνω από τρία-τέσσερα μποφώρ. Είμαι επίσης σίγουρος ότι στην επόμενη απόπειρά μου να πιάσω τιμόνι το λοιπό πλήρωμα ενδέχεται να στασιάσει. Αλλά δεν πτοούμαι βέβαια - γι' αυτό υπάρχει η εκπαίδευση, για να μαθαίνουμε από τα λάθη μας.

Μάλιστα, αυτή τη φορά θα είμαι κατάλληλα προετοιμασμένος. Επειδή η παραδοσιακή συνταγή με το σκόρδο και το κρεμμύδι είναι καλή μόνο για σάλτσες, βρήκα τους κατάλληλους ανεξίτηλους (λέμε τώρα...) μαρκαδόρους, και αύριο πρωί πρωί θα φροντίσω το δεξί μου χέρι να έχει πράσινο σημαδάκι και το αριστερό κόκκινο. Όχι, παίζουμε...

Κι όπως είπαμε, η Συντρίμ τημ δεν υπάρχει πια. Τώρα ένα νέο αστέρι γεννιέται: η ομάδα "Χύμα στο κύμα".

Εμπρός για νέες περιπέτειες, γενναίοι μου...

28/10/08

Παιδιά, της Ελλάδος παιδιά

Κάπως μου συμβαίνει στις εθνικές επετείους και μου έρχονται μνήμες από το στρατό. Κοιτούσα νωρίτερα την παραπλεύρως εικονιζόμενη φωτογραφία της Nelly's που έγινε εξώφυλλο στο περιοδικό Life το Δεκέμβριο του 1940 και κάπως ξεκίνησε μια διαδικασία συνειρμών που με έφερε σε μια επιθεώρηση που μας έκανε ο Σχης (ΠΖ) Αθανάσιος Χ., κάπου προς το τέλος της θητείας μου, προ δεκαετίας περίπου. Ο Σχης ήταν ο φόβος και ο τρόμος της μονάδας (των αξιωματικών και υπαξιωματικών κυρίως, καθώς σπάνια ασχολείτο με φαντάρους) διότι αρέσκετο να εξευτελίζει τον κόσμο, αλλά εμένα μου ενέπνεε μια απροσδιόριστη συμπάθεια, μάλλον επειδή ήταν από τους ελάχιστους ανθρώπους που συνάντησα στις ένοπλες δυνάμεις και μπορούσα να τους κοιτάζω στα μάτια, ου μην και αφ' υψηλού - μετά βίας έφτανε το ένα εξήντα με το πηλίκιο.

Είμασταν ένας λόχος γιωτάδων από διάφορα όπλα και σώματα, αγγαρειομάχοι πολυτελείας σε δεύτερη μετάθεση στην Αθήνα, κάπου μεταξύ δεκάτου τρίτου και δεκάτου ογδόου (καταληκτικού) μηνός θητείας. Βέβαια, ορισμένοι στη μονάδα είχαν μαζέψει τόση φυλακή που υπηρετούσαν ήδη πάνω από είκοσι μήνες, κάποιος μάλιστα ήδη εικοσιπέντε με ένα στρατοδικείο τουλάχιστον στην πλάτη. Η είδηση της επιθεώρησης έθεσε ορισμένα ανυπέρβλητα προβλήματα προς αντιμετώπιση, καθώς ορισμένοι δεν ήταν σίγουροι πού ακριβώς βρισκόταν η στολή τους, ίσως μάλιστα και τα όπλα τους, όσοι είχαν χρεωθεί όπλα ως ικανοί. Ενόψει της κρίσιμης μέρας, κάναμε κάτι στοιχειώδεις καθαριότητες, στρώσαμε κρεβάτια, βρήκαμε τσάτρα πάτρα τα σχετικά συμπράγκαλα του καθενός, κρύψαμε στο αναρρωτήριο έναν συστρατιώτη που ήταν τόσο έμφανώς gay που έβγαζε μάτι, και το κρίσιμο πρωινό παραταχθήκαμε, οι ένοπλοι μπροστά, οι άοπλοι πίσω, ζυγισμένοι - στοιχημένοι καθ' ύψος, "Λόχος - άκυρον! Λόχος, προοοοσχή!", περιμένοντας την άφιξη του τιμωμένου προσώπου.

Όλοι διακατέχοντο από έναν αδιόρατο εκνευρισμό, ιδιαίτερα οι πάλιουρες, καθώς η φήμη του Σχη ήταν κάκιστη και οι περισσότεροι είχαν να περάσουν επιθεώρηση μήνες ατελείωτους και φυσικά είχαν ξεχάσει και τον όρκο και την προσευχή και την ιεραρχία και όλα τα ιερά φετίχ που αποστήθιζαν ως στραβάδια προ μηνών. Ορισμένοι πάντως ήταν ιδιαίτερα ψύχραιμοι, όπως ο εξ' αριστερών μου Στρ (ΤΘ) Μιχαήλ Δ., που έλεγε ότι στους μαύρους (τεθωρακισμένα) είχε περάσει τόσο άθλιες μέρες που τώρα στα μετόπισθεν δεν είχε να φοβηθεί τίποτα. Φορούσε καμαρωτός το μπερεδάκι του και ξεχώριζε με άνεση, ενώ τα τζόκεϋ ημών των υπολοίπων χλώμιαζαν ελαφρώς μέσα στο πλήθος. Δεξιά μου, ο Στρ (ΠΒ) Κωνσταντίνος Β. ήταν υπερβολικά ανήσυχος, παρά τους δύο απανωτούς μπάφους που είχε πιει πρωί πρωί για να χαλαρώσει (η μονάδα ήταν κέντρο διακίνησης ναρκωτικών, συν τοις άλλοις). Είχε ήδη τρεις τέσσερις μήνες φυλακή και κάθε επιπλέον μέρα σήμαινε παράταση θητείας - κανονικά έπρεπε να είχε απολυθεί προ μηνός και βάλε. Αν έφευγε από την επιθεώρηση με καμιά εικοσάρα ακόμα τα πράγματα θα δυσκόλευαν πολύ, και ήθελε να το αποφύγει πάση θυσία. Έτσι, είχε ντυθεί, ξυριστεί και κομβιώθεί προσεκτικά, και οι αρβύλες του άστραφταν από το πολύ γιάλισμα. Κάθε τόσο γύριζε δεξιά-αριστερά και ρωτούσε:

- Πώς με βλέπετε;
- Μια χαρά είσαι.
- Σίγουρα;
- Ναι, ρε μαλάκα, χαλάρωσε, δεν τρέχει μία.


Πάνω στην ώρα κατέφθασε ο Σχης συνοδευόμενος από τον Διοικητή μας Τχη (ΠΖ) Γεώργιο Μ. και μια κουστωδία κατώτερων αξιωματικών και υπαξιωματικών. Οι επιλοχίες διέταξαν να παρουσιάσουμε όπλα, και όσοι λίγοι δεν ήταν γιωτάδες και βρίσκονταν στην πρώτη σειρά παρουσίασαν κουτσά στραβά. Οι λοιποί χτυπήσαμε μια ασυντόνιστη προσοχή. Ο Σχης έριξε μια ματιά στους οπλοφόρους και μουρμούρισε κάτι στον Τχη. Ο Τχης είπε μεγαλοφώνως κάτι σαν "Πολλοί γιωτάδες, κύριε Συνταγματάρχα". Ο Σχης κούνησε το κεφάλι του με δυσπιστία. Ύστερα προχώρησε βιαστικά κατά μήκος της παράταξης (στη μεριά των ψηλών) και έκανε διάφορες γενικές παρατηρήσεις τύπου "Αγυάλιστος", "Είναι στολή αυτή;", "Κοίτα χάλια!", "Αξύριστος" και γύριζε στον Τχη και του έκανε διάφορες γκριμάτσες αηδίας. Ο Τχης κοκκίνιζε όλο και περισσότερο.

Κάποια στιγμή κι ενώ ο Τχης είχε γίνει πλέον μελιτζανί χρώματος, προσγειώθηκαν στη μεριά των κοντών. Προφανώς ο Σχης αισθάνθηκε πιο άνετα σε αυτό το οικείο περιβάλλον και επιβράδυνε, μέχρι που σταμάτησε εντελώς μπροστά στον κακόμοιρο Στρ (ΠΒ) Κωνσταντίνο Β. που είχε κοκκαλώσει - ίσως και να τον είχαν πιάσει επιτέλους οι μπάφοι. Ο Σχης τον περιεργάστηκε από την κορφή ως τα νύχια και γύρισε στον Τχη εμφανώς ικανοποιημένος: "Ξυρισμένος, γιαλισμένος, μια χαρά. Επιτέλους, ένας που μοιάζει με στρατιώτη". Ο Τχης ξανάγινε λίγο πιο ρόδινος, μέχρι που ο Σχης ξαναγύρισε στον τύπο που έμοιαζε με στρατιώτη και τον ρώτησε χαμογελαστός:

- Πώς λέγεσαι, παιδί μου;

Ο τύπος που έμοιαζε με στρατιώτη χτυπησε μια προσοχή που ακούστηκε μέχρι την Ακρόπολη και άρχισε να αναφέρεται γκαρίζοντας:

- Στρατιώτης Πυροβολικού Β. Κωνσταντίνος, 96Δ ΕΣΣΟ.

Ο Σχης συνέχισε να χαμογελάει μέχρι που κάτι θυμήθηκε και πάγωσε το χαμόγελο στα χείλη του. Γύρισε στον Τχη και ρώτησε απορημένος:

- Καλά, δεν έχει απολυθεί η 96Δ;
- Μάλιστα, κύριε Συνταγματάρχα.
- Κι αυτός τι παριστάνει εδώ;


Ο Τχης ξανάγινε μελιτζανί, ο Σχης ξαναγύρισε στο φαντάρο και του ξανάσκασε κάτι σαν χαμόγελο.

- Δε μου λες, παιδί μου, έχεις πάει γυμνάσιο;
- Μάλιστα, κύριε Συνταγματάρχα, και Λύκειο έχω πάει.


Ο Σχης κούνησε το κεφάλι και ξαναχαμογέλασε. Δυστυχώς φαίνεται ότι οι μπάφοι είχαν πιάσει για τα καλά και ο φαντάρος χαμογέλασε κι αυτός, ως μη όφειλε, καθώς αναπτυσσόταν η μεταξύ τους οικειότητα. Μάλιστα του ξέφυγε κι ένα πνιχτό γελάκι. Ο Σχης δεν έπιασε αμέσως το υπονοούμενο, και συνέχισε τις ερωτήσεις:

- Για πες μου, παιδί μου, τι έχουμε την 28η Οκτωβρίου;
- Παρέλαση, κύριε Συνταγματάρχα.
- Ναι, αλλά γιατί κάνουμε παρέλαση, τι γιορτάζουμε;


Ο Κωνσταντίνος Β. έμεινε λίγο σκεφτικός, μετά κοίταξε λίγο τις γιαλισμένες του αρβύλες, μετά κάπου στο υπερπέραν και τελικά μουρμούρισε "Δεν ξέρω".

Σιωπή παγερή έπεσε. Ο Διοικητής από μελιτζανί είχε γίνει κατάχλωμος με τάσεις λιποθυμίας. Ο Σχης γύρισε σε εμένα. Τον κοίταξα στα μάτια (ελαφρά χαμηλότερα από τα δικά μου). Το βλέμμα του ήταν παγωμένο, γυάλινο. Με ζύγιζε - ήμουν περασμένα τριάντα και φαινότανε, άρα κατά πάσα πιθανότητα θα είχα πάει και πάνω από Λύκειο.

- Εσύ ξέρεις τι γιορτάζουμε;
- Μάλιστα, κύριε Συνταγματάρχα.


Ετοιμάστηκα να απαντήσω αλλά ο Σχης με μια αστραπιαία κίνηση στράφηκε στον εξ' αριστερών μου μαυροσκούφη που ήταν καταφανώς νεώτερος καμιά δεκαετία:

- Λέγε, εσύ, τι γιορτάζουμε την 28η Οκτωβρίου;

Ψύχραιμος ο Μιχάλης Δ. χτύπησε μια ικανοποιητική προσοχή και απάντησε προς γενική ανακούφιση:

- Την επέτειο του "ΟΧΙ" κύριε Συνταγματάρχα.

Ο Σχης χαμογέλασε πλατιά. Ο Διοικητής μας ξαναβρήκε λίγο από το χρώμα του. Ο Μιχάλης Δ. και ο Κωνσταντίνος Β. χαμογέλασαν κι αυτοί - ο καθένας για τους δικούς του λόγους. Προς στιγμήν επικράτησε γενική ευθυμία, μέχρι που ο Σχης είχε μια άλλη φαεινή ιδέα και στράφηκε ξανά στο Μιχάλη Δ. για να κάνει κι άλλη ερώτηση-μαχαιριά:

- Και την 25η Μαρτίου τι γιορτάζουμε;

Τότε ο Στρ (ΤΘ) Μιχάλης Δ., 97Α ΕΣΣΟ, κατέβασε ρολά. Έμεινε να κοιτάζει τον Σχη άφωνος για μερικά μαρτυρικά δευτερόλεπτα, μέχρι που απρόσμενα σωριάστηκε στο έδαφος λιπόθυμος. Στην πτώση του παρέσυρε και τον παρακείμενο Διοικητή - που κι αυτός έδειχνε πολύ κοντά στη λιποθυμία, έτσι κι αλλιώς. Ο Διοικητής έδωσε μια ακούσια σπρωξιά στον Σχη που προσγειώθηκε πάνω μου, αλλά δεδομένου του μεγέθους του ανδρός, κατάφερα και τον κράτησα όρθιο, ενώ ούρλιαζε "Δεν πιστεύω στα μάτια μου! Πάρτε τους από δω να μην τους βλέπω!".

Η επιθεώρηση διελύθη κακήν κακώς μέσα σε ανάμικτες αμήχανες διαταγές. Οι ένοπλοι έτρεξαν να αποθέσουν, οι άοπλοι σκορπίστηκαν άναρχα, ο Μιχάλης Δ. μεταφέρθηκε στο αναρρωτήριο από τον Κωνσταντίνο Β. και εμένα, ενώ ο τσαλακωμένος και σκονισμένος Τχης άκουγε τα ανήκουστα από έναν έξαλλο Σχη στο δρόμο για το Διοικητήριο μουρμουρίζοντας "Μάλιστα, κύριε Συνταγματάρχα, θα το φροντίσω κύριε Συνταγματάρχα, δεν πρόκειται να επαναληφθεί κύριε Συνταγματάρχα".

Στο δρόμο για το αναρρωτήριο ο "λιπόθυμος" ανέκτησε τις αισθήσεις του ταχύτατα, και μας έκλεισε το μάτι.

- Λοιπόν, μαλάκες, τώρα που θα ξαναλιποθυμήσω μέσα θα πείτε στο γιατρό ότι έχω "ορθοστατική υπόταση", εντάξει; Και πες του να μη με βάλει στο ίδιο δωμάτιο με την αδερφή, εντάξει;
- Τι λες ρε, μας δούλευες τόση ώρα; έκανε ο Κωνσταντίνος Β.
- Τι σας δούλευα, μωρή λούγκρα, σε έσωσα. Τζάμπα ήμουνα στους μαύρους τόσους μήνες; Εικοσάρα θα έτρωγες, μωρή χασίκλα, και παριστάνεις και τον πάλιουρα.

Ύστερα γύρισε σε εμένα.
- Ακούς εκεί ο μαλάκας να μην ξέρει την 28η Οκτωβρίου...
- Καλά ρε, κι εσύ δεν ήξερες την 25η Μαρτίου.


Και τότε ο σωτήρας του λόχου, γύρισε και με κοίταξε με ειλικρινή απορία:

- Γιατί ρε μαλάκα, τι σκατά έγινε την 25η Μαρτίου και πρέπει να το ξέρω κιόλας;


Σ.Σ. Τα ονόματα Κωνσταντίνος Β. και Μιχάλης Δ. προέρχονται από τα αντίστοιχα ψευδώνυμα των μελών του παλιού συγκροτήματος Στέρεο Νόβα, αστέρων της καθ' ημάς electronica. Σχης και Τχης είναι οι συντομογραφίες για το Συνταγματάρχης και το Ταγματάρχης αντίστοιχα. "Γιωτάς" σημαίνει κατηγορία ικανότητας Ι3 ή Ι4 που δεν φέρει όπλα κανονικά. ΠΖ = Πεζικό, ΠΒ = Πυροβολικό, ΤΘ = Ιππικό/Τεθωρακισμένα (κοινώς "μαυροσκούφηδες" λόγω του χρώματος του μπερέ ή "μαύροι" λόγω της γενικής μαυρίλας που επικρατεί στις αντίστοιχες μονάδες.

24/10/08

Το τέλος του κόσμου

Πανσέληνος Οκτωβρίου στη Βίγλα Μεγίστης Λαύρας

Πού βρίσκεται το τέλος του κόσμου; Οι αρχαίοι πίστευαν ότι βρίσκεται κάπου στις Ηράκλειες Στήλες (το σημερινό Γιβραλτάρ), και η πίστη αυτή ήταν αρκετά διαδεδομένη μέχρι την (επανα-)ανακάλυψη της Αμερικής στα τέλη του 15ου αιώνα, ώστε ο θυρεός του βασιλικού οίκου της Ισπανίας (που κατείχε τις εν λόγω στήλες) να γράφει "Ne plus ultra" που σημαίνει κάτι σαν "δεν έχει άλλο". Λίγο μετά βέβαια ο θυρεός άλλαξε (μέχρι και σήμερα) και πλέον γράφει "Plus ultra" που όπως όλοι αντιλαμβανόμαστε σημαίνει "έχει κι άλλο", χώρια που το Γιβραλτάρ το 'χουν τσιμπήσει οι ανταγωνιστές. Το σίγουρο είναι ότι το τέλος του κόσμου μετακινήθηκε πιο πέρα, έτσι ώστε στην ταινία Μέχρι το τέλος του κόσμου του Βιμ Βέντερς, η αγαπημένη του ήρωα να τον ψάχνει κάπου στην Αυστραλία πριν καταλήξει περιστρεφόμενη σε δορυφόρο στο happy-end. Φυσικά, η ανερμάτιστη αυτή ταινία - την οποία είχα τη χαρά να θάψω και παλαιότερα σε τούτο το ιστολόγιο - αναφέρεται σε τέλος του κόσμου στο χρόνο μάλλον παρά στο χώρο, αλλά αυτό δεν αλλάζει και πολύ τα πράγματα. Άλλωστε το τέλος του κόσμου στο χώρο υπάρχει - αυτό που χρειάζεται για να το εντοπίσουμε είναι ένας κάπως διαφορετικός ορισμός της έννοιας "κόσμος".

Για αυτόν τον παράξενο ορισμό πρωτοάκουσα μέσα στο λεωφορείο Θεσσαλονίκη-Ουρανούπολη Χαλκιδικής, τον Ιούλιο του 1981. Ήταν η πρώτη φορά που πήγαινα στο Άγιο Όρος, με μια ετερόκλητη παρέα μάλλον άσχετων με το μοναχισμό ανθρώπων. Κάποιος που ήταν ή νόμιζε πως ήταν πιο σχετικός μοίραζε αφειδώς πληροφορίες στους υπόλοιπους - ανάμεσα στις μπερδεμένες κουβέντες που είχα καταφέρει να συγκρατήσω ήταν ότι χαιρετάμε λέγοντας "Ευλογείτε" (και ο χαιρετώμενος απαντά "Ο Κύριος"), καθώς και ότι ο υπόλοιπος πλανήτης εκτός Όρους λέγεται απλά "ο κόσμος", είτε είσαι στην Ουρανούπολη, είτε στην Αθήνα, είτε στην Ανταρκτική. Σύμφωνα με τον πληροφοριοδότη μας, μπαίνοντας στο πορθμείο Ουρανούπολης-Δάφνης (η Δάφνη είναι το λιμανάκι της χερσονήσου) οι μοναχοί λένε χαμηλοφώνως "τέλος κόσμου". Από κει και πέρα, αρχίζει το Όρος. Ο κόσμος είναι πια πίσω.

Έκτοτε έχω επισκεφτεί το Όρος κάμποσες φορές, όχι πάντα για τους ίδιους λόγους. Έχω μιλήσει με γέροντες και επισκέπτες, με ανοιχτόμυαλους ανθρώπους και με φανατικούς, με σοφούς και ανόητους, με χριστιανούς και άθεους, με δίκαιους και αμαρτωλούς, έχω μιλήσει και έχω σιωπήσει, έχω συμφωνήσει και έχω διαφωνήσει. Τις πληροφορίες που μετέδιδε ο αρχικός μας πληροφοριοδότης τις θυμάμαι με διασκεδαστική σχεδόν συγκατάβαση - περισσότερο για το εμβριθές ύφος τους παρά για την όποια ακρίβειά τους. Η αλήθεια είναι πως δεν είμαι ειδικός της αγιορείτικης ζωής, ούτε μπορώ να επικαλεστώ καμιά ιδιαίτερη πνευματική σχέση με το χώρο και τους ανθρώπους. Από την άλλη, αν και άνθρωπος "του κόσμου" ο ίδιος, δεν είμαι και παντελώς άσχετος με τα του Όρους.

Ωστόσο, δυσκολεύομαι πάντα να μιλήσω σοβαρά για το Όρος με ανθρώπους "του κόσμου" που δεν έχουν κάποιο σχετικό υπόστρωμα στην παιδεία τους (και φυσικά δεν αναφέρομαι στα διεκπεραιωτικά μαθήματα θρησκευτικών του σχολείου) - κυρίως γιατί το μεγαλύτερο ποσοστό της κουβέντας θα το φάω προσπαθώντας να λύσω (ανεπιτυχώς, εν τέλει) διάφορες παρεξηγήσεις που ανακύπτουν. Όταν συζητάς με κάποιον στα σοβαρά (ανεξάρτητα από το αν συμφωνείτε επί της ουσίας ή όχι), απαραίτητη προϋπόθεση είναι να υπάρχει μια ελάχιστη συμφωνία ως προς το αντικείμενο της κουβέντας: αν μιλάτε για τη θέση ενός τασακιού πάνω στο τραπέζι, πρέπει να συμφωνείτε καταρχήν στο τι είναι τασάκι και τι τραπέζι - αν κάποιος νομίζει ότι το τασάκι έχει πόδια και το τραπέζι είναι για να ρίχνεις τη στάχτη, υπάρχει κάποιο πρόβλημα συναντίληψης τέτοιο που ακυρώνει το διάλογο.

Καμιά φορά μου συμβαίνει να βρεθώ στην αμήχανη θέση να κουβεντιάζω με κάποιον χωρίς αυτή την ελάχιστη συναντίληψη - αν το ζήτημα δεν είναι πολύ προσωπικό, μπορώ και να το αντιμετωπίσω ως εν τέλει διασκεδαστική εμπειρία. Σε ζητήματα που άπτονται της αγιορείτικης ζωής όμως, διαπιστώνω ότι τα τασάκια με τα τραπέζια τελούν σε μόνιμη σύγχιση. Αυτό δεν έχει να κάνει με τις μεταφυσικές προτιμήσεις του καθενός - συχνά οι θρησκευόμενοι είναι σε χειρότερη σύγχιση από τους άθρησκους ως προς το μοναχισμό. Αυτό που με αφήνει όμως συχνά κατάπληκτο είναι η ευκολία καταφυγής σε διάφορα διαδεδομένα κλισέ ακόμα και από ανθρώπους που γενικά δεν είναι καθόλου "της ευκολίας".

Η πρόσφατη δημόσια συζήτηση για τις οικονομικές δοσοληψίες ενός ηγούμενου είναι ενδεικτική του πνεύματος αυτού. Πάνω στη σύγχιση ανασύρονται οι επιστολές των καλόγερων προς το Χίτλερ, η Μικρασιατική Καταστροφή, ο Γρηγόριος ο Ε' και ο αφορισμός του Υψηλάντη, οι ανθενωτικοί της Άλωσης, οι Σταυροφορίες (άσχετο), η Ιερά Εξέταση (πιο άσχετο), οι διωγμοί των Μπογκόμιλων (σχετικό), ο λιθοβολισμός της Υπατίας, η πιθανή ή απίθανη ομοφυλοφιλική συμπεριφορά του ιερατείου, η τετραϋδροκανναβινόλη στο λιβάνι, οι Ελοχίμ και οι εξωγήινοι, ο Ρίτσαρντ Ντώκινς (αλλά όχι και ο Θεοδόσιος Ντομπζάνσκι), η ζώνη της Παναγίας και της Παναγιάς τα μάτια.

Ως τυπικός ξερόλας, έχω άποψη για όλα τα παραπάνω (εκτός από τα της Παναγίας) - το πρόβλημά μου είναι ότι δεν τα θεωρώ σχετικά με την κουβέντα για το πλέγμα σχέσεων πολιτικής και οικονομικής εξουσίας στο σύγχρονο καπιταλισμό που εκτιμώ ότι είναι η ρίζα του προβλήματος. Επίσης, δεν τα θεωρώ και ιδαιτέρως σημαντικά per se, και ως εκ τούτου αποφεύγω γενικά τις σχετικές επικαιρικού χαρακτήρα διαδικτυακές κουβέντες. Ξέρω ότι αν εμπλακώ θα αρχίσω μια αέναη διαδικασία στην οποία θα φάω τα όποια νιάτα μου έχουν απομείνει στο να εξηγώ ότι δεν είπα αυτό αλλά το άλλο και δεν υποννοούσα εκείνο αλλά τούτο και όχι, ο Θεός δεν είναι Έλληνας ούτε Βούλγαρος και το τραπέζι δεν είναι τασάκι και τανάπαλιν.

Αντ' αυτού λέω απλώς να μεταφέρω μια κουβεντούλα που άκουσα από κάποιον καλόγερο τις προάλλες για τα χρυσόβουλα (ναι, φυσικά, στο Άγιο Όρος ήμουνα), ο οποίος αν και μάλλον δεν ενέκρινε καθόλου τις επίμαχες οικονομικές δοσοληψίες και την προσκόλληση στο χρήμα εν γένει, εξηγούσε στους παριστάμενους ότι οι νόμοι και οι διοικητική οργάνωση του Όρους βρίσκονται στον περίφημο "Τράγο" (περγαμηνή από δέρμα τράγου) του Ιωάννη Τσιμισκή. Και θυμήθηκα τότε μια άλλη κουβεντούλα που είχα υποκλέψει πριν καμμιά δεκαετία ανάμεσα σε δύο καλόγερους, στον περίβολο της Μονής Μεγίστης Λαύρας, σχετικά με την μεταθανάτια τύχη δύο ανθρώπων: οι καλόγεροι ήταν σοβαρά προβληματισμένοι για το αν το μνημόσυνο που τους έκαναν είχε κάποιο αντίκρυσμα, δεδομένου ότι και οι δύο ήταν (παρανόμως) διαδοχικοί εραστές κάποιας κυρίας, ο δε δεύτερος ετύχγανε και δολοφόνος του πρώτου. Μου πήρε λίγη ώρα να καταλάβω ότι μιλούσαν για τους κτίτορες της Μονής, κατά συνθήκη αυτοκράτορες Νικηφόρο Φωκά και Ιωάννη Τσιμισκή, που έζησαν κάπου το 10ο αιώνα.

Βρήκα την εν λόγω συζήτηση ιδιαίτερα αποκαλυπτική για την ιεράρχηση των σημαντικών ή μη πραγμάτων στο Όρος, όπου κατά κάποιο τρόπο αντιμετωπίζονται τα πράγματα "υπό το πρίσμα της αιωνιότητας". Στην αντίληψη των περισσοτέρων γύρω μας όμως, αυτά είναι από ψιλά γράμματα έως μεσαιωνικές μπούρδες και γι' αυτό σκέφτομαι ότι τελικά η απόσταση Όρους και κόσμου (του πνεύματος του κόσμου) είναι στην πραγματικότητα πολύ παραπάνω από τα δυο βηματάκια του πορθμείου της Ουρανούπολης, ακόμα και μετά το άνοιγμα των δρόμων για τα 4x4 και τις καλυμμένες κεραίες της κινητής τηλεφωνίας που οι καλόγεροι σάρκαζαν παλαιότερα ως ναούς της "Παναγίας της Παναφονήτριας".

"Και τι μας νοιάζουν εμάς αυτές οι αρχαίες ιστορίες", θα μου πείτε...

Δεν σας αδικώ - από εδώ που βρισκόμαστε, το τέλος του κόσμου μοιάζει εξαιρετικά μακρινό.

( Δυο βήματα από το τέλος του κόσμου, το κεφάλι μιας φώκιας Monachus monachus ξεπροβάλλει από το νερό κάπου αριστερά στην εικόνα για να αναρωτηθεί προς τι τόση φασαρία.)


Σ.Σ. Την ιστορία με το βασιλικό θυρεό της Ισπανίας αναφέρει ενίοτε στις πανεπιστημιακές διαλέξεις του ο παλιός μου καθηγητής Γιώργης Ρ. (αν και δεν έχω ποτέ καταλάβει για ποιον ακριβώς λόγο), και από εκεί τη μάζεψα. Η λέξη "κόσμος" σημαίνει κυριολεκτικά κόσμημα, στολίδι - μια παρατήρηση που παρόλα τα ελληνικά που ξέρω δεν είχα κάνει μέχρι που κάποτε παλιά είδα τις ομώνυμες εκπομπές του Carl Sagan. Η βιβλιογραφία για το Όρος περιλαμβάνει άπειρα κείμενα επαίνου και αναθέματος - στις προσωπικές μου προτιμήσεις περιλαμβάνονται τα σχετικά βιβλία του νυν Μητροπολίτη Μεσογαίας και Λαυρεωτικής Νικολάου (Χατζηνικολάου), το αφήγημα του γνωστού ως "εκφωνητή του Πολυτεχνείου" Δημήτρη Παπαχρήστου με τίτλο "Το Άγριον Όρος της ψυχής" και τα σχετικά αποσπάσματα από τα βιβλία του Ζακ Λακαριέρ "Το ελληνικό καλοκαίρι" και "Το ερωτικό λεξικό της Ελλάδας", όλα τους κείμενα προσιτά στο μέσο "κοσμικό" άνθρωπο. Τις φωτογραφίες τις τράβηξα μέσα Οκτώβρη του 2008.

20/10/08

Ανώτατες σπουδές

Μια φορά κι έναν καιρό, ο λαγός καθόταν κάτω από ένα δέντρο και σημείωνε κάτι σε ένα τετράδιο. Περνάει η αλεπού από δίπλα, τον παρατηρεί με απροσποίητο ενδιαφέρον, και τον ρωτάει:

- Τι γράφεις ρε λαγέ εκεί πέρα;
- Κρατάω σημειώσεις για τη διατριβή μου, απάντησε ο λαγός.
- Σοβαρά; ρώτησε ειρωνικά η αλεπού. Και σαν τι θέμα έχεις αν επιτρέπεται;
- Η υπεροχή των φυτοφάγων ζώων έναντι των σαρκοφάγων.

Η αλεπού δεν κρατήθηκε και έβαλε τα γέλια. Τότε ο λαγός της είπε:

- Δε με πιστεύεις; Έλα μέχρι τη σπηλιά στο ξέφωτο παραδίπλα να σου δείξω το υλικό που έχω συγκεντρώσει.

Η αλεπού τσίμπησε, μπήκε μαζί με το λαγό στη σπηλιά και μετά από λίγο ακούστηκαν ήχοι φριχτής βίας. Μετά έπεσε σιωπή, μέχρι που η αλεπού σύρθηκε έξω από τη σπηλιά σε άθλια κατάσταση, ενώ ο λαγός ατσαλάκωτος ξαναπήγε κάτω από το δέντρο του και συνέχισε να κρατάει σημειώσεις.

Μετά από λίγο, πέρασε ο λύκος. Είδε το λαγό και ρώτησε όλο ενδιαφέρον:

- Τι νέα, λαγέ;
- Τα ίδια, απάντησε ο λαγός, ετοιμάζω το διδακτορικό μου.
- Το ποιο;
- Το διδακτορικό μου, με θέμα την υπεροχή των φυτοφάγων ζώων έναντι των σαρκοφάγων.

Ο λύκος χασκογέλασε, και τότε ο λαγός προσφέρθηκε να του δείξει το υλικο που είχε συγκεντρώσει. Ο λύκος τον ακολούθησε χαχανίζοντας στη σπηλιά, όπου διαδραματίστηκαν σκηνές φριχτής βίας μέχρι που ο λύκος σύρθηκε καταματωμένος έξω από τη σπηλιά και ο λάγός ατσαλάκωτος έπιασε τη συνηθισμένη του θέση κάτω από το δέντρο, κρατώντας σημειώσεις.

Μετά από λίγο, πέρασε και η αρκούδα. Χαιρέτησε το λαγό, αλλά μετά κοντοστάθηκε και εξέφρασε την απορία της για την απασχόλησή του. Ο λαγός, με κάπως μπλαζέ ύφος, εξήγησε ότι κάνει διδακτορικό με θέμα την υπεροχή των φυτοφάγων κλπ. Η αρκούδα αντέδρασε κάπως υποτιμητικά και ο λαγός προσφέρθηκε να της δείξει το υλικό του στη σπηλιά. Ακολούθησαν σκηνές φριχτής βίας, μέχρι που αρκούδα σύρθηκε έξω από τη σπηλιά σε άθλια κατάσταση. Πίσω της βγήκε ο γνωστός ατσαλάκωτος λαγός, ακολουθούμενος αυτή τη φορά από το λιοντάρι.


Το λιοντάρι έριξε μια αφηρημένη ματιά στα λιπόθυμα ζώα που κοίτονταν στο ξέφωτο. Ύστερα στράφηκε στο λαγό πιάνοντάς τον προστατευτικά από τους ώμους, και του είπε:

- Και όπως σου έλεγα λοιπόν λαγέ, δεν έχει και τόση σημασία το θέμα της διδακτορικής σου διατριβής. Αυτό που έχει σημασία είναι ο επιβλέπων καθηγητής.


Το ανεκδοτάκι αφηγήθηκε προ ετών ο συνάδελφος Παναγιώτης Π. κατά την παρουσίαση της διατριβής του. Τις εικόνες αλίευσα από μια άλλη ανάρτηση με τους ίδιους πρωταγωνιστές στο ιστολόγιο του γεροντάκου Sting (http://gerontakos.blogspot.com/)

9/10/08

Αυτό το φθινόπωρο... (Άννα Δαμιανίδη)

Αυτό το φθινόπωρο δοκίμασα τη θάλασσα μέσα στον Οκτώβρη και τη βρήκα ζεστή. Ανάσανα τη μυρωδιά του κρασιού και νοστάλγησα βαθιά τις γιορτές του τρύγου που ποτέ δεν είδα. Περπάτησα δίπλα στη θάλασσα και μίλησα με μοναχικούς καραβοκύρηδες που ζητούσαν αδελφή ψυχή στα λιμάνια. Ανακάλυψα για μια ακόμα φορά το τσιγάρο και την ευτυχία της εξάρτησης. Έψαξα λέξεις παλιές και τους βρήκα καινούργια νοήματα.

Αυτό το φθινόπωρο ήρθαν να με βρουν όλα τα πράγματα καινούργια. Ένιωσα μεγάλη και δυνατή και είπα, θα τα δοκιμάσω και θα προχωρήσω. Εκείνα με κράτησαν και αποδείχτηκαν πιο δυνατά από μένα. Ξανάγινα πρωτάρα και ανώριμη. Η πείρα μου μόνο ένα πράγμα μου επέτρεψε. Να παραδεχτώ ήρεμα την ανωτερότητά μου.

Αυτό το φθινόπωρο άλλαξα ονόματα σ' όλα τα φυτά του μπαλκονιού μου. Άλλαξα χώμα και άλλαξα βλέμμα. Κατάλαβα πως ήταν αλλιώς η ζωή τους απ' ότι νόμισα. Σεβάστηκα εκείνα που πέθαναν και λυπήθηκα όσα επέζησαν. Παρατήρησα τα άλλα, που 'χει φυτέψει στην Αθήνα ένας φίλος μου παλιός και είδα ότι μεγάλωσαν και μάθανε να περνάνε το φως του απογεύματος από τα φυλλαράκια τους, όπως κάνανε οι μακρινοί τους πρόγονοι με κείνο το φως το άλλο.

Αυτό το φθινόπωρο πέρασα τα φράγματα. Είδα πως είναι πολύ απλό να το κάνεις και πως δε χρησιμεύει σε τίποτα. Ωστόσο δε μετάνοιωσα και δε γύρισα πίσω.

Αυτό το φθινόπωρο εγκατέλειψα και τα τελευταία μου μπαγκάζια, τις τελευταίες μου σημαίες, τα τελευταία μου σύμβολα. Πέταξα τα όπλα μου όλα. Στην άκρη ξαναβρήκα τη γλώσσα μου, αλλά δε με κράτησε, δε μου άνοιξε την αγκαλιά της, δε μου δείχνει το δρόμο. Παραπαίει σα μικρό καντηλάκι. Ώρες ώρες σβήνει εντελώς. Ισως κάποτε γίνει μια τρανή φωτιά. Όμως τώρα οδηγώ δε θέλω.

Αυτό το ωραίο φθινόπωρο όλα τα εγκατέλειψα. Θησαυρούς μαζεμένους με κόπο, τους σκόρπισα. Κράτησα μόνο το βλέμμα. Ίσως γιατί τα μάτια ξέρουν να κλείνουν μόνα τους τις πιο ωραίες στιγμές.

Αυτό το φθινόπωρο κοίταξα τα ρούχα μου και είδα ότι δε μου κάνουν. Όμως για πρώτη φορά πρόσεξα το ύφασμά τους. Είδα μέσα από τις κλωστές τα φυτά της Αιγύπτου που βγάλανε τις πρώτες ίνες του κόσμου. Ταξίδεψα νοερά στα ποτάμια και τα πόδια μου γέμισαν λάσπη.

Αυτό το φθινόπωρο η πραγματικότητα δεν κατάφερε να με βρει. Τόσο μου έλειψε που την ονειρεύομαι. Βλέπω στον ύπνο μου τη βαθιά ουσία της ασφάλτου, τα μόρια της ανόργανης ύλης σε μεγέθυνση και το θάνατο των κυττάρων.

Ξυπνάω και τυλίγομαι στα όνειρα. Δεν έχει τρέξει ούτε σταγόνα αίμα πάνω στην πόλη που με φιλάει. Δεν έχει ακουστεί ούτε μια κραυγή. Βουβά αναβοσβήνουν τα φώτα, κυλούν οι λεωφόροι, περπατούν οι άνθρωποι κι ο πόνος είναι σα γλυκό λικέρ που χωρίς φωνή χτυπά τις φλέβες.

Αυτό το φθινόπωρο έχω μόνο δάχτυλα και καθώς ανοίγουν κατάπληκτα, πέφτει και το μολύβι που κρατούν και χάνεται. Μένει εδώ λευκό κενό στο χαρτί, το κείμενο δεν ολοκληρώνεται. Αυτό το φθινόπωρο δε θα τελειώσουν τα κείμενα. Θα μένουν όλα λίγο αμήχανα σαν απορημένα παιδιά. Γιατί πρέπει να κοιτάνε. Πρέπει να μπορούν να κοιτάνε.

Αυτό το φθινόπωρο η Αθήνα είναι αλλιώτικη. Κάτι υπόσχεται τα δειλινά το αεράκι αλλά τι είναι; Σταθείτε σταθείτε και μη βιάζεστε να μάθετε. Αν φύγετε θα ξαναγυρίσετε. Αν προσπεράσετε, θα κρατηθείτε, ανύποπτοι στα δίχτυα του. Πού πάτε; Πού νομίζετε ότι μπορείτε να πάτε;

Αυτό το φθινόπωρο η νύχτα και η μέρα, η άσφαλτος και τα πλακάκια, το πράσινο (που το πατάμε πια) το μπλε (που το 'χουμε καταπατήσει) τα χρήματα και οι μπογιές, τα ξύλα, το γυαλί και τσιμέντο, τα περίπτερα και οι βιτρίνες, οι λακούβες, τα δενδρύλια, τα πρωινά καταβρέγματα, οι μικρές μπόρες, ο ακούραστος ήλιος, οι λαμπερές λαμαρίνες των αυτοκινήτων, οι τροχοί τους που σε μεταφέρουν μαγικά, οι κινητήρες τους που καταπίνουν βενζίνη, οι αίθουσες του σινεμά, οι είσοδοι των αιθουσών, οι στοές, οι φωτεινές επιγραφές, το χαμόγελο που έχουν οι κούκλες στις βιτρίνες, όλα, όλα κάτι υπόσχονται.

Τι υπόσχονται; Θα μου το δώσουν; Θα το πάρω αυτό το καινούργιο δώρο που η πόλη μου ετοίμασε;

Η υπόσχεση δεν έχει τίποτα πέρα από τον εαυτό της. Θέλω αυτή να κρατήσω μόνο, αλλά είναι σαν το αεράκι που τη φέρνει και ολοένα ξεγλιστρά.


Άννα Δαμιανίδη
ΑΥΓΗ της Κυριακής, 9/10/1988